29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2013: 33 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

ΦΡΑΝΚΟ ΜΠΑΖΑΛΙΑ

του Peppe DellAcqua

από το http://www.news-forumsalutementale.it/

 

 

Το απόγευμα της 29ης Αυγούστου 1980 πέθανε ο Φράνκο Μπαζάλια.

Τα ερωτήματα, οι ιδέες και οι πρακτικές που συνόδεψαν την είσοδο του Φράνκο Μπαζάλια στο ψυχιατρείο της Γκορίτζια, αποτέλεσαν το σημείο εκκίνησης, από τις αρχές της δεκαετίας του 60, μιας περιόδου εκπληκτικών και αδιανόητων μέχρι τότε αλλαγών. Ηταν το 1968 όταν η κυβέρνηση της κεντροαριστεράς, κάτω από την ώθηση της εμπειρίας στην Γκορίτζια, πέρασε ένα νόμο με τον οποίο εξομοίωνε το ψυχιατρείο με το Γενικό Νοσοκομείο, βάζοντας σε κίνηση μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού που θα ολοκληρωθεί δέκα χρόνια αργότερα με το νόμο 180. Οι μετασχηματισμοί, θεσμικοί, ηθικοί, πολιτισμικοί, υποστηρίχτηκαν από αυστηρές επιλογές στο πεδίο της δράσης και από συγκεκριμένες πρακτικές. Οι ανοιχτές πόρτες, η επανάκτηση του λόγου (από τους ασθενείς), η είσοδος στον πραγματικό κόσμο, εμψύχωναν την υπομονετική «μακρά πορεία διαμέσου των θεσμών», που αυτό το άνοιγμα είχε με θορυβώδη τρόπο θέσει σε κίνηση. Όταν ο Μπαζάλια μπήκε για πρώτη φορά στο ψυχιατρείο της Γκορίτζια, αυτό από το οποίο εξεπλάγη, ήταν, πάνω απ΄ όλα, η απουσία του άλλου. Οι έγκλειστοι ήταν 400. Τα πρόσωπα, τα υποκείμενα, οι σχέσεις δεν υπήρχαν πια. Μια έρημος: αντικείμενα, απουσίες, αρνήσεις. Μπροστά σ΄ αυτή τη βία, σ΄ αυτή την απερίγραπτη φρίκη, αναγκάζεται, με αγωνία, ν΄ αναρωτηθεί : «τι είναι η ψυχιατρική;». Από εδώ και η επείγουσα ανάγκη για κριτική των δήθεν «επιστημονικών» θεμελίων της ψυχιατρικής, η αμετάστρεπτη ρήξη με το μοντέλο του ψυχιατρείου. Υστερα από σχεδόν διακόσια χρόνια, για πρώτη φορά από την γέννησή του, η κουλτούρα και οι πρακτικές του ψυχιατρείου αγγίζονται στις ρίζες τους. Μια ανατροπή που είναι πλέον αμετάστρεπτη : «ο άρρωστος και όχι η αρρώστια». Ο νόμος 180, που θα έλθει το 1978, δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό: το τέλος μιας ειδικής νομοθεσίας. Ο έγκλειστος, ο ψυχικά ασθενής είναι ένας πολίτης στον οποίο το κράτος πρέπει να εγγυηθεί και να κάνει διαθέσιμα τα θεμελιώδη συνταγματικά του δικαιώματα, ένα πρόσωπο του οποίου η αξιοπρέπεια πρέπει ν΄ αποτελεί μιαν απόλυτη αξία, ένα υποκείμενο μοναδικό που απαιτεί ακρόαση, φροντίδα και προσοχή εξίσου μοναδική. Από εδώ και η αβέβαιη, γεμάτη ερωτηματικά, πορεία, η ανάγκη μιας κριτικής σκέψης, η απόρριψη των αναντίρρητων και κατασταλτικών βεβαιοτήτων της ψυχιατρικής. Από εδώ και η τραχιά πορεία και οι συγκρούσεις που ακόμα σήμερα πρέπει ν΄ αντιμετωπίσουμε και που ποτέ δεν θα μας εγκαταλείψουν. Από εδώ και ένας άνεμος ανανέωσης που φυσά σε κάθε γωνιά του κόσμου. Και οι ενθουσιαστικές αποκαλύψεις που τα άτομα με εμπειρία ψυχικής διαταραχής συνεχίζουν να κάνουν με θαυμαστό τρόπο.

 

Για να μπορέσει να γίνει κατανοητή η σημερινή κατάσταση του συστήματος της Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα θα πρέπει, μάλλον, να ξεκινήσει κανείς όχι από την ίδια την Ψυχική Υγεία, αλλά από αυτό που δεν έπαψε ποτέ να είναι η βάση της κοινωνικής μας οργάνωσης και των όποιων θεσμών της, μια βάση, σε τέτοιες εποχές, άμεσα ορατή και καθοριστική, που είναι η οικονομία.

Γνωρίζουμε πώς ο οικονομικός κύκλος επιδρά και υπερπροσδιορίζει όχι μόνο τα συστήματα Υγείας και Ψυχικής Υγείας, αλλά και τις ‘επιστημονικές’ κατασκευές, τα θεωρητικά σχήματα και τις πρακτικές της ψυχιατρικής, που λειτουργούν σε μια λογική αντιστοιχίας και συνέργιας με τα στερεότυπα, τις διαδικασίες και τις πολιτικές του κοινωνικού αποκλεισμού.

Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για την Ψυχιατρική και την Ψυχική Υγεία στην Ελλάδα χωρίς να ξεκινήσει από την ουσιαστική οικονομική χρεοκοπία της χώρας και την ουσιαστική κατοχή της από την τριμερή υπερκυβέρνηση ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ, ως υποτελής εντολοδόχος των επιταγών της οποίας λειτουργεί η εθνική κυβέρνηση, που προέκυψε από τις πρόσφατες εκλογές;

Θα ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα από τον Franco Basaglia, που το περιεχόμενό του είναι, πιστεύουμε, στην καρδιά των εξελίξεων που ζούμε σήμερα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη:

«… το πρόβλημα της αποκατάστασης των ψυχικά πασχόντων – με το αντίστοιχο πρόβλημα του ανοίγματος ή του κλεισίματος τω ασύλων και, ως εκ τούτου, του βαθμού καταπίεσης ή ανοχής με τον οποίο γίνεται η διαχείρισή τους – δεν συνδέεται άμεσα τόσο με την παρουσία ή την απουσία του παθολογικού παράγοντα, όσο με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάγκη των διαθέσιμων εργασιακών αποθεμάτων που έχει ανάγκη η παραγωγή, δηλαδή, τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ζήτηση της αγοράς. Οσο δεν θα υπάρχει το οικονομικό κριτήριο για την απορρόφηση των περιθωριακών μειοψηφιών, η παρέμβαση των ειδικών της ψυχιατρικής θα παραμένει μια δυνατότητα απραγματοποίητη σε πρακτικό επίπεδο. Και τότε τα όρια της κανονικότητας θα παραμένουν αμετακίνητα σε σημείο όπου ο αποκλεισμός και η αποκατάσταση συμπίπτουν ταυτόχρονα και με τρόπο ισοδύναμο…

»Η αποκατάσταση των ασθενών σε χώρες όπου το πρόβλημα της πλήρους απασχόλησης δεν έχει λυθεί, είναι μια ψευδαίσθηση των ειδικών, ταυτόχρονη με τον περιορισμό της νόρμας (ως εκ τούτου, του αποκλεισμού των παρεκκλινόντων στο έπακρο…

»Τους αποκατασταθέντες η κοινωνία μας δεν ξέρει τι να τους κάνει. Ούτε ξέρει τι να κάνει με όλα τα άτομα που περιθωριοποιούνται ως υπόλειμμα (πλεόνασμα) του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Που σημαίνει ότι η τεχνική-θεραπευτική δράση, η οποία δείχνει ικανή να αποκαταστήσει τον ψυχικά πάσχοντα…δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και να υλοποιηθεί πρακτικά από τη σημερινή οικονομική μας κατάσταση». (Πρόλογος στην ιταλική έκδοση του βιβλίου του Maxwell Jones «Ιδεολογία και πρακτική της κοινωνικής ψυχιατρικής»).

Όπως είναι γνωστό, εδώ και ένα περίπου χρόνο η Ελλάδα βρίσκεται υπό τον πλήρη οικονομικό έλεγχο ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ, καθώς, αντιμετωπίζοντας την επίσημη κήρυξη χρεοκοπίας λόγω αδυναμίας δανεισμού στην ελεύθερη αγορά, εξαναγκάστηκε να προσφύγει στον λεγόμενο Μηχανισμό Στήριξης για την λήψη ενός δανείου 110 δις ευρώ, με την ταυτόχρονη επιβολή ενός πρωτοφανούς στη σκληρότητά του (για τα μεταπολεμικά δεδομένα) πακέτου μέτρων λιτότητας (του γνωστού ως ‘μνημόνιου’), που περιλαμβάνει τη δραστική μείωση των μισθών και των συντάξεων στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, την αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης, την κατεδάφιση του δημοσίου τομέα και του κράτους πρόνοιας και την πλήρη ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Η ανεργία, από 10% πριν δυο χρόνια, έφτασε φέτος στο 15% και προβλέπεται, σύμφωνα με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς, να φτάσει στο 22.5% το 2012.

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί είναι τέτοια ώστε, στο τέλος κάθε τριμήνου, που πρόκειται να χορηγηθεί η επόμενη δόση του δανείου, εξετάζεται αν έχουν εφαρμοστεί και αποδώσει τα μέτρα που έχουν μέχρι τότε επιβληθεί και καθώς κάθε φορά η κατάσταση του χρέους και του ελλείμματος αντί για καλλίτερη είναι χειρότερη, επιβάλλονται διαρκώς νέα πιο αυστηρά μέτρα, διαρκώς νέες μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, απολύσεις μερίδων εργαζόμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, περαιτέρω ιδιωτικοποίηση (ξεπούλημα) της δημόσιας περιουσίας κοκ.

Επειδή η Ελλάδα ήταν αδύνατο, όπως το ήξεραν όλοι, να αποπληρώσει αυτό το χρέος μέχρι το 2018, που ήταν η αρχική προθεσμία, δόθηκε από την ΕΕ, τον περασμένο Μάρτιο, μια υποτίθεται ‘διευκόλυνση’ για αποπληρωμή μέχρι το 2023. Αυτό στην πραγματικότητα σημαίνει ότι, τουλάχιστον για τα επόμενα 12 χρόνια, η Ελλάδα θα τελεί υπό διεθνή οικονομική και πολιτική κατοχή, καθώς την οικονομική της πολιτική, την οικονομική και κοινωνική της οργάνωση, αλλά και τη σχετική νομοθεσία θα την επιβάλλουν οι διεθνείς δανειστές μέσω του ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποπληρωμή του χρέους μέσω της διαρκούς επιβολής όλο και περισσότερων οικονομικών περικοπών.

Όμως το πράγμα δεν σταματάει εδώ. Για να συλλάβει κανείς το μέγεθος της χρεοκοπίας και την αδυναμία εξόδου από αυτήν στο όποιο προβλεπτό μέλλον, αρκεί να έχει υπόψη του ότι το συνολικό χρέος της Ελλάδας ανέρχεται αυτή τη στιγμή στα 340 δις ευρώ, δηλαδή φτάνει στα 147% του ΑΕΠ. Το χρέος αυτό διογκώνεται κάθε τρίμηνο, μεταξύ άλλων και με τη λήψη της δόσης από το προαναφερθέν δάνειο των 110 δις ευρώ που δόθηκε πέρσι. Οι αποφάσεις της ΕΕ του περασμένου Μάρτη είναι ότι πρέπει, χωρίς καμιά υποχώρηση πλέον, να εφαρμοστεί ο όρος του Μάαστριχτ που προβλέπει ότι το χρέος δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το 60% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι η συμμόρφωση της Ελλάδας με αυτό τον όρο συνεπάγεται μείωση αυτής της διαφοράς, του 87%, κατά το 1/20, ή 15 δις ευρώ ετησίως, δηλαδή, αποπληρωμή του χρέους μέσα σε είκοσι χρόνια, αρχίζοντας από το 2018 (μέχρι το 2038!!!). Αυτή η υπέρογκη δόση θα πρέπει, προφανώς, να εξοικονομείται από την αύξηση των εσόδων μέσω των περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεων της δημόσιας περιουσίας και από την περαιτέρω μείωση των δαπανών για μισθούς, συντάξεις, Κοινωνική Πρόνοια, Υγεία, Παιδεία κοκ….

