ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΨΝΑ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥΣ ΣΧΕΔΙΩΝ


Στις 31 Ιουλίου η υφυπουργός, αρμόδια για θέματα Ψυχικής Υγείας, Ζέττα Μακρή, απέστειλε στο ΨΝΑ, στο Δρομοκαίτειο και στο ΨΝΘ, ένα επείγον έγγραφο, εν είδει τηλεγραφήματος, με το οποίο τα διατάσσει, μέχρι τις 10 Αυγούστου (εντός 10 ημερών δηλαδή), να δώσουν στο Υπουργείο σχέδιο για την άμεση «μετακίνηση των χρόνιων ασθενών σε κενές θέσεις των μονάδων ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης (στεγαστικού τύπου), τόσο των ΝΠΔΔ όσο και των ΝΠΙΔ» και, «σε δεύτερη φάση, τη υποβολή προτάσεων για τον μετασχηματισμό των νοσοκομείων σας έως το τέλος του 2015» – και όλα αυτά σε εφαρμογή του συμφώνου Λυκουρέντζου-Αντόρ για το κλείσιμο των ψυχιατρείων σε διάστημα λιγότερο από τρία χρόνια.

Η Ζ. Μακρή καταλαβαίνει από Ψυχική Υγεία όσο και ο Α. Γεωργιάδης από Υγεία: απολύτως τίποτα (εκτός κι΄ αν τους τσιμπήσει μέλισσα, οπότε, όπως είπε ο Αδωνις, ξέρουν ότι δεν θα τρέχουν στο νοσοκομείο, αλλά θα το αντιμετωπίσουν μόνοι τους όσο κι΄ αν πρηστεί το χέρι τους!!!...). Δεν είναι παρά τα εκτελεστικά (και μάλιστα αδίστακτα) όργανα εφαρμογής των επιταγών της τρόικας και των μηχανισμών της εντός του Υπουργείου, που έχουν σχεδιάσει την πλήρη διάλυση του δημόσιου συστήματος ψυχικής υγείας και την ολοσχερή ιδιωτικοποίησή της, με τη μεταφορά του κόστους στους χρήστες των υπηρεσιών, με όσους εξ αυτών δεν έχουν να πληρώσουν, να τους περιμένει ο δρόμος και ο θάνατος.

Οσο για το προσωπικό, αντίστοιχη είναι η μεταχείρισή του : οι αριθμοί της κινητικότητας/ διαθεσιμότητας από το χώρο της Υγείας, από μηδενικοί αρχικά, ανέβηκαν μέσα σε λίγες μέρες από τον γνωστό και ως τηλεδιαφημιστή (δηλαδή, εκπαιδευμένο αρχιψεύτη) Υπουργό, μόνο για το 2013, από 1250, σε πάνω από 1600 και έπεται συνέχεια.

Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που κανείς Υπουργός δεν μπορεί και δεν πρέπει, πλέον, να είναι πιστευτός και πρέπει όλοι μας να είμαστε «έτοιμοι για το χειρότερο», γιατί αυτό, το «διαρκώς χειρότερο», είναι που επιτάσσει το βάθος της κρίσης του καπιταλισμού, το από όλους αναγνωρισμένο ως μη διαχειρίσιμο χρέος και τα δολοφονικά μέτρα κατά της πλειονότητας της κοινωνίας για την σωτηρία των συμφερόντων των ολίγων.

Μιλούν για «μετακίνηση» των χρόνιων ασθενών και όχι για «αποιδρυματοποίηση» και «μετάβαση» σε δομές κλπ. Μετακίνηση....δεν μας λένε, όμως, αν οι περίπου 200 χρόνιοι ασθενείς του ΨΝΑ (και αντίστοιχα των άλλων ψυχιατρείων) θα «μετακινηθούν» με φορτηγά ή με καμιόνια, καθώς εμείς ξέρουμε τι σημαίνει μετάβαση ενός ασθενή σε στεγαστική δομή στην κοινότητα, τον χρόνο και την διαδικασία που απαιτείται - και τώρα ακούμε ότι ένας τεράστιος αριθμός θα «μετακινηθεί» μέσα σε τέσσερις μήνες!

Τέτοιου τύπου μεταφορές («μετακινήσεις») γίνονταν κάποτε μόνο προς τα στρατόπεδα εξόντωσης. Και δεν αποκλείουμε ότι, για πολλούς εκ των χρόνιων ασθενών, η τρόικα του Υπουργείου Υγείας πιθανόν, σ΄ αυτή τη φάση, να έχει έτοιμα κάποια «ιδρύματα ανιάτων» ανά τη χώρα, τύπου Λεχαινών κλπ.

Και έπεται ο σχεδιασμός (που απαιτείται να δοθεί τώρα) για το κλείσιμο του ψυχιατρείου μέσα σε δυο χρόνια, δηλαδή η μεταφορά των ψυχιατρικών τμημάτων σε γενικά νοσοκομεία, είτε για να συγχωνευθούν με εκεί υπάρχουσες ψυχιατρικές κλινικές, είτε σε νοσοκομεία που δεν έχουν ψυχιατρική κλινική.

Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο και καταστροφικό πράγμα από την μεταφορά των κλινικών στα γενικά νοσοκομεία όπως τη σχεδιάζει η τρόικα : χωρίς επαρκές προσωπικό, χωρίς καμιά προετοιμασία, χωρίς τομεοποίηση, χωρίς κοινοτικές υπηρεσίες, κυρίως Κέντρα Ψυχικής Υγείας, οι κλινικές στα γενικά νοσοκομεία, ιδιαίτερα μέσα σε περίοδο κρίσης και προϊούσας μείωσης του δημόσιου τομέα, των διατιθέμενων πόρων και μέσων, θα αναπαράγουν κατ΄ αποκλειστικότητα τις πιο αδύναμες, ιδρυματικές πλευρές της τωρινής λειτουργίας τους εντός του ψυχιατρείου, αποτελώντας τον «κακό» και «ανεπιθύμητο» γείτονα σ΄ ένα σύστημα υγείας που καταρρέει.

