ΠΕΝΤΑΜΕΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΠ ΨΝΑ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ ΤΟΥ ΨΝΑ

 

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ ΣΤΗ ΒΑΣΗ

ΤΗΣ ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗΣ ΠΟΡΩΝ

 

Μέσα στον καταιγισμό των μέτρων του μνημονίου με τα οποία διαλύεται η δημόσια υγεία, μετατρεπόμενη σε εμπόρευμα (μακριά από κάθε έννοια ‘δημόσιου αγαθού’), υπάρχει ένα που συμπυκνώνει όλη την πεμπτουσία της νεοφιλελεύθερης ιδιωτικοποίησης και μεταλλαγής της σε ένα ‘προϊόν προς πώληση’, ολοένα πιο απρόσιτο για όλο και περισσότερους εντός αυτής της κοινωνίας και προσβάσιμο από όλο και λιγότερους. Πρόκειται για την πρόβλεψη, στην παράγραφο 13 του άρθρου 6, του νόμου - σκούπα 4042/12, που προώθησε μέσω της Βουλής ο Λοβέρδος τον περασμένο Φλεβάρη, η οποία αναφέρεται στα νέα πρότυπα αξιολόγησης των γιατρών του ΕΣΥ, έτσι ώστε η λειτουργία τους να είναι συμβατή με τις αρχές του μνημονίου.

Από ένα κατ΄ όνομα και άκρως προσχηματικό σύστημα αξιολόγησης που ίσχυε μέχρι τώρα, περνάμε σε ένα άκρως ποσοτικοποιημένο σύστημα, που σκοπός του δεν είναι η εκτίμηση της λειτουργίας του γιατρού, του κλινικού και θεραπευτικού του έργου στη βάση ενός επιστημονικού κεκτημένου, της κριτικής αφομοίωσης και ανάπτυξης αυτού του κεκτημένου, στη βάση της δεοντολογίας και της ηθικής που (πρέπει να) διέπει την άσκηση του λειτουργήματος, αλλά, αντίθετα, όπως αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο 13, «η τεκμηριωμένη εξοικονόμηση πόρων».

Τα κριτήρια με τα οποία οι συντονιστές διευθυντές, το Επιστημονικό Συμβούλιο και η Δ/νση Ιατρικής Υπηρεσίας (όντας υπόλογοι στο ΔΣ) θα ασκούν την αξιολόγηση θα είναι, πλέον, ο μέσος όρος νοσηλείας των ασθενών του υπό αξιολόγηση ιατρού, το πόσες διαγνωστικές πράξεις και παρακλινικές εξετάσεις έχει παραγγείλει αυτός ο γιατρός για τους ασθενείς ‘του’, αν κάνει χρήση της κωδικοποίησης των διαγνώσεων, αν συμμετέχει στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση, στον υπό εφαρμογή ηλεκτρονικό φάκελο κοκ. Και η μεν Δ/νση Ιατρικής Υπηρεσίας του ΨΝΑ, στο έγγραφο που κοινοποίησε για την εφαρμογή της αξιολόγησης αυτής, σταματά εδώ, όμως η παράγραφος 13 αναφέρει ακόμα ως κριτήριο, μεταξύ άλλων, την χρήση γενόσημων, αλλά και την μετατραπείσα σε ‘καραμέλα’, με τον τρόπο που εφαρμόζεται, αποτύπωση της «ικανοποίησης των ασθενών με έρευνες ποιότητας».

Υπάρχει προφανώς πολύ συζήτηση που, εδώ και καιρό, χρειάζεται να γίνει για μια σειρά ζητήματα, όπως η θεραπευτική πρακτική που συνδέεται με πληθώρα παρακλινικών εξετάσεων (αξονικών τομογραφιών κλπ), όπως και για το ζήτημα της μεγάλης, ενίοτε, παράτασης του μέσου χρόνου νοσηλείας , ιδιαίτερα στα ψυχιατρεία- ζήτημα που συνδέεται με τη λειτουργία του ψυχιατρείου ως αποθήκης και ξεφορτώματος ανεπιθύμητων πασχόντων, εντός ενός συστήματος φτωχού σε εναλλακτικές λύσεις και όπου το ψυχιατρικό ίδρυμα αδυνατεί, ως επί το πλείστον, να προσφέρει άλλες απαντήσεις πέρα από το, απλώς, να αρνηθεί (κλείνοντας την πόρτα του), ή να δεχτεί την διαιώνιση της λειτουργίας του ως αποθήκης.