Γνωρίζουμε όλοι ότι αυτή η κρίση δεν είναι ελληνική αλλά Ευρωπαϊκή και παγκόσμια. Ότι, μετά την Ελλάδα, μπήκε στο Μηχανισμό στήριξης ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ η Ιρλανδία και μόλις την περασμένη η εβδομάδα ζήτησε να μπει η Πορτογαλία. Εχει λεχθεί ότι έπεται η Ισπανία (η ομάδα των PIGS), ενώ μερικοί μιλούν για την Ιταλία και το Βέλγιο.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία, όπως θ΄ αναφερθούμε στη συνέχεια, για την όποια συζήτηση κάνουμε για την Ψυχική Υγεία στην σημερινή Ευρώπη. Για το τι σημαίνει Ψυχική Υγεία σ΄ αυτές τις συνθήκες.

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι από τα πρώτα θύματα αυτής της χωρίς προηγούμενο οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής είναι η Υγεία και η Παιδεία.

Στην Ελλάδα, η δημόσια υγεία καταρρέει, οι ανέκαθεν ανεπαρκείς υπηρεσίες της

ιδιωτικοποιούνται, ετοιμάζεται η συγχώνευση των δημόσιων νοσοκομείων (πρακτικά

το κλείσιμο μονάδων), η πρωτοβάθμια φροντίδας υγείας, που ήταν πάντα από ανύπαρκτη έως υποτυπώδης, τώρα κατακερματίζεται ακόμα περισσότερο και γίνεται ακόμα πιο σκιώδης, η στελέχωση με προσωπικό, που πάντα είχε μεγάλες ελλείψεις, ιδιαίτερα σε νοσηλευτές, γίνεται ακόμα χειρότερη, καθώς, βάσει των όρων που έχουν επιβληθεί για μείωση των δημόσιων δαπανών, σταματούν πλήρως οι προσλήψεις, δεδομένου ότι ο νέος κανόνας που επέβαλε η τρόϊκα ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ προβλέπει ότι για προσληφθεί ένας (1) στον δημόσιο τομέα πρέπει ν΄ αποχωρήσουν πρώτα πέντε (5), ενώ ήδη συζητείται το μηδέν (0) προς πέντε (5), ή το ένα (1) προς δέκα (10). Υπολογίζουμε, πχ, ότι το νοσοκομείο στο οποίο εργάζομαι, το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, σε δυο χρόνια θα αδυνατεί πλήρως να λειτουργήσει.

Επιπλέον, τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργούν όλο και περισσότερο με ιδιωτικοοικονομικούς όρους. Πχ, για να εξεταστεί κανείς σε δημόσιο νοσοκομείο πρέπει, πλέον, να πληρώνει. Ηδη από αυτή την εβδομάδα (11/4) δύο πανεπιστημιακά νοσοκομεία, που χρηματοδοτούνται όχι από τα Υπουργείο Υγείας, αλλά από το Υπουργείο Παιδείας έκλεισαν (κατ΄ αρχήν προσωρινά) γιατί το Υπουργείο σταμάτησε να τα επιχορηγεί. Δεν καταβάλλονται μισθοί, δεν υπάρχουν υλικά, φάρμακα κοκ. Το ένα από αυτά είναι το λίκνο της ελληνικής Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής, το Αιγινήτειο, που είχε ιδρυθεί το 1904. Πλήθος είναι οι μονάδες Ιδιωτικού Δικαίου που χρηματοδοτούνται από το κράτος, για ΑμΕΑ κοκ, οι οποίες βάζουν λουκέτο λόγω παύσης ή δραστικής μείωσης και ασυνεχούς χορήγηση μιας δραστικά μειωμένης χρηματοδότησης.

Είναι αυτή η κατάσταση της οικονομικής κατάρρευσης που έρχεται να συναντήσει την ήδη από μακρού σοβούσα κρίση του συστήματος Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα, την αποτυχία, δηλαδή, της ‘ψυχιατρικής μεταρρύθμισης’, εδώ και πάνω από 25 χρόνια και του εθνικού της προγράμματος, εδώ και 10 χρόνια (του περίφημου ‘Ψυχαργώς’), που δεν κατάφερε επ΄ ουδενί να δημιουργήσει ένα εναλλακτικό σύστημα θεσμών και πρακτικών, βασισμένων στην κοινότητα, το οποίο θα ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των ψυχικά πασχόντων (και των οικογενειών τους) για στήριξη μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Η ελληνική ‘ψυχιατρική μεταρρύθμιση’ είχε τον χαρακτήρα όχι μιας καθαυτό αποιδρυματοποίησης, αλλά, κυρίως, μετεγκατάστασης (transinstitutionalization) των ασθενών από τις πτέρυγες χρόνιας παραμονής στα ψυχιατρεία σε στεγαστικές μονάδες του δημοσίου ή ιδιωτικών «μη κερδοσκοπικών» εταιρειών, χωρίς το σύστημα, οι δομές του, η λειτουργία και η κουλτούρα του ν΄ αλλάζουν. Με συνθήκες σε αρκετές από αυτές τις δομές παρόμοιες με αυτές στα ψυχιατρεία, με μηχανικές καθηλώσεις, κλειδωμένες πόρτες και συχνά με την επιτήρηση από κάμερες.

Είναι χαρακτηριστικό της κατάστασης που διαμορφώθηκε στη Ελλάδα, της κουλτούρας που διέπει την λεγόμενη ‘ψυχιατρική μεταρρύθμιση’, ότι η ίδια η θεσμοθετημένη Επιτροπή για τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων δικαιολογεί τις μηχανικές καθηλώσεις ακόμα και μέσα στις στεγαστικές δομές και απλώς συνιστά οι κάμερες να μην είναι στα σαλόνια των δομών, αλλά μόνο στα δωμάτια απομόνωσης. Δεν είναι ν΄ απορεί κανείς, επομένως, γιατί το 55-60% των εισαγωγών στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας, στα ψυχιατρεία και στα γενικά νοσοκομεία, είναι ακούσιες και ένα μεγάλο ποσοστό από αυτές τις ακούσιες εισαγωγές, σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και το 50%, υφίσταται μηχανική καθήλωση, ενώ συχνά καθηλώνονται ακόμα και ασθενείς που εισάγονται εκούσια.

Η συρρίκνωση των μεγαλύτερων και το κλείσιμο τεσσάρων εκ των μικρότερων ψυχιατρείων, όλη αυτή την περίοδο, δεν συνοδεύτηκε από την δημιουργία κοινοτικών υπηρεσιών. Και πώς να υπάρξουν κοινοτικές υπηρεσίες όταν ούτε το κράτος ούτε, προπαντός, η ψυχιατρική κοινότητα ενδιαφέρθηκε στο ελάχιστο, ύστερα από 25 χρόνια υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, ούτε καν για το πιο στοιχειώδες, την αναγκαία (αν και ουδόλως, φυσικά, επαρκή) συνθήκη για τον όποιο μετασχηματισμό, που είναι η Τομεοποίηση των υπηρεσιών.

Μια άλλη παράμετρος ήταν ο ρόλος του λεγόμενου ιδιωτικού ‘μη κερδοσκοπικού’ τομέα στην Ελλάδα, που λειτούργησε με κρατική χρηματοδότηση, περισσότερο ως παρα-κυβερνητική παρά ως ‘μη κυβερνητική’ δραστηριότητα, συμβάλλοντας στην ιδιωτικοποίησης της ψυχικής υγείας (μέσω της ιδιωτικοποίησης και της επισφάλειας των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού τους), αλλά και στην αναπαραγωγή του κατακερματισμού και της παράλληλης και αποκομμένης (σε αντίθεση προς την εναλλακτική) δραστηριότητας σε σχέση με το υπάρχον ιδρυματικό σύστημα των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Χωρίς καμιά δική τους ανεξάρτητη βάση και χωρίς, οι περισσότερες εξ΄ αυτών, μια ιστορία στο χώρο της ψυχικής υγείας, λειτούργησαν πιο πολύ στην κατεύθυνση της απορρόφησης κονδυλίων και πολύ λιγότερο (έως και καθόλου) της ανάληψης της ευθύνης για απάντηση στις ανάγκες του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής. Αντί να επικεντρώσουν στην συμμετοχή τους σε κοινές δράσεις και σε συνέργειες, στη λογική του ‘τομέα ευθύνης’, ανέπτυξαν δραστηριότητες και δομές (κυρίως στεγαστικού χαρακτήρα, σπανιότερα άλλες) διάχυτα σε διάφορες περιοχές της χώρας, δομές που είχαν ως σημείο αναφοράς όχι τον όποιο τοπικό πληθυσμό, αλλά τις ανάγκες και επιδιώξεις της εκάστοτε εταιρείας (οικονομικές, διαχειριστικές, προτεραιοτήτων, στόχων, κουλτούρας, πόρων κοκ).

Μπορεί να μην υπήρξαν κοινοτικές υπηρεσίες που θα λειτουργούσαν εναλλακτικά στις λογικές του εγκλεισμού και της διαιωνιζόμενης ιδρυματικής βαρβαρότητας, υπήρξε, όμως, άνθηση των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών σε πολλές περιοχές της χώρας που ήρθαν να καλύψουν το κενό που άφησε η μείωση των κλινών ή και τα κλείσιμο των δημόσιων ψυχιατρείων χωρίς να δημιουργηθεί τίποτα στη θέση τους. Σε πολλές από αυτές υπάρχουν πληροφορίες ότι ασκούνται εξαιρετικά βίαιες μέθοδοι καταστολής των εγκλείστων. Η ίδια εικόνα, όμως, ήρθε πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας και από μια σειρά ιδρύματα σε διάφορες περιοχές της χώρας (Λεχαινά, Σιδηρόκαστρο κλπ) για παιδιά και ενήλικες με νοητική υστέρηση και πολλαπλές αναπηρίες. Παιδιά δεμένα, κλεισμένα σε κλουβιά, γυμνά, στην απόλυτη εξαθλίωση. Συνθήκες που 15 χρόνια μετά την ημιτελή μεταρρύθμιση του ψυχιατρείου της Λέρου, δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν την κατάσταση του εκεί ψυχιατρείου πριν ξεκινήσει η μεταρρύθμιση.

Αυτό, λοιπόν, στο οποίο έρχεται να επιδράσει η σημερινή οικονομική κρίση είναι ένα νεοιδρυματικό μοντέλο, το οποίο είναι ήδη σε κρίση, κατασταλτικό, δυσλειτουργικό και υποχρηματοδοτημένο.

Η μείωση, δηλαδή, της χρηματοδότησης και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει ο χώρος της ψυχικής υγείας, έχουν ξεκινήσει εδώ και μερικά χρόνια, όταν τέλειωσαν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις του προηγούμενου Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου στήριξης.

Γνωρίζοντας ότι η ελληνική ‘ψυχιατρική μεταρρύθμιση’, από την δεκαετία του 80 που ξεκίνησε, ταυτίστηκε με τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα της ΕΕ και ότι η ίδια η ΕΕ συνέπλευσε με τον στρεβλό, νεο-ιδρυματικό, γραφειοκρατικό χαρακτήρα (για χάρη της απορρόφησης κονδυλίων και μόνο) που πήρε αυτή η ’μεταρρύθμιση’, δεν μπορεί να κριθεί παρά ως αποκάλυπτα υποκριτικό το γεγονός ότι, όταν, εδώ και λίγα χρόνια, η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε αδυναμία και αρνήθηκε να στηρίξει με την αναγκαία επάρκεια την χρηματοδότηση των εκατοντάδων δομών που είχαν δημιουργηθεί μέσω των κοινοτικών προγραμμάτων, τα αρμόδια γραφεία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και διάφοροι Επίτροποι εμφανίστηκαν να ‘επιμένουν’ και να ‘πιέζουν’ για την τήρηση των δεσμεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, την ίδια στιγμή που σε άλλα, πιο αποφασιστικού χαρακτήρα επίπεδα, η ΕΕ υποχρέωνε την Ελλάδα στη λήψη σκληρών μέτρων περικοπής των δαπανών σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της Υγείας και της Ψυχικής Υγείας.

Οι πολιτικές που ακολούθησαν μετά την είσοδο της χώρας σε καθεστώς επιτήρησης από ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ έχουν οδηγήσει αυτό που ήταν ως τώρα, στην Ψυχική Υγεία, μια κατάσταση ‘στασιμότητας’ και ‘τέλματος’, σε μια διαδικασία πραγματικής κατεδάφισης του όλου συστήματος – όχι πια η συντήρηση του εξωραϊσμένου νεο-ιδρυματισμού, αλλά, κυριολεκτικά, η κατεδάφιση. Όχι μόνο η δημιουργία κοινοτικών υπηρεσιών, που είναι το ζητούμενο στην Ελλάδα, τίθεται πλέον εκτός συζήτησης, αλλά και οι νεο-ιδρυματικές δομές, ξενώνες, οικοτροφεία κοκ, με την δημιουργία των οποίων ταυτίστηκε η ελληνική ‘ψυχιατρική μεταρρύθμιση’, μπαίνουν σε άμεσο κίνδυνο να κλείσουν, να συγχωνευθούν κοκ, για πλείστους λόγους (έλλειψης προσωπικού, περικοπών κλπ). Το γεγονός ότι, πολύ πριν ξεσπάσει η τωρινή κρίση, οι δομές του ιδιωτικού, ‘μη κερδοσκοπικού’ τομέα δεν έπαιρναν παρά δραστικά μειωμένη και με μεγάλες ασυνέχειες την επιχορήγηση που τους όφειλε το κράτος (και το προσωπικό έμενε απλήρωτο για μήνες, ενώ το επίπεδο φροντίδας των ενοίκων ανάλογα υποβαθμιζόταν), δεν ήταν παρά το προοίμιο της σημερινής κατάστασης.