Οσες διαβεβαιώσεις κι΄ αν δώσει ο όποιος Αδωνις Γεωργιάδης (και επειδή ακριβώς είναι «Αδωνις Γεωργιάδης»), είναι σίγουρο (και προειδοποιούμε επ΄αυτού) ότι πολλές εκ των ψυχιατρικών κλινικών του ΨΝΑ και των άλλων ψυχιατρείων, «μετακινούμενες», θα φτάσουν στα γενικά νοσοκομεία όχι ως κλινικές (με κλίνες), αλλά ως «Κέντρα Κρίσης», δηλαδή, με ελάχιστο προσωπικό, γιατρών και νοσηλευτών, μόνο για φαρμακευτική και ολίγων ωρών αντιμετώπιση «καταστάσεων κρίσης» ανθρώπων, που εν συνεχεία θα στέλνονται στο σπίτι τους (ή στο δρόμο) χωρίς να νοσηλεύονται. Και οι δικαιολογίες γι΄ αυτή την «μετάλλαξη» καθ΄οδόν από το ψυχιατρείο στο γενικό νοσοκομείο θα είναι πολλές: ότι θα είναι το «πρώτο βήμα», ότι «δεν υπάρχει χώρος και, μέχρι να βρούμε, θα λειτουργούμε έτσι» κλπ.

Η μεταφορά Ψυχιατρικών Κλινικών ως «Κέντρων Κρίσης» στα γενικά νοσοκομεία προβλέπεται και στο Δεκαετές Πρόγραμμα για την Αναθεώρηση του «Ψυχαργώς», που έχει υπογράψει ο πρώην υφυπουργός Υγείας Μπόλαρης και που έχουν συντάξει οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι σύμβουλοι του Λοβέρδου, εκ των ΜΚΟ, του Πανεπιστήμιου, αλλά δυστυχώς και από το ΨΝΑ. Και επιτελούν το χείριστο έργο όσοι (ιδιαίτερα ορισμένοι, όπως φημολογείται, διευθυντές ψυχίατροι του ΨΝΑ) έχουν εμπλακεί στο παιχνίδι της ανεύρεσης και κατοχύρωσης του γενικού νοσοκομείου της αρεσκείας τους για μεταφορά εκεί της κλινικής τους, ερήμην των συνεργατών τους και του προσωπικού, ανοίγοντας το δρόμο, στο όνομα και του προσωπικού τους οφέλους, στα σχέδια της διάλυσης (και κατ΄ ουδένα τρόπο αποϊδρυματοποίησης και μετασχηματισμού)του ΨΝΑ.

Και πίσω απ΄ όλα αυτά, περιμένει η μετατροπή του Μποδοσάκειου σε «τμήμα ακαταλογίστων», μια φυλακή ψυχικά πασχόντων που προοιωνίζεται ως το όνειδος της επόμενης ιστορικής περιόδου στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Αυτή τη στιγμή η Διοίκηση του ΨΝΑ, κατ΄ εντολήν του Υπουργείου, ετοιμάζει τους όρους για την απρόσκοπτη, στο άμεσο μέλλον, διάλυση όλων των δομών του ΨΝΑ, με την απόφαση για αλλαγή των όρων ως προς την διάρκεια των συμβολαίων, ώστε να μπορούν να ξενοικιάσουν τα κτίρια χωρίς κόστος όταν προκύψει η ανάγκη για την συγχώνευσή τους, ή το πέρασμά τους σε άλλο φορέα, «μη κερδοσκοπικό» ή και ανοιχτά κερδοσκοπικό. Δομές, όπως και τμήματα, που σε λίγο, λόγω έλλειψης προσωπικού, δεν θα μπορούν να βγάζουν ούτε την πιο υποτυπώδη βάρδια…

Όπως μπορεί να δει κανείς, θα υπάρξουν πολλοί τρόποι που η τρόικα και η εγκάθετή της κυβέρνηση θα μπορούν να βρουν για να ξεφορτωθούν δημόσιους υπαλλήλους από την Υγεία, ακόμα κι΄ αν δεν τους θέσουν σε διαθεσιμότητα/κινητικότητα τώρα : στο μέλλον θα μπορούν και να τους πετάξουν απευθείας στον ιδιωτικό τομέα μαζί με τις ίδιες τις δομές στις οποίες «πιθανόν» θα δουλεύουν ακόμα. Ακόμα και η ληστρική παρακράτηση μεγάλου ποσοστού των συντάξεων των ασθενών που διαμένουν στις στεγαστικές δομές, που νομοθέτησε ο Λοβέρδος και επανέφερε τώρα ο Γεωργιάδης, μπορεί να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση: να οδηγήσει περαιτέρω τις δομές στο δρόμο της ιδιωτικοποίησης καθώς έτσι εξασφαλίζουν μειωμένη κρατική επιχορήγηση. Είναι ένας λόγος παραπάνω που η παρακράτηση των συντάξεων δεν πρέπει να περάσει.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στις 27 Αυγούστου έχει συγκληθεί σύσκεψη των Διοικητών και των προέδρων των Τομεακών Επιτροπών(ΤΕΨΥ), καθώς και άλλων στελεχών του Υπουργείου, για την χάραξη των συγκεκριμένων σχεδίων για το ολοταχές κλείσιμο του ψυχιατρείου. Είναι σαφές ότι, αν δεν υπάρξει αντίσταση σ΄ αυτά τα σχέδια, το μέλλον και μάλιστα, το άμεσο μέλλον, που αγγίζει πλέον το παρόν στο οποίο ζούμε, είναι άκρως ζοφερό, εξίσου για τους λειτουργούς ψυχικής υγείας όλων των ειδικοτήτων και τους ασθενείς.