Μπορούν, όμως, ζητήματα σαν κι΄ αυτά, που διακρίνονται για την πολυπλοκότητα τους, να αντιμετωπιστούν μ΄ ένα ποσοτικό τρόπο, απλής ‘εξοικονόμησης πόρων’, ως μέσον εφαρμογής του μνημονίου και κριτήριο αξιολόγησης του γιατρού, που θα παίρνει τόσο πιο ‘καλό βαθμό’, όσο πιο γρήγορα δίνει εξιτήρια - πράγμα που πολλές φορές θα ισοδυναμεί με το πέταγμα των ασθενών στο δρόμο;

Όταν μάλιστα είναι η ίδια αυτή εφαρμογή του μνημονίου που εξασθενεί, μέχρι πλήρους εκμηδένισης, τις δυνατότητες αυτόνομης διαβίωσης του προσώπου και των δυνατοτήτων των όποιων υποστηρικτικών του συστημάτων να συνεχίσουν να παρέχουν τη στήριξη που παρείχαν μέχρι τώρα;

Μόνο όποιος δεν γνωρίζει, ή αδιαφορεί πλήρως για την πολυπλοκότητα που διέπει τους λόγους που κάνουν δυνατή την ασφαλή χορήγηση ενός εξιτηρίου στην ψυχιατρική (αλλά και στην γενική ιατρική επίσης) μπορεί να θέτει αυτό (όπως και τα άλλα) ως κριτήριο αξιολόγησης. Πριν από το γιατρό (αν υποθέσουμε ότι θα είχαν ποτέ νόημα τέτοιου τύπου αξιολογήσεις - και δεν θα είχαν, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά) θα έπρεπε (πχ. στην ψυχιατρική) να αξιολογηθεί η εκπαίδευση των γιατρών και η λειτουργία του θεσμού, η ύπαρξη, ή όχι, υποστηρικτικών συστημάτων για τον ασθενή και την οικογένεια του, η ύπαρξη, ή όχι, ολοκληρωμένων και τομεοποιημένων κοινοτικών υπηρεσιών για στήριξη στον τόπο κατοικίας (ενίοτε, ακόμα και θέσεων σε στεγαστικές δομές), ο δυσλειτουργικός χαρακτήρας και ο κατακερματισμός του συστήματος, που ένα μέρος του λειτουργεί στον ιδιωτικό μη κερδοσκοπικό τομέα, με τα δικά του κριτήρια και προβλήματα (δραστική μείωση χρηματοδότησης και συνθήκες κατάρρευσης) για το ποιούς ασθενείς θα επιλέξουν (και θα μπορούν) να φιλοξενήσουν κοκ.

Αυτά τα κριτήρια αξιολόγησης ισοδυναμούν με πλήρη αποδόμηση της ιατρικής/ψυχιατρικής, στην επιστημονική και θεραπευτική της διάσταση, αυτής, δηλαδή, που την συγκροτεί ως τέτοια, με την απορρόφησή της από μιαν ‘οικονομία της υγείας’ που έχει μετεξελιχθεί σε μνημονιακή αποδόμηση της υγείας, με το γιατρό να υποχρεώνεται να ασκεί το (πάλαι ποτέ, πλέον) λειτούργημά του όχι πια σύμφωνα με τις ανάγκες του πάσχοντος υποκειμένου, αλλά σύμφωνα με τις ανάγκες για μείωση του ελλείμματος. Μπορεί ο γιατρός να θέλει να παραμείνει λειτουργός, με την δέουσα ηθική και δεοντολογία και να συνεχίσει να νοιάζεται πραγματικά για τον ασθενή του, αντί να δεχτεί να εισάγει στο κλινικό και θεραπευτικό και αποκαταστασιακό σκεπτικό του, θολώνοντας και ακυρώνοντάς το, τις παραμέτρους της ‘εξοικονόμησης πόρων’ –μετατρεπόμενος έτσι σε διαμεσολαβητή και εγγυητή της ‘καλής προώθησης’ ενός πλήρως εμπορευματοποιημένου ‘αγαθού’.

Θα πρέπει, ωστόσο, να ξέρει ότι, παραμένοντας γιατρός, θα πάρει ‘κακό βαθμό’. Δεν θα έχει εξέλιξη στο σύστημα, δεν θα αναβαθμίζεται η θέση του, δεν θα έχει καλή βαθμολογία σε περίπτωση κρίσης για κατάληψη νέας θέσης.

Καλούμε όλους τους συντονιστές διευθυντές, στους οποίους έχει ανατεθεί η αξιολόγηση των γιατρών στα διάφορα τμήματα, να αρνηθούν να εφαρμόσουν αυτή την αξιολόγηση. Καλούμε την Δ/ντρια της Ιατρικής υπηρεσίας να αποσύρει το έγγραφο που έστειλε με το οποίο ζητά την «εποπτεία των διευθυντών για την εφαρμογή του νόμου».

Καλούμε το Επιστημονικό Συμβούλιο και την Ιατρική Υπηρεσία να οργανώσουν συνάντηση, σχετικά με το θέμα αυτό, το συντομότερο δυνατό, στην οποία να συμμετέχουν οι συντονιστές διευθυντές και η Πενταμελής Επιτροπή της ΕΙΝΑΠ. Πρώτο βήμα για περαιτέρω αντιμετώπιση του ζητήματος.

 

4 Μαίου 2012

 

ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ (27/4/2012) ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ ΤΟΥ ΨΝΑ

Η ΠΕΝΤΑΜΕΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΠ ΨΝΑ

 

Magazine - Other articles