Οσο περισσότερο οι συνέπειες των οικονομικών μέτρων γίνονται αισθητές και πρόκειται περαιτέρω να πολλαπλασιαστούν, με αποτέλεσμα οι ψυχικά πάσχοντες να χάνουν όλα τα παραδοσιακά και οικογενειακά τους στηρίγματα που είχαν την προηγούμενη περίοδο,

Οσο, ταυτόχρονα, δεν υπάρχουν οι ολοκληρωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας και κοινωνικές για στήριξη στον τόπο κατοικίας,

Οσο, δηλαδή, δεν είναι δυνατό ν΄ απαντηθούν οι ανάγκες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τη στιγμή ακριβώς που πολλαπλασιάζονται και γίνονται πιο πολύπλοκες, τότε δεν απομένει, από μια ψυχιατρική που ποτέ δεν απέβαλε την ιδρυματική και ασυλική της θεωρία, πρακτική, δομή και λειτουργία, παρά η κατασταλτική τους αντιμετώπιση, μέρος της οποίας είναι και η εγκατάλειψή τους στο δρόμο.

Σε μια κατάσταση που θυμίζει αυτή που διαμορφώθηκε στην κοινωνία και στην ψυχιατρική την δεκαετία του 30, δεν μπορεί κανείς να περιμένει από μια κυβέρνηση και ένα Υπουργείο, που ως μοναδικό μέλημα έχει τις περικοπές αδιαφορώντας για το όποιο ανθρώπινο κόστος, που η μόνη του πολιτική για την Υγεία δεν είναι άλλη από αυτό που θα διαμορφωθεί, ή που θ΄ απομείνει μετά από μια διαδικασία περικοπών που δεν έχουν τέλος, να μπει σ΄ ένα διάλογο για ένα σχέδιο και ένα προγραμματισμό για την Ψυχική Υγεία. Τώρα περισσότερο από ποτέ η κινητοποίηση της κοινωνίας και για την Ψυχική Υγεία τίθεται ως προϋπόθεση για τον όποιο μετασχηματισμό και την υπεράσπιση των βασικών δικαιωμάτων. Αλλωστε και το κίνημα του Basaglia και ο νόμος 180 δεν θα μπορούν να ειδωθούν ανεξάρτητα από το Μάη του 68 και τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην Ιταλία της δεκαετίας του 70.

Ενα διεθνές δίκτυο για την προώθηση και στήριξη των λεγόμενων ‘καλών πρακτικών’, στο βαθμό που αποφασιστικά και εν τη ουσία (και όχι επιδερμικά και προσχηματικά) παρεμβαίνει, είναι πάντα ένα χρήσιμο εργαλείο, ιδιαίτερα για όσους προσπαθούν εντός των θεσμών, σε διάφορες χώρες, απομονωμένοι, μέσα σε εχθρικό περιβάλλον. Ωστόσο αυτό, από μόνο του, δεν αρκεί. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η κοινωνική και πολιτική πάλη είναι αποφασιστικού χαρακτήρα. Τα να μπει, δηλαδή, στην ημερήσια διάταξη, μέσα στις σημερινές, εντελώς διαφορετικές συνθήκες, αυτό για το οποίο μιλούσε και ο Basaglia, όσον αφορά την προσπάθεια για το ριζικό μετασχηματισμό των ψυχιατρικών θεσμών: το συνδυασμό, δηλαδή, της πάλης ‘από μέσα’ και ‘απ΄ έξω’. Της δουλειάς για το μετασχηματισμό από ‘μέσα’ (την απεξάρθρωση και την υπέρβαση του κατασταλτικού μηχανισμού), με τα κοινωνικά κινήματα ‘απ΄ έξω’. Η Αποιδρυματοποίηση, ως μια διαρκής διαδικασία, που δεν σταματάει στο γκρέμισμα των τοίχων του ασύλου, αλλά κινείται πρακτικά στην ανατροπή του ‘ενός τοίχου μετά τον άλλο’, θέτει εξ αντικειμένου σε αμφισβήτηση την ίδια τη δομή της δεδομένης Κοινωνικής Τάξης. Μια κοινωνία δεν μπορεί να είναι ελεύθερη στο βαθμό που και τα άτομα που αποκαλούνται ‘ψυχικά πάσχονες’, το ίδιο όπως και οι μετανάστες και όλοι οι αποκλεισμένοι (εξαιτίας της δομής και της λειτουργίας) αυτής της Κοινωνικής Τάξης, δεν είναι, επίσης, πραγματικά ελεύθεροι. Πραγματικά ελεύθεροι σημαίνει ν΄ απολαμβάνουν πλήρη δικαιώματα – δικαιώματα, δηλαδή, που δεν μένουν στις διακηρύξεις, αλλά στηρίζονται υλικά, κοινωνικά, σχεσιακά, θεσμικά, νομοθετικά.

Είναι εδώ, στο ζήτημα του ‘κοινωνικού χώρου’ για τον ‘ψυχικά πάσχοντα’, για την τρέλα, για τον μετανάστη, τον ‘διαφορετικό’, τον κάθε ‘απόβλητο της παγκοσμιοποίησης’, που αποκτά την πλήρη σημασία και αναγκαιότητά της εκείνη η κοινωνική συνθήκη που καθιστά δυνατή την ελευθερία του καθενός ως προϋπόθεση της ελευθερίας του κάθε άλλου.

Σε κάθε περίπτωση, παραμένουν ως κεντρικά ζητήματα διεκδίκησης, σχεδιασμού και

προγραμματισμού για το ριζικό μετασχηματισμό του συστήματος Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα:

- η διασφάλιση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της ψυχικής υγείας, που πρέπει να παρέχεται ισότιμα σε όλους, σε συνθήκες διαλόγου και ελεύθερης επικοινωνίας (άρα οι προϋποθέσεις κουλτούρας και πλέγματος υπηρεσιών για τη δυνατότητα μιας τέτοιας επικοινωνίας) με αποφασιστικό έλεγχο των λειτουργών, των «ληπτών», των οικογενειών.

-οι «ανοιχτές πόρτες» και η κατάργηση των πρακτικών του εγκλεισμού και των μεθόδων της ιδρυματικής βίας (μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης),

-το κλείσιμο όλων των ψυχιατρείων, ως διαδικασία Αποιδρυματοποίησης, ενάντια σε λογικές και πρακτικές Απονοσοκομειοποίησης – με την βαθμιαία μεταφορά όλων των κλινών των νοσηλευτικών μονάδων των ψυχιατρείων σε γενικά νοσοκομεία (υπό όρους λειτουργίας των ψυχιατρικών κλινικών στα γενικά νοσοκομεία ριζικά διαφορετικούς από τους σημερινούς, που είναι ομοειδείς προς αυτούς των ψυχιατρείων) και σε ΚΨΥ που πρέπει να ιδρυθούν. Το κλείσιμο των ψυχιατρείων δεν προηγείται ούτε έπεται της ίδρυσης των κοινοτικών υπηρεσιών. Είναι συνυφασμένο με τις διαδικασίες και τις πρακτικές Αποιδρυματοποίησης στο εσωτερικό του κλειστού ιδρύματος (ως υπέρβασης και όχι απλής κατάργησής του), προϊόν των οποίων θα πρέπει να είναι, επίσης, η μετάβαση του προσωπικού, από φυλακτικούς ρόλους εντός του κλειστού ιδρύματος σε θεραπευτικούς ρόλους στις νέες κοινοτικές και νοσοκομειακές δομές (με την ταυτόχρονη διασφάλιση όλων των εργασιακών του δικαιωμάτων). Το κλείσιμο των ψυχιατρείων είναι προϊόν αυτών των διαδικασιών και πηγαίνει παράλληλα και σε συνάρτηση με την ίδρυση και λειτουργία των κοινοτικών υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψιν, σε κάθε βήμα, η διαδικασία υπέρβασης (και όχι, επαναλαμβάνουμε, απλής κατάργησης) του κλειστού ιδρύματος (της όποιας κλειστής μονάδας, της μιας μετά την άλλη, εντός αυτού) συνεπάγεται την ίδρυση και λειτουργία επαρκών, ολοκληρωμένων και ριζικά εναλλακτικών κοινοτικών

υπηρεσιών.

άμεση εφαρμογή μιας πραγματικής Τομεοποίησης (τομείς το πολύ των 100.000 κατοίκων) σε όλη τη χώρα, με υποχρέωση όλων των υπηρεσιών να λειτουργήσουν στη βάση της «ευθύνης για τις ανάγκες του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής». Ιδρυση ΚΨΥ σε κάθε τομέα, με 24ωρη λειτουργία, 7 ημέρες την εβδομάδα, σε οργανική και λειτουργική διασύνδεση με όλες τις μονάδες ψυχικής υγείας του τομέα (νοσοκομειακές κοκ) και με δυνατότητα παροχής ολοκληρωμένων υπηρεσιών.

-η εφαρμογή του νόμου για την αναγκαστική νοσηλεία, που πρέπει να γίνεται από υγειονομική υπηρεσία, ως η έσχατη λύση και αφού αποδεδειγμένα έχει γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποφυγή της.

κατοχύρωση των δικαιωμάτων σε όλα τα επίπεδα και σε κάθε στιγμή της επαφής του ψυχικά πάσχοντος ατόμου με την υπηρεσία, ενδονοσοκομειακή ή εξωνοσοκομειακή.

- η δημιουργία θέσεων εργασίας, με κανονική αμοιβή. Στήριξη των ΚΟΙΣΠΕ.

- η ανάδειξη και ενίσχυση του ρόλου των ‘νέων υποκειμένων’, χρηστών των υπηρεσιών και οικογενειών.

- η ανάληψη από το Δημόσιο όλων των δομών στέγασης, των κινητών μονάδων των κέντρων ημέρας κλπ, που εν είδει εργολαβίας παραχωρήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα.

- οι προσλήψεις προσωπικού, ιδιαίτερα νοσηλευτικού, αλλά και άλλων ειδικοτήτων, στον αριθμό που απαιτούν οι τρέχουσες ανάγκες, σε συνάρτηση με αυτές του μετασχηματισμού και η κατάλληλη εκπαίδευσή του

- η επαρκής χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό σημαίνει, εκτός από την μεταφορά των πόρων από τις νοσοκομειακές φυλακτικές δομές στις κοινοτικές και ταυτόχρονη ουσιαστική αύξηση των διατιθέμενων πόρων για την ψυχική υγεία, η οποία ήταν πάντα άκρως υποχρηματοδοτημένη.

Θ. Μεγαλοοικονόμου

*Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στην διεθνή συνάντηση ”Beyond the walls: the transition frοm hospital to community based care. International Collaboration in Mental Health”, που έγινε στη Τεργέστη, στις 13-16 Απριλίου 2011.


Γνωρίζουμε ότι η αναφορά στο «κλείσιμο των ψυχιατρείων» από την δεκαετία του 60, αρχικά σε ορισμένες και βαθμιαία σε όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ήταν συχνά η κατευθυντήρια προοπτική, η πυξίδα, των περισσότερων μεταρρυθμιστικών προσπαθειών και σχεδιασμών στο χώρο της ψυχικής υγείας. Ένα σημείο αναφοράς σε σχέση με τον εν τέλει επιδιωκόμενο στόχο, που, στην Ελλάδα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ήταν μια, λίγο ως πολύ, ασαφής και αόριστη, ή και απλώς φραστική, αναφορά, περισσότερο ως έκφραση ενός ευσεβούς πόθου, παρά ως ενός συγκεκριμένου μετασχηματισμού της επικρατούσας ψυχιατρικής κουλτούρας και πρακτικής και σχεδιασμού των συγκεκριμένων βημάτων μια βαθμιαίας μετάβασης που οδηγεί από το ψυχιατρικό ίδρυμα σε ένα εναλλακτικό, ολοκληρωμένο και κοινοτικά εδραιωμένο, σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ως η επικεφαλίδα ενός άσχετου ή και αντίθετου προς αυτήν κειμένου.