Είναι, επίσης, σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανένας διάλογος και διαπραγμάτευση με το Υπουργείο του Αδωνι, το οποίο ανέλαβε μόνο ως εκτελεστής άνωθεν και έξωθεν

ειλημμένων αποφάσεων - που κάνει δηλώσεις για πράγματα περί των οποίων δεν έχει την

παραμικρή ιδέα, σαν μαγνητοταινία, εκφέροντας αυτά που του υπαγορεύει η τρόικα. Η μόνη «πρωτοτυπία» του είναι ο ύπουλος/λαϊκιστικός και ταυτόχρονα βάναυσος/ τρομοκρατικός τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να τα επιβάλει. Αλλωστε, γι΄ αυτό τον διόρισαν σ΄ αυτό πόστο, σ΄ αυτή τη φάση. Με ένα τέτοιο Υπουργό, δεν υπάρχει διάλογος, δεν υπάρχει διαπραγμάτευση.

Τα σχέδια τους όχι μόνο δεν έχουν καμιά σχέση με το όραμα της πάλαι ποτέ ψυχιατρικής μεταρρύθμισης για τον «μετασχηματισμό και την υπέρβαση του ψυχιατρείου», προς ένα ολοκληρωμένο, βασισμένο στην κοινότητα, δημόσιο και δωρεάν σύστημα ψυχικής υγείας, αλλά είναι ακριβώς στην διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση.

Δεν παύουμε να παλεύουμε, με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, για Τομεοποίηση (μικροί τομείς των 100.000 κατοίκων), με ολοκληρωμένο κοινοτικό δίκτυο εντός αυτών (ΚΨΥ κλπ) και μονάδα νοσηλείας το πολύ 15 κλινών σε γενικό νοσοκομείο με (τουλάχιστον 25 άτομα νοσηλευτικό προσωπικό), δραστική αύξηση των προσλήψεων νοσηλευτικού προσωπικού, ιατρικού, αλλά και των άλλων ειδικοτήτων.

Υποκείμενα της αλλαγής είναι οι λειτουργοί ψυχικής υγείας και οι ασθενείς καθώς και η ίδια η κοινωνία – δεν νοείται ψυχιατρική μεταρρύθμιση με άνωθεν διοικητικές αποφάσεις και ντιρεκτίβες και με τους λειτουργούς απλά εκτελεστικά (και ταυτόχρονα φοβισμένα) όργανα.

Θεωρούμε ότι, όπως είναι σήμερα τα πράγματα, δεν έχει κανένα νόημα το να πάμε, και μάλιστα με το ζόρι, «εκτός» του ψυχιατρείου. Αυτό το «εκτός», με αυτό τον τρόπο, είναι της τρόικας, είναι ο Καιάδας.

Δίνουμε τη μάχη μας «εντός», ανοιχτοί με κάθε τρόπο, θεραπευτικά και κοινωνικά, στις σχέσεις με τους ασθενείς, μεταξύ μας και με όλη την κοινωνία, με την οποία πρέπει να εγκαθιδρύσουμε τις πιο πλατειές αγωνιστικές συμμαχίες.

Πάντα θεωρούσαμε ότι η ψυχιατρική μεταρρύθμιση και η αποιδρυματοποίηση δεν είναι απλώς ένας «τόπος» εκτός του ψυχιατρείου, αλλά, πρωτίστως, ένας «τρόπος», μια εναλλακτική θεραπευτική προσέγγιση και, ευρύτερα, θεσμική οργάνωση. Αυτός ο «τρόπος», σε όλη την πολυδιάστατη υπόστασή του, θεραπευτική, κοινωνική, πολιτισμική, περνάει μέσα από την αντίσταση και την ανατροπή των σχεδίων για το νεοφιλελεύθερο κλείσιμο του ψυχιατρείου. Μόνο σ΄ αυτή τη βάση μπορεί να δημιουργηθούν οι όροι (θεσμικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί) για ένα πραγματικό «εκτός» και πέραν του ασύλου.

Καλούμε σε συντονισμό όλα τα σωματεία των ψυχιατρείων (όπως και των άλλων νοσοκομείων στα κοινά μας αιτήματα) για αντίσταση ενάντια σε όλες τις διαδικασίες, τις διαταγές, τις εντολές για μετακινήσεις, κλείσιμο, μεταφορές κλινικών. Όπως επίσης, σε διαδικασίες αξιολογήσεων, μετακινήσεων, διαθεσιμότητας.

Θέλουμε όλοι οι ασθενείς να επανενταχθούν και να μεταβούν σε στεγαστικές δομές, αλλά με τους χρόνους και τις διαδικασίες που είναι θεραπευτικές και εξατομικευμένες και όχι σαν μεταφορά σωρού σκουπιδιών που θέλουν η τρόικα, η Μακρή και ο Γεωργιάδης.

Καλούμε όλους ν΄ απόσχουν από την όποια μυστική διαπραγμάτευση που ευοδώνει και θέτει σε διαδικασία υλοποίησης τα σχέδια της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης του ΨΝΑ. Καλούμε όλους όσους συμμετέχουν σε τομεακές επιτροπές (ΤΕΨΥ) να παραιτηθούν και να μη δώσουν χείρα βοηθείας και νομιμοποίηση σ΄ αυτά τα σχέδια.

Καλούμε σε διαρκείς γενικές συνελεύσεις, καταλήψεις, απεργιακές κινητοποιήσεις μέχρι να πάρουν πίσω όλα τα σχέδια διάλυσης, να γίνουν άμεσα προσλήψεις προσωπικού και να φύγει η κυβέρνηση της τρόικας

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΨΝΑ

6/8/2013

 

22Ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΨΕ

ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΑ «ΛΑΘΑΚΙΑ» ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟ «ΠΡΑΓΜΑ ΚΑΘΕΑΥΤΟ»

Μ΄ ένα σύντομο κείμενο που υπογράφει ο πρόεδρός της, η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ) έστειλε στους άμεσα ενδιαφερόμενους την πρώτη ειδοποίηση για το επόμενο, 22ο Πανελλήνιο Συνέδριό της, που θα γίνει στις 10-14 Απριλίου 2014, στο ξενοδοχείο Costa Navarino στην Πύλο.

Εκ των τεσσάρων παραγράφων της ανακοίνωσης/πρόσκλησης, η δεύτερη και τρίτη έχουν ως εξής:

«Όπως σε όλα τα συνέδρια της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, έτσι και σ΄ αυτό θα δοθεί η δυνατότητα σε συναδέλφους ψυχιάτρους να παρουσιάσουν την μελέτη τους σε σημαντικά θέματα που τους απασχολούν στην καθημερινότητα τους.

Το 22ο Πανελλήνιο Ψυχιατρικό Συνέδριο αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για προβολή των προϊόντων της εταιρείας σας σε ένα εξειδικευμένο κοινό και σας καλούμε να προβλέψετε την συμμετοχή σας σ΄ αυτό».

Μετά από λίγο, όμως, στάλθηκε, μια «ορθή επανακοινοποίηση» της ανακοίνωσης του συνεδρίου, από την οποία είχε αφαιρεθεί η τρίτη παράγραφος, αυτή που καλεί τις εταιρίες να συμμετάσχουν για προβολή των προϊόντων τους.

Οι εταιρίες είναι προφανώς οι φαρμακευτικές, τα προϊόντα τους τα ψυχοφάρμακα, το «εξειδικευμένο κοινό» (οι «ενδιάμεσοι» στην προώθησή τους προς τον χρήστη) οι ψυχίατροι.

Είναι γνωστό, φυσικά, ότι τα συνέδρια αυτά, τόσο της ΕΨΕ όσο και τα αντίστοιχα διεθνή, είναι μια από κοινού οργάνωση, αφενός των επισήμων σωμάτων της ψυχιατρικής κοινότητας και αφετέρου, των φαρμακοβιομηχανιών : με την έκθεση των φαρμακευτικών προϊόντων να καταλαμβάνει τον κεντρικό χώρο και γύρω-γύρω, σε διάφορες αίθουσες, οι ψυχίατροι να κάνουν ανακοινώσεις, πολλές των οποίων έχουν να κάνουν ακριβώς με τις ενδείξεις χρήσης κλπ των παραδίπλα εκτιθέμενων προϊόντων.

Είναι πολλά που θα είχε να πει κανείς για τη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο χώρο του φαρμάκου, με τα γενόσημα, την υποχρεωτική αναγραφή της δραστικής ουσίας κλπ. Μέτρα, δηλαδή, της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης που έχουν βάλει κι΄ άλλους παίχτες στο νταλαβέρι της αγοράς του φαρμάκου, μεταλλάσσοντας τους όρους υπό τους οποίους ασκείται η πολιτική χειραγώγησης της ψυχιατρικής (και ευρύτερα της ιατρικής) κοινότητας από τις φαρμακοβιομηχανίες και επομένως, τη βάση των «γνωστών» σχέσεων που παραδοσιακά είχαν εγκαθιδρυθεί μεταξύ τους.

Θα εκφράσουμε απλώς την εξής «απορία»: μέσα στην νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, αυτήν της πρωτοφανούς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, με το σύστημα ψυχικής υγείας (όπως και του ασφαλιστικού συστήματος και όλων των κοινωνικών θεσμών)σε κυριολεκτική κατάρρευση, δεν υπήρξε καμιά διερώτηση της επίσημης ψυχιατρικής πάνω στον εαυτό της, για τον τρόπο που σκέπτεται και πράττει, για το σύστημα εντός του οποίου λειτουργεί όλα αυτά τα χρόνια, για τον εξουσιαστικό χαρακτήρα των πρακτικών της, για τις διαγνωστικές της κατηγοριοποιήσεις και τις θεραπευτικές της προσεγγίσεις, για το ρόλο που έχει αναλάβει και επιτελεί για την διατήρηση της δημόσιας τάξης – και, στα πλαίσια αυτά, για την εξάρτησή της από (και τη συνέργειά της με) το βιοφαρμακοβιομηχανικό σύμπλεγμα;

Οι «ψυχικά ασθενείς», όταν περνούν μια «κρίση» (εντός της οποίας γίνεται σεβαστή η υποκειμενικότητά τους και δεν αντιμετωπίζονται κατασταλτικά από το ψυχιατρικό σύστημα), μπορεί, μέσα από την οδύνη που βιώνουν και ανατρέχοντας στην ιστορία και στις εμπειρίες τους, στην διαδρομή μέσα από την οποία οδηγήθηκαν έως εκεί, να μάθουν κάτι περισσότερο για τον εαυτό τους και να προχωρήσουν σε αλλαγές στη ζωή τους.