Υπήρχαν πάντα οι απόψεις, πλειοψηφούσες στην Ελλάδα (και γερά ριζωμένες στις πανεπιστημιακές σχολές), που έβλεπαν με μεγάλο σκεπτικισμό ακόμα και την απλή αναφορά στο «κλείσιμο των ψυχιατρείων» και προτιμούσαν την εξανθρωπισμένη διατήρησή τους, συμπληρωματικά προς έναν, άλλοτε άλλο, αστερισμό κοινοτικών υπηρεσιών. Το ψυχιατρικό νοσοκομείο εξακολούθησε όλα τα αυτά χρόνια ν΄ αντιπροσωπεύει (όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλες, σχεδόν, τις ευρωπαϊκές χώρες) την πιο ανάγλυφη έκφραση της κουλτούρας και της πρακτικής της κατεστημένης ψυχιατρικής, την πιο δραματική της αντίφαση, στο βαθμό που οι θεραπευτικές της αξιώσεις και φιλοδοξίες συνδέονται, ή και συγχέονται (μέχρι της πλήρους, συχνά, ακύρωσής τους), με τις πρακτικές του κοινωνικού ελέγχου που ασκείται διαμέσου του ψυχιατρείου. Ενός θεσμού που λειτουργεί, από καταβολής του και ως εκ της φύσεώς του, ως το απαραίτητο εργαλείο σε μια θεωρητική, κλινική, διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση που, στο ίδιο το εκάστοτε σκεπτικό της, διαπλέκεται με τις λογικές (και ριζώνει πάνω στο έδαφος) της επικινδυνότητας - κατευθύνοντας και τροφοδοτώντας τη σχετική νομοθεσία, αλληλεπιδρώντας και εν τέλει λειτουργώντας από κοινού με αυτήν.

Παρόλη τη συζήτηση και τη φιλολογία για τα «κλείσιμο των ψυχιατρείων», πάνω από το 60% των ψυχιατρικών κλινών στην Ευρώπη βρίσκονται ακόμη σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, παρά την 50χρονη περίπου παρουσία και τις προσπάθειες κινημάτων για την Αποιδρυματοποίηση και παρά την ύπαρξη επίσημα διακηρυγμένων πολιτικών, σχετικών νομοθεσιών και διαφόρων προγραμμάτων σε πολλές χώρες. Ο δρόμος προς ένα ριζικά και ολοκληρωμένα μετασχηματισμένο σύστημα ψυχικής υγείας, πέρα, δηλαδή, από τις λογικές, τις πρακτικές και τις δομές του εγκλεισμού, της απλής διαχείρισης και της θεραπευτικής εγκατάλειψης, φαίνεται ότι, στην πραγματικότητα είναι, όχι απλώς πολύ μακρύς, αλλά μάλλον ασύμβατος με τις ανάγκες του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού συστήματος, ιδιαίτερα σ΄ αυτή την περίοδο της πιο βαθιάς και καταστροφικής κρίσης στην ιστορία του.*

Γνωρίζουμε ότι το «κλείσιμο του ψυχιατρείου», με αφετηρία τις ΗΠΑ, εδώ και 50 περίπου χρόνια, αντιμετωπίστηκε συχνά και εφαρμόστηκε στη βάση μιας λογικής κατάργησης, εις βάρος των «ασθενών» (που γενικά έμεναν ακάλυπτοι από την όποια φροντίδα και, σε πολλές περιπτώσεις, απλώς πετάχτηκαν στο δρόμο), αλλά και του προσωπικού (που σε πολλές περιπτώσεις απολύθηκε). Η ίδια η έννοια της Αποιδρυματοποίησης ταυτίστηκε (και δυσφημίστηκε), ήδη από εκείνη την περίοδο στις ΗΠΑ (και συγκεκριμένα όταν ο μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ Ρ. Ρήγκαν ήταν, στη δεκαετία του 60, κυβερνήτης της Καλιφόρνια, αλλά και πολλές φορές έκτοτε σε διάφορες χώρες, μέχρι και σήμερα), με αυτή την αντίληψη και εφαρμογή του «κλεισίματος» ως κατάργησης. Ηταν γι΄ αυτό, πρωτίστως, το λόγο που η έννοια της Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (Rehabilitation) ήρθε, στις ΗΠΑ και σ΄ άλλες χώρες, να «διορθώσει» (αντικαθιστώντας την και ως όρο) την δυσφημισμένη «Αποιδρυματοποίηση».

Αντίθετα, Αποιδρυματοποίηση σήμαινε (όπου πραγματικά εφαρμόστηκε) την μετατροπή του «ψυχιατρικού παραδείγματος», σε σύνδεση με τον μετασχηματισμό του θεσμού, στην κατεύθυνση της υπέρβασης (και όχι της απλής κατάργησης) του ψυχιατρείου, μέσω της οικοδόμησης, αφενός, μιας εναλλακτικής κουλτούρας για την προσέγγιση στον ψυχικό πόνο και στον πάσχοντα «άλλο» και, αφετέρου, ταυτόχρονα, ενός ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών για την θεραπευτική και ψυχοκοινωνική στήριξη του προσώπου στον τόπο κατοικίας και, γενικά, εντός του κοινωνικού ιστού.

Ως Αποιδρυματοποίηση εννοούμε, επομένως, την διαδικασία που έχει ως στόχο τον σταδιακό μετασχηματισμό των συνθηκών ζωής, θεραπείας και φροντίδας, καθώς και των σχέσεων εξουσίας, έτσι ώστε να γίνει δυνατή, αφενός, η επανάκτηση και αφετέρου, η επέκταση των δικαιωμάτων του προσώπου, ταυτόχρονα με την προοδευτική αντικατάσταση των κανόνων του εγκλεισμού από διαδικασίες που βασίζονται στην διαπραγμάτευση μεταξύ «ασθενών» και επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Προφανώς, οι στρατηγικές για την Αποιδρυματοποίηση συνεπάγονται διαδικασίες, εργαλεία και μεθόδους που, κατά τόπους, μπορεί να διαφέρουν σε άλλοτε άλλο βαθμό μεταξύ τους - διαφορές που οφείλονται σε μεγάλο βαθμό και στις γενικές πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες μέσα σε μια δεδομένη χώρα. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο και ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, υπάρχουν μερικές παράμετροι που, διαμέσου αυτών των ιδιαιτεροτήτων, συναρθρώνουν την ειδοποιό διάκριση, αυτήν ακριβώς που συνιστά και χαρακτηρίζει μια διαδικασία μετασχηματισμού ως Αποιδρυματοποίηση και όχι ως διοικητικό άδειασμα ή απλή μεταστέγαση (transinstitutionalization).

Αυτές οι παράμετροι συνίστανται : στην εξάλειψη της διάστασης του ολοκληρωτικού ελέγχου από το ίδρυμα, στην εγκατάλειψη της κουλτούρας του ψυχιατρικού εγκλεισμού, στην λήψη μέτρων για κοινωνική επανένταξη, στην καθολική στήριξη στο πρόσωπο, στην σταδιακή αποκατάσταση όλων των δικαιωμάτων, σε πρωτοβουλίες για ανεξαρτητοποίηση, στην συμμετοχή της ευρύτερης κοινωνίας, στον αγώνα ενάντια στο στίγμα και στην εγκατάλειψη/ξεπέρασμα των μονοδιάστατων προσεγγίσεων π.χ. βιολογικών, ψυχολογικών κ.α.

Συστατικό στοιχείο της διαδικασίας της Αποιδρυματοποίησης των ψυχιατρείων είναι η συμμετοχή της ευρύτερης κοινωνίας και ο ενεργός, πρωταγωνιστικός ρόλος των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, καθώς και των άμεσα ενδιαφερομένων «ασθενών». Η μη συμμετοχή, ή ο περιθωριακός ρόλος, των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, όπως και των «ασθενών», συμβαδίζει με διαδικασίες που συνίστανται σ΄ ένα καθαρά διοικητικό κλείσιμο και άδειασμα των νοσοκομείων - διαδικασίες οι οποίες χαράζονται, αποφασίζονται και τίθενται σε εφαρμογή από αυτούς που χαράζουν την εκάστοτε πολιτική.

Σήμερα, όχι μόνο φαίνεται ως αδιανόητο το να προσδοκά κανείς πολιτικές «από τα πάνω» και πρακτικές για το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» με την ως άνω έννοια της υπέρβασής του, αλλά και η ίδια η αναφορά της λέξης «κλείσιμο», αφενός, σηματοδοτεί εκείνη την παράδοση του «κλεισίματος» που είναι γνωστή ως Απονοσοκομειοποίηση και αφετέρου, συνδέεται με τις πολιτικές των περικοπών και της αποδόμησης του δημόσιου συστήματος της Υγείας, αποκτώντας ακόμα πιο απειλητικά και επικίνδυνα χαρακτηριστικά. Η όποια συζήτηση με αναφορά στο «κλείσιμο του ψυχιατρείου», όταν της δίνεται χρόνος και ‘χώρος’ να υπάρξει μέσα στην δίνη του κοινωνικού κλονισμού που προκαλεί η διαδοχική εφαρμογή των ολοένα και πιο αυστηρών μνημονίων, μπορεί να γίνεται από εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη, καθιστώντας ύποπτο, ως προς τις προθέσεις του, όποιον και από όποια σκοπιά την προβάλλει.

Και πώς να υπάρξει η όποια εμπιστοσύνη για τις «άνωθεν» προθέσεις στην όποια συζήτηση τυχόν γινόταν για το «κλείσιμο του ψυχιατρείου», τους σχεδιασμούς και τις υποσχέσεις για την αντικατάστασή του από «κάτι άλλο», όταν όχι μόνο υπάρχει πλήρης απουσία της όποιας πολιτικής για την ψυχική υγεία (πέραν των περικοπών και κάποιων κατακερματισμένων ενεργειών μέσω ΕΣΠΑ, για λόγους καθαρά απορρόφησης κονδυλίων), αλλά και δεν έχει καν γίνει δυνατό ν΄ αλλάξει ο οργανισμός των ψυχιατρείων που έχουν κλείσει, εδώ και χρόνια, τελείως, όπως στα Χανιά, ή διατηρώντας απλώς μια μονάδα «οξέων», όπως στην Κατερίνη και στην Κέρκυρα – ν΄ αλλάξει, δηλαδή, στην κατεύθυνση της οργάνωσης ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, διασυνδεδεμένου με μονάδα νοσηλείας στο γενικό νοσοκομείο, διασφαλίζοντας τις θέσεις και τα κεκτημένα του προσωπικού.

Γιατί «κλείσιμο» του ψυχιατρείου σημαίνει μετασχηματισμό των δημόσιων υπηρεσιών και όχι ιδιωτικοποίησή τους. Σημαίνει εξάλειψη της οποιουδήποτε είδους ιδιωτικής επιχειρηματικότητας από την ψυχική υγεία, ξεκαθαρίζοντας ότι η ψυχική υγεία (όπως και η υγεία γενικότερα) είναι δημόσιο αγαθό και, ως τέτοιο, αφορά τόσο την δωρεάν λήψη της υπηρεσίας από τον χρήστη, όσο και την δημόσια και μόνιμη θέση εργασίας του παρέχοντος την υπηρεσία.

Μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν οι γνωστές ως «ιδρυματικές αντιστάσεις» και «ακαμψίες» (η ιδρυματική κουλτούρα και πρακτική), που, σε όλα τα επίπεδα, αντιστρατεύονταν τις όποιες διαδικασίες Αποιδρυματοποίησης - αντιστάσεις των οποίων η υπέρβαση (και όχι η απλή εξάλειψη) ήταν τρόπος ύπαρξης και νοήματος των πρακτικών μιας πραγματικής διαδικασίας Αποιδρυματοποίησης. Σήμερα, σ΄ αυτές τις παραδοσιακές, δομικές αντιστάσεις έρχεται να προστεθεί, αφενός, η εργασιακή ασφάλεια των λειτουργών, με το δημόσιο ίδρυμα (τον οργανισμό του) να φαντασιώνεται ως οχυρό (όσο σαθρό κι΄ αν είναι στην πραγματικότητα) για την διασφάλιση των θέσεων εργασίας και αφετέρου, η άκρως αναξιόπιστη, νεοφιλελεύθερη πολιτική των εντολοδόχων της τρόικας, οι οποίοι, χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, καμιά πολιτική για την ψυχική υγεία (όπως και για οτιδήποτε άλλο αφορά υγεία, κοινωνική πολιτική κλπ), έχουν ανάγει την όποια πολιτική, στον όποιο τομέα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για παραδοσιακά συντηρητικής, ή ψευδεπίγραφα «καινοτόμου» και «εκσυγχρονιστικής» κατεύθυνσης (παίρνοντας και τα σχετικά εύσημα από τους όποιους αφελείς), σε μια στυγνή λογιστική των περικοπών. Είναι αυτό που πρέπει να περικοπεί - και σε ποιά έκταση - που συγκροτεί την τρέχουσα πολιτική - και, αντιστοίχως, του τίθεται ένα όνομα.