Οι ψυχίατροι θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν, αντιστοίχως, την παρούσα «κρίση» (αυτή

την εκ βάθρων διάρρηξη των όρων κοινωνικής ύπαρξης και αναπαραγωγής του ανθρώπου) ως υποκείμενα και επομένως, ως ευκαιρία για σοβαρή διερώτηση πάνω στις «απόλυτες αλήθειες» των διαφόρων σχολών τους και στον κοινωνικό ρόλο και λειτουργία που ασκούν, ή θα την διέλθουν λειτουργώντας «σαν να μη συμβαίνει τίποτα» και «όπου βγάλει»; Θα μπει ποτέ υπό αμφισβήτηση η νοσηρή σχέση ψυχιατρικής-φαρμακοβιομηχανίας;

Γιατί, διαφορετικά, ήταν πιο συνεπής η διατύπωση στη πρώτη ειδοποίηση της ΕΨΕ, που καλούσε όλους τους «συμβαλλομένους», ψυχιάτρους και εταιρείες, στην «κοινή εκδήλωση» έτσι ώστε να μην στέλνονται ξεχωριστές ειδοποιήσεις, υποτίθεται για να αποφύγει κανείς να «εκτίθεται».

(Κι΄ ας μην πει κανείς «είμαστε αθώες παρθένες, το κάνουμε μόνο για τα έξοδα του συνεδρίου», γιατί δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να γίνονται τα συνέδρια σε υπερπολυτελή παραθαλάσσια ξενοδοχεία, όπου περνάει κανείς πιο πολύ χρόνο κοντά στη θάλασσα και με τους ανθρώπους των εταιρειών παρά στις αίθουσες του συνεδρίου).

4/8/2013

Psyspirosi.gr

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

(ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ)

Είναι σε εποχές σαν κι΄ αυτή, και ιδιαίτερα σ΄ αυτή που ζούμε σήμερα, της πιο βαθειάς κρίσης στην ιστορία του καπιταλισμού, που η υλική βάση της δοσμένης κοινωνικής οργάνωσης, αυτή που (πάντα σε «τελευταία ανάλυση») προσδιορίζει το όποιο εποικοδόμημα (πολιτικό, πολιτιστικό κλπ), εκδηλώνεται με τρόπο που φέρνει αυτόν τον υπερπροσδιορισμό που ασκεί, σε πρώτο πλάνο: πρόκειται για την οικονομία ως σύστημα κοινωνικών σχέσεων.

Όπως όλες οι διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, έτσι και η «Ψυχική Υγεία», είτε ως κατάσταση «υγείας» του υποκειμένου, είτε ως σύστημα υπηρεσιών που απαντούν σε (ή διαχειρίζονται και ελέγχουν) αντίστοιχες ανάγκες, βρίσκεται σε μιαν ορισμένη, ιστορικά διαμορφωμένη σχέση με την εκάστοτε κοινωνική οργάνωση, εντός της οποίας αναδύεται, λαμβάνει υπόσταση, δομείται και λειτουργεί.

Σε πείσμα των όποιων βιολογικών και ψυχολογικών (ή και κοινωνιολογικών) αναγωγισμών, είναι η απύθμενη βαρβαρότητα που πηγάζει και αναδύεται σήμερα από τα σπλάχνα της συγκεκριμένης κοινωνικής οργάνωσης, που φέρνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στο προσκήνιο και κάνει «ορατό» αυτό που σε άλλες περιόδους (ή φάσεις του, πάλαι ποτέ, οικονομικού «κύκλου») μπορούσε να «κρύβεται», αφήνοντας ένα πεδίο φαινομενικής ‘απροσδιοριστίας΄, ελεύθερο για τις όποιες θεωρησιακές και αναγωγιστικές υποθέσεις και κατασκευές, μακράν, ερήμην και ενάντια στον όποιο υπερπροσδιορισμό (διαλεκτικό και σε καμιά περίπτωση γραμμικό και μονοσήμαντο) από την οικονομική βάση της κοινωνικής οργάνωσης : ως προς το ‘καλώς έχειν’, τις προσδοκίες και τις ποικίλες νοηματοδοτήσεις του υποκειμένου, αλλά και τις μορφές, την ένταση και την έκταση του ψυχικού πόνου. Ως προς τις ‘επιστημονικές’ κατασκευές, τα θεωρητικά σχήματα και τις πρακτικές της κατεστημένης ψυχιατρικής, που λειτουργούν σε μια λογική αντιστοιχίας και συνέργιας με τα στερεότυπα, τις διαδικασίες και τις πολιτικές του κοινωνικού αποκλεισμού. Ως προς τα συστήματα, τέλος, Υγείας και Ψυχικής Υγείας, που διαμορφώνονται σε συνάρτηση με τα παραπάνω και συγκροτούνται με σκοπό την θεραπεία και/ή τον έλεγχο καταστάσεων οδύνης, ‘μη κανονικών’ και ανεπιθύμητων συμπεριφορών.

Παρ΄ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα, όταν τα διαδοχικά μνημόνια οδηγούν όλο και πιο πλατειά κοινωνικά στρώματα σε μια χωρίς προηγούμενο εξαθλίωση, όταν το αίσθημα της απόγνωσης γίνεται καθημερινό βίωμα σε μια ζωή από την οποία αφαιρείται ο ίδιος ο «φέρων οργανισμός» της, που είναι η ελπίδα σε ένα μέλλον (όταν, δηλαδή, αφαιρείται αυτό που θεμελιώνει και κάνει δυνατή τη ζωή ως τον ορίζοντα που ανοίγει και αποκαλύπτεται ως μια προοπτική), καθώς η συντριπτική πλειονότητα καλείται να συλλάβει, πλέον, τη ζωή της εν μέσω της «απουσίας μέλλοντος» που οικοδομούν γι΄ αυτήν οι νέοι όροι για την «σωτηρία» του συστήματος, ακόμα και τώρα, ο κύριος κορμός της ψυχιατρικής κοινότητας (και ανεξαρτήτως θεωρητικής «σχολής» και/ή πολιτικής τοποθέτησης) εξακολουθεί να θεωρεί την επίδραση της οικονομικής κρίσης, στην καλλίτερη περίπτωση, ως ‘εκλυτικό’ παράγοντα του ψυχικού πόνου, σπανίως όμως, ως, κατά κύριο λόγο, αιτία του.

Ακόμα και οι αυτοκτονίες, με την ραγδαία αύξησή τους μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ως έκφραση της αλματώδους αύξησης της έντασης, του βάθους και της έκτασης της ανθρώπινης υπαρξιακής απόγνωσης και της αίσθησης ενός αμετάκλητου

αδιεξόδου, τείνουν, ακόμα και τώρα, ν΄ αποδίδονται πρωτίστως (κυρίως από κάποιους ψυχαναλυτές) σε ‘εσωτερικούς’ παράγοντες, που έχουν την καταγωγή τους σε τραυματικά βιώματα της παιδικής ηλικίας, με την επίδραση της κρίσης ν΄ αποτελεί, στην καλλίτερη περίπτωση, ένα δευτερεύων, απλώς επιβαρυντικό, στοιχείο στο όλο πλέγμα των ερμηνειών τους. Αλλοι πάλι, από όλο, σχεδόν, το φάσμα των «σχολών», αμφισβητούν είτε την ίδια την αύξηση των αυτοκτονιών στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια, είτε, οι περισσότεροι, το μέγεθος αυτής της αύξησης και υποστηρίζουν ότι η όλη φιλολογία περί αύξησης (και μάλιστα μεγάλης) των αυτοκτονιών οφείλεται σε άγνοια, διαστρέβλωση, υπερεκτίμηση ή εσφαλμένη ανάγνωση των υπαρχόντων στατιστικών στοιχείων, τα οποία, σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, παρουσιάζουν από μικρή μείωση, το 2010 (σε σχέση με το 2009), έως μια κατά 26.5% αύξηση το 2011. Ακούμε συχνά ότι αυξήθηκε κυρίως η ‘αυτοκτονικότητα’, αλλά όχι τόσο οι αυτοκτονίες - αν και μια αύξηση έστω κατά 26.5% σ΄ ένα χρόνο δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αντιμετωπιστεί ως αμελητέα. Το 2011 σημειώθηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, 477 αυτοκτονίες, σε σχέση με τις 377 το 2010. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν 328 αυτοκτονίες το 2007, 373 το 2008 και 391 το 2009. Ο αριθμός των 477 αυτοκτονιών το 2011είναι ο μεγαλύτερος που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα εδώ και 50 χρόνια, από τότε, δηλαδή, που άρχισαν οι επίσημες καταγραφές, σύμφωνα με τον ΠΟΥ. Υπολείπεται σίγουρα πολύ από τον πραγματικό αριθμό, αλλά ακόμα και αυτό το ποσοστό αύξησης, αυτός ο αριθμός για το 2011, δεν επιτρέπει με κανένα με κανένα τρόπο ν΄ αντιμετωπίζονται μ΄ ένα είδος «ιερής αγανάκτησης», με την οποία «σκίζει τα ιμάτιά της», μεγάλο μέρος της ψυχιατρικής κοινότητας, οι καθόλου αβάσιμοι ισχυρισμοί ότι η αύξηση του ποσοστού των αυτοκτονιών είναι πολύ μεγαλύτερη από τα επίσημα στοιχεία. Σαν μια υπόρρητη προσπάθεια εξιλέωσης του συστήματος και των καταστροφών που προκαλεί... σαν να θέλουν να πουν «εντάξει, δύσκολη η κατάσταση, αλλά ο κόσμος αντέχει ακόμα, μη γινόμαστε υπερβολικοί …γιατί, στο κάτω-κάτω, δεν αυτοκτονούν όλοι, αλλά ορισμένοι; Αρα οι εσωτερικές/υποκειμενικές αιτίες παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο…».

Τέτοιες τοποθετήσεις, τέτοιες στάσεις, τείνουν να βρίσκονται πολύ πίσω ακόμα και από κλασσικά εγχειρίδια αναφοράς που εισάγουν ως εξής στην διαπραγμάτευση που κάνουν για την αυτοκτονία: «Η αυτοκτονία είναι ένας εμπρόθετος αυτο-προκαλούμενος θάνατος…. Η αυτοκτονία δεν είναι μια άσκοπη ή τυχαία ενέργεια. Αντίθετα, είναι ένας δρόμος έξω από ένα πρόβλημα ή μια κρίση, που προκαλεί αμετάκλητα έντονη οδύνη. Η αυτοκτονία συνδέεται με ακυρωμένες ή ανεκπλήρωτες ανάγκες, αισθήματα απελπισίας και «αβοήθητου» (helpnessness), αμφιθυμικές συγκρούσεις ανάμεσα στην επιβίωση και στο ανυπόφορο stress, ένα στένεμα των επιλογών που γίνονται αντιληπτές και μια ανάγκη διαφυγής…» (Kaplan, Sadock, Grebb: «Synopsis of Psychiatry», 7th edition, 1994) (υπογρ. δική μας). Ή, μήπως, έχουν καταστεί, πλέον, ‘υπερβολικά κλασσικά’ μπροστά στις νέες βιοπολιτικές ανάγκες που καλείται να υπηρετήσει η σημερινή ψυχιατρική της εποχής των μνημονίων;