Καθώς η Ψυχιατρική λειτουργεί εντός του δοσμένου κοινωνικού συστήματος, η κοινωνική τάξη (οι κανόνες) για την διατήρηση της δομής του οποίου (το πόσο είναι ανοικτή και ανεκτική ή, αντίθετα, σφιχτή, ασφυκτική και κατασταλτική) εξαρτάται από το εκάστοτε εύρος των αναγκών στις οποίες είναι σε θέση ν΄ απαντήσει (ή, αντίστροφα, να διαχειριστεί ή να καταστείλει). Αυτοί οι κανόνες (και η αντίστοιχη κουλτούρα και το σύστημα αξιών που τους συνοδεύει), οι οποίοι προσδιορίζουν το εκάστοτε «κανονικό» και «μη κανονικό» (και περαιτέρω, το εύρος αυτού που γίνεται δεκτό ως φυσιολογικό, ή, αντίθετα, ταξινομείται ως παθολογικό), διαπερνούν και τους ορισμούς της ψυχιατρικής για το «κανονικό» και το «μη κανονικό», όπως και τις αντίστοιχες πρακτικές και τους τρόπους θεραπείας και ελέγχου των «μη κανονικών» συμπεριφορών. Είναι, επομένως, αναμενόμενο ότι, μια ψυχιατρική που δεν έχει αμφισβητήσει το παραδοσιακό της «παράδειγμα», στη βάση του οποίου λειτουργεί και η οποία βρίσκεται, πλέον, ανάμεσα, από τη μια, σε μια ραγδαία κλιμάκωση της έκτασης (στον πληθυσμό) και της έντασης των εκδηλώσεων του ψυχικού πόνου (πόνου που κλιμακώνουν το εύρος και το βάθος των αναπάντητων και κατασταλμένων αναγκών εν μέσω της κρίσης) και, από την άλλη, σε μια προϊούσα αποδυνάμωση των υπηρεσιών και των, πέραν της καταστολής και του εγκλεισμού, θεραπευτικών δυνατοτήτων - μια ψυχιατρική σ΄ αυτή τη θέση, αδυνατώντας ν΄ «απαντήσει», δυσκολευόμενη ακόμα και να διαχειριστεί, καταφεύγει (και πρόκειται να καταφεύγει όλο και περισσότερο) σ΄ αυτό που εγγενώς την συνοδεύει και που σ'αυτούς τους καιρούς είναι δυνατό να παρουσιαστεί ως η μόνη δυνατότητα, δηλαδή, στην κατασταλτική πρακτική.

Είναι πιθανόν, μάλιστα, μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες και καθώς καταρρέει το όλο σαθρό και στρεβλό οικοδόμημα του πάλαι ποτέ «Ψυχαργώς», τόσο στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα, όσο και στον δημόσιο (οι στεγαστικές δομές του οποίου, από πολλές πλευρές, εκτιμώνται ως «πολλές», «ακριβές», «αναποτελεσματικές» και «έχουσες ανάγκη αξιολόγησης» – με την έννοια που εννοούν την «αξιολόγηση» οι εντεταλμένοι των δραστικών οικονομικών περικοπών), ότι αυτοί που μετά χαράς θα έκλειναν τα ψυχιατρεία, με τη ρηγκανική λογική, πετώντας τους ασθενείς στο δρόμο, ίσως τώρα τα χρειαστούν για να ξαναβάλουν μέσα αυτούς που τα προηγούμενα χρόνια είχαν μεταστεγάσει σε στεγαστικές δομές και όχι μόνο (αν συνυπολογίσουμε και κάποιες από τις δομές της Πρόνοιας). Ο τρόπος, όμως, που τα διατηρούν ακόμα, μοιάζει σαν να τα κλείνουν. Τα αποδυναμώνουν, τα αναδιαρθρώνουν, τα συρρικνώνουν, δημιουργούν συνωστισμένα τμήματα που θυμίζουν το προ δεκαετίας παρελθόν (60-80 νοσηλευόμενοι σε τμήμα χρόνιας παραμονής ή σε γηροψυχιατρικό, με 16 άτομα προσωπικό), τα μετατρέπουν σε σκιά του προ ολίγων ετών εαυτού τους, σε κατάσταση αναμονής για την «μεγάλη επιστροφή»…. Μια επιστροφή που ορισμένοι πιθανόν και να εύχονται γιατί «μας κάνει απαραίτητους και μας διασφαλίζει την θέση εργασίας»!!! «Κλείσιμο» και «διατήρηση» (σε μια φυλακτικού τύπου παλινδρόμηση) σε ισοδυναμία, ως μια και η αυτή διαδικασία.

Το να βγει, επομένως, εκτός συζήτησης το ζήτημα του «κλεισίματος του ψυχιατρείου» (με την έννοια της υπέρβασης), σημαίνει, ειδικά σ΄ αυτή την εποχή, σύμπλευση με τις λογικές της καταστολής και εγκλωβισμό στις συνθήκες και τους όρους που την καθιστούν αναπόφευκτη και «φυσιολογική». Γιατί, το πάμε «πέρα από το ψυχιατρείο» δεν είναι το να βγούμε έξω από ένα κτίριο, από ένα νοσοκομείο, αλλά ένας μετασχηματισμός των σχέσεων, στη βάση και μόνο του οποίου μπορούμε να είμαστε πραγματικά θεραπευτικοί με τους ασθενείς μας. Η στιγμή που είναι πραγματικά θεραπευτική μέσα στο ψυχιατρείο είναι αυτή η στιγμή που αμφισβητεί την λογική της λειτουργίας του, τις εξουσίες και τις ιεραρχίες που το διέπουν, την επικινδυνότητα και ό,τι αυτή συνεπάγεται από οργανωτικής πλευράς και από πλευράς δήθεν «πρόληψής» της, την μαζική διαχείριση, την απροσωποποίηση, την παθολογικοποίηση κοκ.

«Κλείσιμο του ψυχιατρείου» σημαίνει την κατάργηση της χρήσης βίας, των καθηλώσεων και των απομονώσεων ως μορφής θεσμικής επιβολής της Ψυχιατρικής. Σημαίνει αλλαγή της κουλτούρας και της ιδρυματικής συμπεριφοράς, εξατομικευμένη απάντηση στις ανάγκες του ασθενή. Σημαίνει, περαιτέρω, δημιουργία συμμετοχικής ατμόσφαιρας, συνθηκών ελευθερίας και διατήρηση της ανεξαρτησίας.

Η δουλειά, ωστόσο, μέσα στο ολοπαγές ίδρυμα δεν σημαίνει ούτε ότι θα κλείσει από μόνο του (σαν από «φυσικό θάνατο»), ούτε ότι θα πρέπει να αναμένεται μια έξωθεν και άνωθεν απόφαση. Το «κλείσιμο» πρέπει να οργανωθεί από το σύνολο των υποκειμένων που έχουν εμπλακεί στην διαδικασία μετασχηματισμού του, λειτουργών και ασθενών.

Το «κλείσιμο» σημαίνει, μ’ άλλα λόγια, τον σχεδιασμό και την πρακτική οργάνωσή του. Δηλαδή, την Τομεοποίηση (πραγματική και όχι επί χάρτου), βαθμιαία μεταφορά υπηρεσιών από «μέσα έξω», μέσω της αντίστοιχης μεταφοράς οικονομικών πόρων και προσωπικού, με διασφάλιση των κεκτημένων και της ασφάλειας της θέσης εργασίας, αλλά και με περαιτέρω προσλήψεις γιατί, μια υποτιθέμενη επιχείρηση «κλεισίματος» στο σύνολο του ψυχιατρείου, θα απαιτήσει προσλήψεις προσωπικού όλων των ειδικοτήτων. Αλλωστε, οι τομείς (ΤΟΨΥ), για να είναι ουσιαστική η παρέμβαση, εντός αυτών, των θεραπευτικών ομάδων, δεν πρέπει να ξεπερνούν τις 100.000 κατοίκους, διαθέτοντας ο καθένας ένα πλήρες φάσμα διασυνδεδεμένων υπηρεσιών, με το ΚΨΥ (με κλίνες νοσηλείας) ως επίκεντρο, μονάδα νοσηλείας σε γενικό νοσοκομείο, στεγαστικές δομές, εργασιακές δομές κοκ, ικανών να παράσχουν περίθαλψη στον πληθυσμό, δίνοντας έμφαση στην ανάρρωση (recovery) και στην επανένταξη.

Η μεταφορά των πόρων από «μέσα έξω» πρέπει, εκτός από τις κοινοτικές υπηρεσίες, να έχει, επίσης, προορισμό όχι μόνο τις νέες υπηρεσίες, αλλά και απευθείας τον χρήστη των υπηρεσιών, στον οποίο πρέπει να παρέχεται η εγγύηση της ασφαλούς και αξιοπρεπούς διαβίωσης στην κοινότητα μέσω οικονομικών πόρων διατεθειμένων για επιχορηγήσεις που αφορούν στην εκπαίδευση, στην κατοικία, στην υποστήριξη της δημιουργίας κοινωνικών επιχειρήσεων/συνεργατικών κλπ).

«Κλείσιμο του ψυχιατρείου» σημαίνει, ακόμα, συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας, καταπολέμηση του στίγματος, ενσωμάτωση της Ψυχικής Υγείας μέσα στο σύστημα της Υγείας γενικά (το οποίο, επίσης, είναι, σ΄ αυτή τη χώρα, ανεπαρκές, κατακερματισμένο και υπό κατάρρευση).

«Κλείσιμο του ψυχιατρείου» σημαίνει, επίσης, την ενδυνάμωση και την αναδιάρθρωση των συστημάτων Πρόνοιας και την δομική και λειτουργική διασύνδεσή τους με την Ψυχική Υγεία, με τρόπο ώστε να υπάρχει έμπρακτη αναγνώριση των κοινωνικών δικαιωμάτων μέσω και της αποτελεσματικής και οργανωμένης στήριξης του προσώπου στον τομέα της κατοικίας, της εργασίας, του ελεύθερου χρόνου, της εκπαίδευσης και της πολιτιστικής επιμόρφωσης. Χωρίς αυτή την παράμετρο, όταν η προνοιακή παρέμβαση ανάγεται (μέσω του γνωστού επιδόματος, η χορήγηση του οποίου γίνεται όλο και πιο δύσκολη λόγω μνημονίου) στην επιδότηση της στέρησης και της εξαθλίωσης, υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας νέων διαδρομών περιθωριοποίησης και αποκλεισμού, όπως, άλλωστε, βλέπουμε να συμβαίνει σ΄ αυτή τη χώρα, με το ανέκαθεν ουσιαστικά ανύπαρκτο προνοιακό σύστημα, ήδη προ του ξεσπάσματος της τωρινής κρίσης,

«Το κλείσιμο», εν τέλει, του ψυχιατρείου πρέπει να συμβεί ταυτόχρονα (ούτε πριν, ούτε, προπαντός σ΄ ένα αόριστο «μετά», αλλά ταυτόχρονα), σε μια πλήρη συγχρονικότητα κατάργησης του παλιού και οικοδόμησης του καινούργιου, με την δημιουργία δικτύου (δημόσιων και δωρεάν) υπηρεσιών, τομεοποιημένων, ολοκληρωμένων και πλήρως εναλλακτικών προς το ψυχιατρείο. Καμιά παλιά υπηρεσία δεν παύει την λειτουργία της αν ταυτόχρονα με την παύση αυτή, δεν έχει ήδη ετοιμαστεί και τεθεί σε λειτουργία η καινούργια, που θα την αντικαταστήσει.

Ένα τελευταίο σχόλιο είναι το εξής. Ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς σε διάφορες χώρες, και στην Ελλάδα, για την υποστήριξη και αποδοχή, από τους εκάστοτε κυβερνώντες, των μεταρρυθμιστικών δραστηριοτήτων, ήταν ότι η κοινοτική ψυχική υγεία κοστίζει λιγότερο από το ιδρυματικό νοσοκομειακό σύστημα. Πράγματι, τα δεδομένα από έναν αριθμό εμπειριών στην Ιταλία (των πιο πρωτοποριακών και ολοκληρωμένων), αλλά και αλλού, δείχνουν ότι είναι δυνατόν να επιτευχθούν μειώσεις του κόστους μέχρι και 50% μετά από την ολοκλήρωση του πλήρους μετασχηματισμού του ιδρύματος σε δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών και φορέων σχετικών προς την κοινωνική ενσωμάτωση. Τα διεθνή δεδομένα δείχνουν, επίσης, ότι, αντίθετα, η διατήρηση του ψυχιατρικού νοσοκομείου, ακόμα και συρρικνωμένου, παράλληλα με τις κοινοτικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει πρόθεση και πολιτική για το σταδιακό κλείσιμό του, έχει ως αποτέλεσμα, συνήθως, την αύξηση των δαπανών.