Παρ΄ όλη την δηλωμένη λατρεία της κυρίαρχης ψυχιατρικής στα λεγόμενα «ερευνητικά δεδομένα», φαίνεται ότι η χρήση και η αξιοποίησή τους, ή, αντίθετα, η αποσιώπηση και απόκρυψή τους, είναι πολύ επιλεκτική. Επί του προκειμένου, μ΄ αυτές τις τοποθετήσεις, αγνοείται πλήρως (ή υποβαθμίζεται σε περιφερειακής σημασίας ζήτημα) η πληθώρα των εμπεριστατωμένων και πλήρως τεκμηριωμένων ερευνών, εδώ και πάνω από 80 χρόνια (ήδη από την δεκαετία του 30), για την μεγάλη αύξηση των αυτοκτονιών στον καπιταλιστικό κόσμο, στις περιόδους οικονομικής κρίσης (ύφεσης και ανεργίας). Τα σχετικά ερευνητικά δεδομένα θα έπρεπε ν΄ αποτελούν τη βάση και να συνιστούν τους κατευθυντήριους άξονες όχι μόνο για την περαιτέρω έρευνα, αλλά, επίσης, για την κατανόηση και την αντιμετώπιση του ζητήματος. Ότι, δηλαδή, η αυτοκτονία έχει πολύ να κάνει με τις διαδικασίες στον τομέα της εργασίας (labor dynamics) και ιδιαίτερα με την ανεργία (1). Οτι τα ποσοστά των αυτοκτονιών κορυφώνονται στην διάρκεια περιόδων οικονομικής ύφεσης σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα (2). Οτι ο δείκτης της ανεργίας είναι ο σημαντικότερος προγνωστικός παράγοντας των μεταβολών στα ποσοστά αυτοκτονίας, έχοντας μεγαλύτερη επίδραση στα ποσοστά αυτοκτονίας στους άρρενες (3). Ότι σε όλο το βιομηχανικό κόσμο η αυτοκτονία είναι πιο συχνή στους ηλικιωμένους και επίσης σε αυτούς που έχουν αποσυρθεί από την εργασία σε σχέση με τους ίδιας ηλικίας εργαζόμενους (4). Ότι, γενικά, εκτός από την ανεργία (που έχει τον πρωτεύοντα ρόλο), κρίσιμους στρεσσογόνους παράγοντες που οδηγούν στην αυτοκτονία, αποτελούν και τα προβλήματα στον χώρο εργασίας (που προφανώς πολλαπλασιάζονται στην διάρκεια των κρίσεων), καθώς και τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που δυσκολεύουν και δημιουργούν αδιέξοδα την καθημερινή ζωή του ατόμου (5). Ότι, ήδη από την εποχή του Emile Durkheim, τα υπάρχοντα δεδομένα έχουν διαχρονικά επιβεβαιώσει την διαπίστωσή του ότι «η εργασία προστατεύει από την αυτοκτονία» (6).

Θα ήταν ίσως καλλίτερα, προκειμένου να διατηρηθεί ένα τελευταίο ίχνος επιστημονικής εγκυρότητας και ανεξαρτησίας, ή, έστω, αποστασιοποίησης από την παραδοσιακή συμμαχία κράτους και ψυχιατρικής, να γίνει επιτέλους παραδεκτή η έλλειψη ενός αξιόπιστου εθνικού στατιστικού συστήματος, να σκύψει κανείς και σε άλλες στατιστικές πηγές, όπως σ΄ αυτή του σωματείου των εργαζομένων στο ΕΚΑΒ (οι πρώτοι που καλούνται να σπεύσουν σε απόπειρες ή τελεσθείσες αυτοκτονίες, τις οποίες καταγράφουν) και, προ πάντων, ν΄ αναζητηθεί η συγκρότηση ενός πραγματικά

αξιόπιστου συστήματος συλλογής στοιχείων για τον πραγματικό αριθμό των αυτοκτονιών. Οπου, πχ, να υπολογίζονται, με τον κατά το δυνατόν πιο ακριβή τρόπο, οι ‘συγκεκαλυμμένες’ αυτοκτονίες, αυτές, οι όχι λίγες, που, βοηθούντος και του μη άμεσα ‘ορατού’ τρόπου με το οποίο γίνονται, αποκρύπτονται από την οικογένεια, λόγω πολιτισμικών παραδόσεων, ή αυτές που προκαλούνται με έμμεσο τρόπο από ενέργειες του ατόμου κλπ. Σε ορισμένα συστήματα καταγραφής, οι απόπειρες που καταλήγουν σε εισαγωγή στο νοσοκομείο, καταγράφονται και παραμένουν καταγεγραμμένες ως τέτοιες, χωρίς να λαμβάνεται η υπόψιν η πιθανή τους μοιραία κατάληξη μερικές ημέρες μετά την εισαγωγή. Και αποτελεί ένα πραγματικό ερώτημα το πώς θα εκτιμηθεί, και αντίστοιχα θα καταγραφεί, ο επίσης μεγάλος αριθμός των σοβαρών αποπειρών αυτοκτονίας, με σαφή πρόθεση τερματισμού της ζωής, που δεν πετυχαίνουν το σκοπό τους, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με την πρόθεση (στη βάση και των εύκολων ερμηνειών περί υποσυνείδητων προθέσεων που αντιστρατεύονται τη συνειδητή απόφαση), αλλά με λόγους συγκυριακούς και τυχαίους που δεν επέτρεψαν το αποτέλεσμα που ήταν αναμενόμενο από την ενέργεια που επελέγη. Συχνά, τέτοιες απόπειρες επαναλαμβάνονται με επιτυχή κατάληξη την δεύτερη ή την τρίτη φορά - χωρίς απαραίτητα να υπόκειται μια σοβαρή «καταθλιπτική διαταραχή» σύμφωνα με τα υπάρχοντα ταξινομικά συστήματα. Δεν είναι «ψευδο» απόπειρες, που, ενίοτε, «κατά λάθος» πετυχαίνουν, αλλά πραγματικές απόπειρες, που, ενίοτε, «κατά λάθος» αποτυγχάνουν. Η θέση που αυτές πρέπει να έχουν, δεν είναι σε μια απλή καταγραφή «αποπειρών», σε αντιδιαστολή με αυτές που κατέληξαν σε θάνατο. Αυτές οι απόπειρες ανήκουν στον ίδιο «χώρο» με αυτές που κατέληξαν και η μόνη διάκριση που πρέπει να υπάρχει, ως καθαρά αριθμητικό στοιχείο, είναι το αν τελικά επήλθε ή όχι θάνατος. Μπορούν, όμως, οι υπάρχουσες στατιστικές υπηρεσίες να κάνουν τέτοιες εκτιμήσεις; Και ποιόν από τους κρατούντες ενδιαφέρει να δημιουργηθούν οι όροι ώστε να μπορούν να γίνουν τέτοιες εκτιμήσεις;