Είναι βέβαιο ότι η αντικατάσταση του ψυχιατρικού ιδρύματος από ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινοτικών υπηρεσιών εξοικονομεί, εν τέλει, δαπάνες που μπορούν να επενδυθούν στην ενίσχυση ενός ολοκληρωμένου κοινοτικού συστήματος πρόνοιας. Αυτή η μετατροπή των πόρων (που έχει ένα βαθύ νόημα, ως υλικό όχημα του μετασχηματισμού και της μετάβασης από ένα σύστημα φύλαξης και ελέγχου σ΄ ένα χειραφετητικό πλαίσιο) μπορεί, ωστόσο, να τεθεί σε εφαρμογή μέσα σε συνθήκες που είναι δυνατός ένας αποτελεσματικός έλεγχος από τους άμεσα ενδιαφερόμενους (λειτουργούς, χρήστες των υπηρεσιών, κοινωνικούς φορείς) στον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα όποια κονδύλια διατίθενται. Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς ότι, εν μέσω μνημονίου, μπορεί ν΄ αναπτύσσονται λογικές «μετατροπής των πόρων» τη στιγμή που, η έννοια της «μετατροπής» (όπως και οι όποιες άλλες διαδρομές των όποιων δαπανών) έχει, πλέον, γίνει, για τους εντολοδόχους του μνημονίου, συνώνυμη της περικοπής (και μάλιστα, της δραστικής περικοπής).

Ηταν πάντα προβληματική η επιχειρηματολογία που ξεκινούσε, προκειμένου να πείσει για την ανάγκη προώθησης των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, από το γεγονός ότι το κοινοτικό σύστημα είναι «πιο φτηνό». Ειδικά στην Ελλάδα, με το εξαιρετικά χαμηλό, ήδη από παλιά, ποσοστό χρηματοδότησης της ψυχικής υγείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, την ίδια στιγμή που (σε διάκριση από άλλες χώρες και περιοχές όπου είδαμε επιτυχημένα συστήματα ολοκληρωμένων κοινοτικών υπηρεσιών) το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας» (βασικός μοχλός για τη στήριξη των πιο αδύναμων στρωμάτων εντός του δοσμένου κοινωνικού συστήματος) ήταν πάντα αναιμικό και σκιώδες, η ανάγκη για ουσιαστική αύξηση αυτής της χρηματοδότησης, προκειμένου να ιδρυθούν και να λειτουργήσουν ολοκληρωμένες κοινοτικές υπηρεσίες, πρέπει να τίθεται στην πρώτη γραμμή. Αλλωστε, οι εκάστοτε πολιτικοί, ενώπιον των οποίων κάποιοι φροντίζουν να ξεκινούν τη επιχειρηματολογία τους από την εξοικονόμηση των δαπανών που συνεπάγεται τα κλείσιμο του ψυχιατρείου και η ίδρυση και λειτουργία κοινοτικών υπηρεσιών, αυτό που ακούνε είναι απλώς η εξοικονόμηση, στην οποία προχωρούν και χωρίς την όποια μεταρρύθμιση του συστήματος. Αυτή την εξοικονόμηση ποτέ (πολύ περισσότερο σήμερα) δεν ήταν διατεθειμένοι να την διαθέσουν για την ενίσχυση της κοινωνικής ένταξης των χρηστών, αλλά για την ενίσχυση της κερδοφορίας και για τις φοροαπαλλαγές των γνωστών «ολίγων» και εσχάτως, για την πληρωμή των τόκων στους διεθνείς δανειστές. Ιδιαίτερα σε εποχές σαν αυτή, το επιχείρημα του «πιο φτηνού» μπορεί να ακουστεί εξαιρετικά επικίνδυνο και να λειτουργήσει ως «χείρα βοηθείας» στη ραγδαία απεξάρθρωση και εξάλειψη των όποιων δομών υπάρχουν, υγείας, ψυχικής υγείας και πρόνοιας. Αυτό που είναι στην ημερήσια διάταξη, είναι η διεκδίκηση, χωρίς καθόλου περιστροφές, μιας γενναίας αύξησης των δαπανών για τη ψυχική υγεία (όχι από το ΕΣΠΑ, αλλά) από τον κρατικό προϋπολογισμό.


*Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι το πρόβλημα των ψυχιατρικών νοσοκομείων θα πρέπει να συμπεριληφθεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του ιδρυματισμού στην Ευρώπη και των αποκλεισμένων πληθυσμιακών ομάδων που εισάγονται σε διάφορα ιδρύματα, όπως, π.χ, τα ιδρύματα για παιδιά, για άτομα με σωματικές και διανοητικές αναπηρίες, για ηλικιωμένους με χρόνια νοσήματα, αλλά και κοινωνικά ιδρύματα που προσφέρουν καταφύγιο αλλά υπό συνθήκες στέρησης της ελευθερίας και με πολύ χαμηλό επίπεδο ποιότητας φροντίδας. ΄Ολα αυτά τα ιδρύματα (με χαρακτηριστικά ταυτόσημα των ολοπαγών ιδρυμάτων, όπως τα ψυχιατρεία) καταναλώνουν πόρους για μια οργάνωση φροντίδας και περίθαλψης, εντός της οποίας και μέσω της οποίας, οι ομάδες και τα άτομα που είναι έγκλειστα, πτωχεύουν προοδευτικά, στερούμενα δυνατοτήτων και στηριγμάτων για την κοινωνικής επανένταξή τους. Η αναφορά αυτή στις λεγόμενες προνοιακές δομές κοκ, έχει τη σημασία της σε μια συζήτηση για το μέλλον του ψυχιατρείου καθώς, αυτή τη στιγμή, ολόκληρος αυτός ο τομέας είναι υπό κατάρρευση λόγω δραστικής μείωσης της χρηματοδότησης και απειλείται με κλείσιμο των δομών του - η απάντηση του μνημονιακού νεοφιλελευθερισμού στις δυσλειτουργίες των ιδρυμάτων. Είναι η ύπαρξή τους ως τέτοια και το όποιο κόστος που προκαλούν στον προϋπολογισμό (σε σχέση και με την απαξίωση των ομάδων αυτών από τις κρατούσες πολιτικές), το ελάχιστο αυτό κόστος, που πρέπει να περικοπεί και ουδόλως πρόκειται για μια πολιτική που ενδιαφέρεται (σχεδιάζει, αναδιοργανώνει, προγραμματίζει) για την διασφάλιση της εύρυθμης και ποιοτικής φροντίδα που θα έπρεπε να παρέχουν, τον δημόσιο χαρακτήρα τους (που δεν υπάρχει) και που θα αντιμετώπιζε τις δυσλειτουργίες και τις όποιες ιδρυματικές πρακτικές που προκύπτουν από την άλλοτε άλλου βαθμού ολοπαγή λειτουργία τους.

Δεκέμβριος 2011

Θ. Μεγαλοοικονόμου

 

ΠΕΝΤΑΜΕΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΙΝΑΠ ΨΝΑ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΣ ΤΟΥ ΨΝΑ

ΚΟΙΝ. ΙΑΤΡΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ,

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ,

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ,

ΠΕΝΟΨΥ

9/8/013

ΘΕΜΑ: ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΤΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΤΗΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ

κ. Ζ. ΜΑΚΡΗ ΓΙΑ ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΨΝΑ

Οπως γνωρίζετε, στις 31 Ιουλίου 2013, η υφυπουργός, αρμόδια για θέματα Ψυχικής Υγείας, κ. Ζέττα Μακρή, απέστειλε στο ΨΝΑ, όπως και στο Δρομοκαίτειο και στο ΨΝΘ, ένα επείγον έγγραφο, με το οποίο ζητά να δώσετε στο Υπουργείο, μέχρι τις 10 Αυγούστου, σχέδιο για την άμεση «μετακίνηση των χρόνιων ασθενών σε κενές θέσεις των μονάδων ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης (στεγαστικού τύπου), τόσο των ΝΠΔΔ όσο και των ΝΠΙΔ» και, «σε δεύτερη φάση, την υποβολή προτάσεων για τον μετασχηματισμό των νοσοκομείων σας έως το τέλος του 2015» – σε εφαρμογή του συμφώνου Λυκουρέντζου-Αντόρ για το κλείσιμο του ΨΝΑ και όλων των ψυχιατρείων μέχρι το τέλος του 2015.

Για το έγγραφο αυτό δεν υπήρξε καμιά ενημέρωση από τη μεριά σας στα επιστημονικά και συνδικαλιστικά όργανα και γενικά στο προσωπικό του ΨΝΑ. Υπέπεσε τυχαία στην προσοχή μας ανατρέχοντας στα διάφορα έγγραφα του Υπουργείου Υγείας που έχουν αναρτηθεί στην Διαύγεια.

Και είναι πραγματικά ν΄ απορεί κανείς, καθώς έχουμε φτάσει στις 9 Αυγούστου και ενώ αύριο (ημέρα Σάββατο) λήγει η προθεσμία για την υποβολή των προτάσεων προς το Υπουργείο, ότι όχι μόνο δεν έχετε συγκαλέσει κάποιο όργανο (επιτροπή κοκ) για να συζητήσει και ν΄ αποφασίσει σχετικά, αλλά ούτε καν γνωστοποιήσατε την ύπαρξη του εγγράφου. Τελικά, ισχύει η προθεσμία «μετακίνησης», μέχρι τις 31/12/2013, των χρόνιων ασθενών προς μονάδες ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ ή όχι;

Αυτή η σιωπή περί του εν λόγω εγγράφου υποδηλώνει άραγε την αγνόησή του από μέρους σας, ή την επιλογή μιας διαδικασίας λήψης αποφάσεων χωρίς να συζητήσετε και να συμβουλευθείτε κανέναν από τους άμεσα αρμόδιους του θέματος;

Αν πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά αυτά που περιέχει το έγγραφο, για «μετακίνηση» των χρόνιων ασθενών του ΨΝΑ μέσα σε λιγότερο από πέντε μήνες, πιστεύετε ότι αυτή η διακωμώδηση του αποιδρυματισμού των ψυχικά πασχόντων δεν θα αποκτήσει, όλο και περισσότερο, στοιχεία μιας χωρίς προηγούμενο τραγωδίας, όσο περισσότερο στενεύετε τα χρονικά περιθώρια και ταυτόχρονα ανάγετε το όλο εγχείρημα σε άνωθεν διαταγές και εντολές ερήμην του προσωπικού και των άμεσα ενδιαφερομένων;

Κι΄ ας μην επικαλεστεί κανείς ότι «είναι Αύγουστος» και λείπουν όλοι σε άδειες, γιατί ο πρώτος που θα έπρεπε να ξέρει τι μήνα έχουμε, είναι η υφυπουργός που έστειλε το εν λόγω έγγραφο.

Αλλωστε, είμαστε πεπεισμένοι ότι γίνεται μήνα Αύγουστο ακριβώς όπως όλα τα μέτρα διαθεσιμότητας/κινητικότητας/απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων, κατάργησης εκατοντάδων νοσοκομειακών κλινών, κλεισίματος ή συγχώνευσης νοσοκομείων κοκ. Παντού, σε όλους τους τομείς, έχει τα ίδια χαρακτηριστικά, αλλά η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης βιασύνης για λογιστική ισοπέδωση των πάντων, στην ψυχική υγεία είναι ακόμα πιο οφθαλμοφανώς εγκληματική.

Και σ΄ αυτή την εγκληματική ενέργεια θα είναι συνένοχοι όλοι όσοι πιέσουν και εκβιάσουν,

με διοικητικά μέτρα, το «άδειασμα» του ψυχιατρείου (και όχι τον «μετασχηματισμό» του), καθώς και το «διώξιμο» των ασθενών (και όχι την «μετάβασή» τους) σε στεγαστικές δομές (ή όπου αλλού βρεθεί χώρος). Πρόκειται για άκρως επικίνδυνα πράγματα. Με το προσωπικό (ελάχιστο, πλέον, σε σχέση με τις ανάγκες), που σήμερα διαβεβαιώνεται ότι, δήθεν, δεν απειλείται με απόλυση, να ζει μέσα στο άγχος μιας απόλυσης (ή διαθεσιμότητας/κινητικότητας κλπ), που μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή απροειδοποίητα, καληώρα όπως ενεργεί, καθημερινά, η κυβέρνηση, αλλά και, στα καθ΄ ημάς, το ΔΣ το ΨΝΑ, που λειτουργεί ερήμην και εις βάρος των πραγματικών αναγκών ασθενών και προσωπικού, καθώς και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, εκτελώντας αποφάσεις ληφθείσες ερήμην μας και εν κρυπτώ.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να γνωρίζετε, τόσο το ΔΣ όσο και το Υπουργείο, ότι η μετάβαση των ασθενών σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές είναι μια θεραπευτική διαδικασία που υπόκειται σε αρχές και κανόνες για την εφαρμογή των οποίων υπεύθυνη είναι η εκάστοτε θεραπευτική ομάδα και όχι η όποια διοικητική ντιρεκτίβα.

Δεν θα δεχτούμε μνημονιακές λογικές στις θεραπευτικές διαδικασίες, τόσο όσον αναφορά την μετάβαση των χρόνιων ασθενών σε στεγαστικές δομές, όσο και των νοσηλευόμενων στα τμήματα εισαγωγών - αλλά και στην όποια συζήτηση για «μετακόμιση» των ψυχιατρικών κλινικών του ΨΝΑ στα γενικά νοσοκομεία (χωρίς επαρκές προσωπικό, χωρίς τομεοποίηση, χωρίς κοινοτικό δίκτυο υπηρεσιών και κυρίως ΚΨΥ, χωρίς επαρκή χρόνο προετοιμασίας κλπ).

Σας καλούμε να ενημερώσετε άμεσα όλα τα επιστημονικά και συνδικαλιστικά όργανα του ΨΝΑ (Επιστημονικό Συμβούλιο, Σωματείο Εργαζομένων, Πενταμελή Επιτροπή ΕΙΝΑΠ, ΠΕΝΟΨΥ) και, διαμέσου αυτών, όλο το προσωπικό, περί των ήδη ειλημμένων και, κατά τα φαινόμενα, σε διαδικασία επιτάχυνσης της εφαρμογής τους, αποφάσεων για την τύχη του ΨΝΑ και να μην προβείτε σε καμιά διοικητική ενέργεια (όπως και γενικά σε καμιά ενέργεια διοικητικού χαρακτήρα, που επιδρά αρνητικά, έως και καταστροφικά, στις θεραπευτικές διαδικασίες), χωρίς προηγούμενο διάλογο, και μάλιστα αντιπροσωπευτικό, με τα αρμόδια όργανα.

ΠΕΝΤΑΜΕΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΠ ΨΝΑ

Από 31 Ιουλίου η υφυπουργός Υγείας Ζέττα Μακρή απέστειλε στα ψυχιατρικά νοσοκομεία ένα επείγον έγγραφο διατάζοντας τις διοικήσεις, να δώσουν μέχρι τις 10 Αυγούστου στο υπουργείο, σχέδιο άμεσης μετακίνησης των χρονίων ασθενών σε μονάδες ψυχοκοινωνικης αποκατάστασης……Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΨΝΘ αποφασίζει εν αιθρία τη μεταφορά μιας κλινικής Οξέων στον Άγιο Δημήτριο (3 ιατροί, 2 ψυχολόγοι και ένας εργοθεραπευτής, χωρίς νοσηλευτικό προσωπικό).

Ο υπουργός Υγείας συναντάει εκτάκτως τον υπουργό άμυνας για να ζητήσει συνδρομή των στρατιωτικών νοσοκομείων από τον Σεπτέμβρη, μια και θα έχουν κλείσει κακήν κακώς αρκετά «άχρηστα νοσοκομεία». Στα ψυχιατρικά νοσοκομεία και όχι μόνο, γίνεται αγώνας δρόμου για να «αξιολογήσουν » δομές και ανθρώπους…. .Μέσα στον Αύγουστο συγκαλούν σύσκεψη των Διοικητών και των προέδρων των ΤΕΨΥ για το σχεδιασμό του κλεισίματος των ψυχιατρείων…..την Παρασκευή 9 Αυγούστου στα καλά καθούμενα βάζουν 61 συναδέλφους του ΨΝΘ σε κινητικότητα - διαθεσημότητα - απόλυση……και είναι μόνο το πρώτο κύμα……

Τι είναι αυτό που συμβαίνει; Γιατί αυτή η καλοκαιρινή ενασχόληση με την ψυχική υγεία; Γιατί οι άνθρωποι αυτοί, που χρόνια τώρα καταστρέφουν τη δημόσια υγεία, έχουν αφήσει εκατομμύρια ανθρώπους ανασφάλιστους, εκατομμύρια άνεργους, που έχουν οδηγήσει την χώρα μας στη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση εν καιρώ ειρήνης, ασχολούνται τώρα αιφνίδια με την ψυχική υγεία; Δεν πρόκειται για αποασυλοποίηση, ούτε για διαρθρωτικές αλλαγές, ούτε για αξιολογήσεις και άλλες τέτοιες μπούρδες…..Είναι δυνατόν αυτοί που κατέστρεψαν την χώρα, να γίνουν αξιολογητές;

Η αλήθεια είναι μία: ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΗ ΔΟΣΗ ΤΟΥΣ (οι τράπεζες) πρέπει να απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι. Είναι προβλεπόμενη μνημονιακή υποχρέωση….χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι ….Να λοιπόν ποιά είναι η πικρή αλήθεια:, καρφί δεν τους καίγεται για την παιδεία, την υγεία, την τοπική αυτοδιοίκηση, το μόνο που τους νοιάζει είναι να απολύσουν κόσμο για να πάρουν τη δόση τους…..και τα ψυχιατρεία είναι εύκολος στόχος. Πάντα σε περιόδους κρίσης ήταν οι πρώτοι που πλήρωναν τη νύφη.

Η κυβέρνηση εγκληματεί εις βάρος του Ελληνικού λαού και γι´ αυτό θα πληρώσει….. παίζει τα ρέστα της καταστρέφοντας και ξεπουλώντας τα πάντα, πειθήνιο όργανο της τρόικα και του άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Δεν θα το επιτρέψουμε…

Το ψυχιατρείο δεν θα κλείσει όπως το σχεδιάζει ο απαράδεκτος υπουργός υγείας

Κανένας συνάδελφος απολυμένος

ΜΟΝΟ Ο ΜΑΖΙΚΟΣ ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ

Αγωνιζόμαστε για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση και την επαρκή χρηματοδότηση του ΕΣΥ Αγωνιζόμαστε για δημόσια και δωρεάν υγεία σε όλους.

ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΘΛΙΒΕΡΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΑΠΟ «ΣΥΝΤΟΜΑ» ΕΩΣ «ΤΑΧΙΣΤΑ» ΣΠΡΩΧΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Τάραξε, ως φαίνεται, αρκετά τα, πάλαι ποτέ, «ήσυχα νερά» του Αυγούστου στο χώρο της ψυχικής υγείας η (αρνητική) δημοσιότητα που πήραν τα σχέδια της κυβέρνησης για άμεση έναρξη των διαδικασιών ενός fast track κλεισίματος των τριών ψυχιατρείων (ΨΝΑ, Δρομοκαίτειο, ΨΝΘ).

Αφορμή η βιασύνη της νέας ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας, (με το γνωστό έγγραφο της Ζ. Μακρή «εδώ και τώρα προτάσεις…») να υλοποιήσει ,ήδη από πέρσι, ληφθείσες αποφάσεις, στη βάση των προτάσεων της ομάδας των τότε παρατρεχάμενων του Λοβέρδου (ως Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Ψυχαργώς), οι οποίες αναγορεύθηκαν σε επίσημη πολιτική για την ψυχική υγεία για την επόμενη δεκαετία, με την γνωστή Υπουργική απόφαση Μπόλαρη, τρεις μέρες πριν τις περσινές εκλογές του Μαίου.

Είναι αυτές οι προτάσεις στη βάση των οποίων υπογράφτηκε το σύμφωνο Λυκουρέντζου- Αντόρ, με όλες τις προθεσμίες που αυτό θέτει μέχρι 31/12/15, καθώς και με το είδος και το πλάνο των σχετικών «δράσεων» προκειμένου, μέχρι τη δεδομένη ημερομηνία, να έχει επιτευχθεί η «τελική λύση».

Πρώτη βγήκε η αρμόδια υφυπουργός στο ραδιόφωνο να υπερασπίσει την πολιτική που της έχει ανατεθεί να εφαρμόσει, με μια παρέμβαση της οποίας η επιχειρηματολογία συνοψίζεται στην μετατροπή των ψυχιατρείων (που «δεν» θα κλείσουν, αλλά θα «μετασχηματιστούν»), σε «πάρκα υγείας για τους ψυχικά πάσχοντες»!!! Παρόλα αυτά, έβγαλε και μια είδηση, που δίνει μιαν απάντηση σε μερικές απορίες για το «πού θα πάνε» («μεταβούν» ή «μετακομίσουν») οι ασθενείς χρόνιας παραμονής στα τρία υπό κατάργηση ψυχιατρεία, οι οποίοι μάλλον δεν «χωράνε» στις «κενές θέσεις των στεγαστικών δομών ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ» : Σε ερώτηση του δημοσιογράφου για το «πότε βλέπει» το χρονοδιάγραμμα της μετάβασης των χρόνιων ασθενών, στα τέλη 13, ή αρχές 14, απάντησε ως εξής : «Οσο εξαρτάται από εμένα θα ήθελα να γίνει μέχρι το 13.. Σας λέω ότι το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου θα φωνάξουν, μια που με ρωτάτε για τις ψυχιατρικές δομές…. τις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, οι οποίες όφειλαν να έχουν ελεγχθεί με χαρτογράφηση και αργούν να το κάνουν…».

Εχουν, επομένως, στα σχέδιά τους και τις ιδιωτικές κλινικές. Όχι επανένταξη, λοιπόν, αλλά εγκλεισμός/εναπόθεση στον ανεξέλεγκτο και άκρως απανθρωποποιητικό ιδρυματισμό των ιδιωτικών κλινικών. Θα εξαρτηθεί, φυσικά, από το εάν «θα τα βρουν» με τους κλινικάρχες. Η παρακράτηση των συντάξεων, που είναι προς άμεση εφαρμογή, «κολλάει» όλο και πιο πολύ, όσο περισσότερο προχωράει η αποδιάρθρωση της ψυχικής υγείας, στα σχέδια της συνδυασμένης ιδιωτικοποίησης του συστήματος και του εξοστρακισμού των ψυχικά πασχόντων. Αλλά αν έχουν στα σχέδιά τους τις ιδιωτικές κλινικές (που μπορεί και να μη δώσουν την πλήρη «λύση»), γιατί να μην έχουν και τα κάθε είδους «άσυλα ανιάτων» σε κάθε γωνιά της χώρας;

Είναι τέτοιο το κλίμα που διαμορφώνεται, μέσα σε μια κρίση καθολική, χωρίς προηγούμενο και χωρίς λύση στο ορατό μέλλον, που όλα μπορεί κανείς να τα περιμένει, όπως, πχ, το να «προσφέρει» ο ίδιος ο Δήμαρχος της Λέρου (με επιστολή που έστειλε) στον Α. Γεωργιάδη, ως λύση στο «κλείσιμο των ψυχιατρείων», την εκ νέου μεταφορά στο ΚΘ Λέρου, μετά από 30 χρόνια (το 1982 είχαν σταματήσει οι μεταφορές εν μέσω διεθνούς κατακραυγής ), των ασθενών από τα υπόλοιπα ψυχιατρεία της χώρας!!!

Βγήκε, όμως, ενοχλημένος από τα σχετικά δημοσιεύματα, και ο Β. Μαυρέας, πρόεδρος της «Επιτροπής για την Αναθεώρησης του Ψυχαργώς», αυτής που επεξεργάστηκε το σχέδιο που τώρα υλοποιεί ο Α. Γεωργιάδης και η Ζ. Μακρή. Σε πλήρη συντονισμό με τη κυβερνητική πολιτική, σαν για να δηλώσει «παρών» και «διαθέσιμος» σε κάθε βοήθεια για την υλοποίηση του αναθεωρημένου «Ψυχαργώς», λέει, απλώς πιο συγκροτημένα, τη λέξη «τάχιστα» εκεί που η Ζ. Μακρή λέει «σύντομα».

Κάνει μια «μικρή παραχώρηση» και βάζει ως τερματικό σταθμό για την «μετακίνηση» των χρόνιων ασθενών την ημερομηνία που υπάρχει δέσμευση για το κλείσιμο των ψυχιατρείων, το2015.

Επαναλαμβάνει τον γνωστό αληθοφανή μύθο ότι το κλείσιμο των ψυχιατρείων «δεν είναι δέσμευση απέναντι στην τρόικα», δεν έχει σχέση με μνημόνια, αλλά είναι υποχρέωση της χώρας στη βάση των προβλέψεων του Ψυχαργώς» και των χρηματοδοτήσεων που πήρε από την ΕΕ γι΄ αυτό. Ετσι, όμως, η κυβέρνηση παρουσιάζει πολλά από τα μέτρα που παίρνει, ότι δεν είναι της τρόικας, αλλά δική «μας» επιλογή ή υποχρέωση άλλου είδους. Είναι όμως;

Εχουμε αναφερθεί διεξοδικά, στο παρελθόν, στο «Σχέδιο για την Αναθεώρηση του «Ψυχαργώς» στις διάφορες φάσεις της επεξεργασίας του, από την αρχική μέχρι την τελική. Ένα απίστευτο προχειρογράφημα, πραγματικό εξάμβλωμα «πολιτικής για την ψυχική υγεία». Να θυμίσουμε μόνο ότι οι αρχιτέκτονες της «Αναθεώρησης» μιλούσαν για το πλάνο τους του κλεισίματος των ψυχιατρείων, ως «σχεδίου εκτάκτου ανάγκης» και, όταν ξεμπροστιάστηκαν, το μετονόμασαν, σε επόμενη φάση της επεξεργασίας του (και σε ένδειξη της υψηλού επιπέδου επιστημονικής σοβαρότητας) σε «σχέδιο άμεσης προσαρμογής στις ιδιαιτερότητες του ΕΣΠΑ»!

Μπορεί να προκαλεί γέλια, αλλά αυτό είναι: τα διάφορα στάδια κλεισίματος των ψυχιατρείων περιγράφονται ως «έκτακτη ανάγκη» ή «άμεση προσαρμογή στο ΕΣΠΑ». Αν σ΄ αυτά προσθέσει κανείς και την ιδιαίτερη επιμονή στην προσαρμογή της ψυχικής υγείας στη σχέση κόστους-αποτελέσματος, σε μια στενά οικονομίστικη λογική και σε συνδυασμό με τη βιασύνη να γίνουν όλα, καταλαβαίνει κανείς ότι, όχι μόνο πρόκειται για «τρόικα», αλλά, επιπλέον, για μια από τις πιο εγκληματικές εφαρμογές των επιταγών της.

Δεν είναι τυχαίο ότι ήταν ο πρόεδρος της Επιτροπής για την Αναθεώρηση του «Ψυχαργώς» που μερίμνησε για την ημερίδα, πριν μερικούς μήνες, στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (μαζί με το επιτελείο της ομάδας για την αξιολόγηση της ελληνικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης) με ειδικούς από την Μ. Βρετανία (Maudsley Hospital) για την μεταφορά στην Ελλάδα των άκρως λογιστικών διαχειριστικών πρακτικών και διοικητικών ρυθμίσεων (που εισήχθησαν επί Μπλερ και άνθησαν επί Κάμερον) των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και των ίδιων των θεραπευτικών διαδικασιών, όπου ο θεραπευτής πρέπει να ξέρει ότι αν, πχ, σχεδιάσει πέντε συνεδρίες και αυτές χρειαστεί να γίνουν έξη, μπορεί να «πέσει έξω» ο προϋπολογισμός της μονάδας, με κίνδυνο να κλείσει…

Σε σχέση, τώρα, με την αποτυχία της επίτευξης του στόχου και την βιασύνη να προλάβουμε τις προθεσμίες. Κατ΄ αρχήν, μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους και όχι με «άδειες φλούδες», που έλεγαν κάποτε «κάποιοι»..

Δεύτερον , δεν χρειάζεται να έχει πάει κανείς στο πανεπιστήμιο για να μπορεί να καταλάβει ότι, όταν βάζεις ένα στόχο που, για να επιτευχθεί, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις, χωρίς τις οποίες δεν επιτυγχάνεται (ή, αν εκβιαστεί η «επίτευξή» του χωρίς αυτές, τότε αυτό που προκύπτει είναι κάτι εντελώς διαφορετικό), τότε αναβάλεις την «επίτευξη» του στόχου, εξετάζοντας τι πήγε στραβά.

Ότι, πχ, δεν έγινε ποτέ καμιά τομεοποίηση (που ούτε καν αναφέρεται από τον Β. Μαυρέα, αν και πρόκειται από τα πιο στοιχειώδη, καθώς, χωρίς αυτήν, δεν έχει νόημα η όποια περαιτέρω συζήτηση για μεταρρύθμιση). Οτι υπάρχουν ελάχιστα ΚΨΥ και αυτά που υπάρχουν, δεν λειτουργούν στη βάση της ολοκληρωμένης απάντησης ανάγκες του πληθυσμού ευθύνης, ούτε είναι διασυνδεδεμένα με τις κλινικές των γενικών νοσοκομείων του (μη υπάρχοντος) τομέα τους. Οτι το ψυχιατρικό σώμα ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε στ΄ αλήθεια για μια μετάβαση στην κοινότητα. Οτι δεν υπήρξε ποτέ, και πολύ περισσότερο σήμερα, μια πολιτική για την ψυχική υγεία. Οτι, όπως δεν σταματούν να λένε κάποιοι φίλοι από το International Mental Health Network, μεταρρύθμιση σημαίνει «αλλαγή τρόπου σκέψης, αλλαγή πρακτικής, αλλαγή συστήματος» - και τα τρία, προφανώς, σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους (χωρίς να λένε πουθενά, «τάχιστα»…).

Και έτσι να μπαίνουν διάφορα ερωτήματα. Γιατί, πχ, η Πελοπόννησος και τα Ιωάννινα εξακολουθούν να στέλνουν περιστατικά στο ΨΝΑ (και στο Δρομοκαίτειο), είτε γιατί δεν υπάρχουν διαθέσιμες κλίνες (Πελοπόννησος), είτε γιατί είναι «δύσκολα» περιστατικά που χρειάζονται ψυχιατρείο; Γιατί, επομένως, αντί να μιλάμε, ελαφρά τη καρδία, για «τάχιστη» μεταφορά των κλινικών των ψυχιατρείων στα γενικά νοσοκομεία, να μη βάλουμε σε προτεραιότητα, οι κλινικές που υπάρχουν στα γενικά νοσοκομεία να δημιουργήσουν τις κατάλληλες υποδομές (προς Θεού, όχι κλειδωμένα τμήματα και απομονώσεις) για να μην έχουν ανάγκη τα ψυχιατρεία;

Μήπως γι’ αυτό αφήνουμε, ως «μεταρρυθμιστική» πρόταση, την πρόβλεψη να παραμείνουν κάποια τμήματα για κάποιους «δύσκολους» ασθενείς που θέλουν «πολύ χρόνο νοσηλείας»; Και πού θα είναι αυτά τα «ειδικά τμήματα» (πέρα από τις δικαστικές φυλακές για τους ασθενείς με το άρθρο 69, το οποίο αφήνουμε για άλλη ευκαιρία)…μήπως στο «πάρκο υγείας» της κ. Μακρή;

Τι σημαίνει, κατά τον Β. Μαυρέα, να μεταφερθεί η απεξάρτηση (εκτός από τις μονάδες νοητικής υστέρησης και γηροψυχιατρικών) στο γενικό νοσοκομείο; Υποθέτουμε ότι όταν μιλάει για απεξάρτηση στα ψυχιατρεία, ξέρει για τί μιλάει, για το 18 Ανω στο ΨΝΑ και την αντίστοιχη μονάδα στο ΨΝΘ. Να πάει, λέει, το 18 Ανω, σε γενικό νοσοκομείο- και μάλιστα, χωρίς να ενοχλεί. Αποφεύγουμε εν προκειμένω τον όποιο σχολιασμό….

Και τελευταίο αλλά όχι έσχατης σημασίας: έχει σκεφτεί κανείς από την περιβόητη Επιτροπή ότι, ακόμα και σε μια λογική «μετατροπής των πόρων», μεταξύ των οποίων και του προσωπικού, για μετάβαση από το ψυχιατρείο σε δομές «εκτός», ότι το προσωπικό που έχει μείνει (σε ΨΝΑ και Δρομοκαίτειο), δεν φτάνει ούτε για την στοιχειωδώς θεραπευτική και ασφαλή στελέχωση των κλινικών (που θα έχουν μεταβεί) στα γενικά νοσοκομεία; Και δεν μιλάμε για δημιουργία ΚΨΥ, που είναι η βασική μονάδα (ο κεντρικός πυρήνας) σ΄ ένα μεταρρυθμισμένο σύστημα, αν καταλαβαίνει κανείς ποιο είναι το περιεχόμενο μιας πραγματικής μεταρρύθμισης. Γι΄ αυτά, δεν θα έπρεπε να προσληφθεί προσωπικό; Και να προσληφθεί τώρα, ή μετά το 2044 που προβλέπεται ότι το χρέος της χώρας θα γίνει, πιθανόν, διαχειρίσιμο;

Και ξανά, όπως στο Σχέδιο Αναθεώρησης του «Ψυχαργώς», η υποκριτική έκκληση να μη θιγούν οι πόροι κατά την διαδικασία της μετάβασης από το ψυχιατρείο στο γενικό νοσοκομείο και στις κοινοτικές δομές. Λες και έχουν μένει πόροι στα ψυχιατρεία, όπου καθημερινά όλο και κάτι περικόπτεται. Αυτό που θα είχε να κερδίσει η μνημονιακή πολιτική είναι, φυσικά, κάποιες ειδικότητες που θα γίνουν «περιττές» με τη λογική που έχει σχεδιαστεί για το κλείσιμο, όταν οι κλινικές θα μεταφερθούν στο γενικό νοσοκομείο, δηλαδή, διοικητικοί, τεχνικοί κλπ. (Αν, βέβαια, μεταφερθούν ως κλινικές και όχι ως Κέντρα Κρίσης, όπως έχουν προβλέψει ο Β. Μαυρέας και οι συν αυτώ ότι μπορεί να γίνει - για να μην πούμε για τη νοσηλεία σε παθολογικές κλινικές ψυχιατρικών περιστατικών όπου δεν υπάρχουν ψυχιατρικές κλινικές, γιατί και αυτό το προβλέπουν στο Σχέδιο). Αλλά, όπως είδαμε προχτές, στο ΨΝΘ άρχισαν ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, να βγάζουν σε διαθεσιμότητα/κινητικότητα (χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχεδιασμό μεταφοράς κλινικών) και νοσηλευτές και κοινωνικούς λειτουργούς!!!

Αυτές είναι οι λογικές όχι της αποιδρυματοποίησης, αλλά της, διαμετρικά αντίθετης από αυτήν, απονοσοκομειοποίησης και της γνωστής ως ρηγκανικής παράδοσης, της διαλυτικής εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού στην ψυχική υγεία (όπως και σ΄ όλη την κοινωνία).

Η Επιτροπή για την Αναθεώρηση του «Ψυχαργώς» αποτέλεσε τους τεχνικούς συμβούλους γι΄ αυτή την νεοφιλελεύθερη επέλαση στην ψυχική υγεία, πέρα από τις όποιες δηλώσεις. Σημασία έχει το τι κάνει κάποιος και όχι το τι, ενίοτε, λέει. Αν και, όλο και περισσότερο, αυτά που λένε τα μέλη της, μοιάζουν με αυτά που πράττουν.

Η παρέμβαση του Β. Μαυρέα δεν είναι παρά για να δώσει σανίδα σωτηρίας και χείρα βοηθείας στο πιο μνημονιακό, αναξιόπιστο και αδίστακτο επιτελείο που έχει περάσει ποτέ από το Υπουργείο Υγείας, αυτό του Α. Γεωργιάδη.

Σήμερα οι όροι του παιχνιδιού έχουν αλλάξει. Δεν είναι καν όπως επί Λοβέρδου. Η επιλογή της συμπόρευσης με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς δεν είναι σήμερα όπως παλιά, ακόμα και πριν λίγα χρόνια. Σήμερα είναι η ώρα της εφαρμογής. Η ώρα της αλήθειας. Ας σκεφτούν όλοι (όσοι εξακολουθούν να είναι, κατά πώς λέγεται, «καλών προθέσεων» και δεν είναι διατεθειμένοι ν΄ αποτελέσουν το σαμάρι της όποιας εξουσίας), ποια είναι η αλήθεια, το περιεχόμενο, η χρήση, εννοιών, λέξεων, κινήσεων, που αποχτούν διαμετρικά αντίθετο νόημα και σημασία στις συγκεκριμένες συνθήκες και χρησιμοποιούνται ως περιτύλιγμα της πιο καταστροφικής πολιτικής που έχει γνωρίσει η ψυχική υγεία και όλη η κοινωνία.

10/8/2013

Σχόλιο από Psyspirosi.gr

....από 26:57 έως 37:28

Η Υφυπουργός Ζ.Μακρή «απαντά» στα ερωτήματα που τίθενται σε σχέση με την  απόφαση για fast track κλείσιμο και δήθεν "μετασχηματισμό" των Ψυχιατρείων….

ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ...!

Ακούστε εδώ την συνέντευξη


Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 3897