Το γεγονός ότι το «πρόβλημα των αυτοκτονιών», τόσο ως ποσοστό ανόδου (υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα, μια χώρα με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στη Ευρώπη, έχει υπάρξει ένας περίπου διπλασιασμός των αυτοκτονιών τα τελευταία τρία χρόνια - εγγίζοντας τις δυο κατά μέσον όρο ημερησίως), όσο και στην άμεσα αιτιώδη σύνδεση αυτής της ανόδου με την οικονομική κρίση, δεν γίνεται δεκτό και/ή υποβαθμίζεται από την πλειονότητα της ψυχιατρικής κοινότητας, ανακαλεί την αντίστοιχη απόρριψη με την οποία, αυτή η κατεστημένη διεθνής ψυχιατρική κοινότητα έχει αντιμετωπίσει την επίδραση του κοινωνικού πλαισίου (ως καθοριστικού, αιτιώδους παράγοντα) όχι μόνο στην επιδείνωση (και στη μορφή που εμφανίζεται), αλλά και στην ίδια την πρόκληση και την δημιουργία του ψυχικού πόνου και της ψυχικής διαταραχής. Όπως, πχ, τα ποικιλοτρόπως διασταυρωμένα ερευνητικά δεδομένα που αφορούν στη σύνδεση της «σχιζοφρένειας» με τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, ότι δηλαδή, η «σχιζοφρένεια» μπορεί να προκληθεί, έστω και εν μέρει, από παράγοντες που έχουν να κάνουν με τις συνθήκες ζωής των κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Όπως είχαν γράψει σχετικά οι αμερικανοί ψυχίατροι John Strauss και William Carpenter, αυτή η απόρριψη των κοινωνικών παραγόντων (όχι ως επιμέρους, με απλώς «επιβαρυντικό» χαρακτήρα, στοιχείων μιας κατά βάση βιολογικής αιτιότητας, αλλά ως αιτιολογικών παραγόντων) από την επίσημη ψυχιατρική κοινότητα «…μπορεί ν΄ αντανακλά το γεγονός ότι η έρευνα, η συγγραφή κλινικών συγγραμμάτων και η διδασκαλία που ασκείται, προέρχονται, συνήθως, από πρόσωπα και θεσμούς προσανατολισμένους πρωτίστως στην κατεύθυνση των ανώτερων και μεσαίων κοινωνικών τάξεων, ενώ ένας μεγάλος αριθμός των ασθενών που πάσχουν από σχιζοφρένεια προέρχονται από τις κατώτερες τάξεις και είναι άνεργοι» (7).

Πέραν αυτού, υπάρχει ένα ακόμα στοιχείο, που πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής στη σημερινή εποχή, για τον ρόλο που καλείται να παίξει η Ψυχιατρική, σε πλήρη συμφωνία με την κοινωνική της αποστολή στη βάση της οποίας συστάθηκε ήδη από τον 19ο αιώνα: πρόκειται για την λειτουργία της ως αναπόσπαστης παραμέτρου της, κατά τον Μισέλ Φουκώ, βιοεξουσίας για την άσκηση μιας «βιοπολιτικής του πληθυσμού»: δηλαδή, για την «χειραγώγηση των σωμάτων και την υπολογιστική διαχείριση της ζωής» για τις ανάγκες του κεφαλαίου. Πτυχές της η υγεία, η υγιεινή, η γεννητικότητα, η ευγονική, η μακροζωία, οι φυλές, η ιατρική και η ψυχιατρική εξουσία κλπ (8). Ο υγειονομικός θεσμός (με τις υγειονομικές ζώνες, που γίνονται ξανά στις μέρες μας κεντρικός και καθημερινός τρόπος διαχείρισης του πληθυσμού, με την καταδίωξη και διαπόμπευση των οροθετικών, τα προγκρόμ και τα στρατόπεδα, μετά από αυτά των μεταναστών, των τοξικομανών, των αστέγων κοκ) ήταν, από συστάσεώς του, ένας από του κύριους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου.

Τι ήταν αυτό που αποτέλεσε την συστατική πράξη της ψυχιατρικής, ως αναπόσπαστου μέρους της βιοεξουσίας; Ηταν, κατά τον Μ. Φουκώ, η ιατρικοποίηση του μη κανονικού, μέσω της τοποθέτησης του εκφυλισμού, που αυτός (ο μη κανονικός) αντιπροσώπευε (του ‘διαφορετικού’ ως κατωτερότητας), πάνω στο έδαφος της κληρονομικότητας. Αυτό οδήγησε στην απώλεια του όποιου θεραπευτικού της νοήματος, καθώς επιδίωξή της δεν θα είναι, πλέον, να θεραπεύσει, αλλά να λειτουργήσει πρωτίστως ως άμυνα της κοινωνίας απέναντι στους κινδύνους που αντιπροσωπεύουν οι μη κανονικοί. Προσλαμβάνει, έτσι, η ψυχιατρική μια λειτουργία, απλώς, νόμου και τάξης. «Γίνεται η επιστήμη της επιστημονικής προστασίας της κοινωνίας, γίνεται η επιστήμη της βιολογικής προστασίας του είδους» (9). Και είναι σ΄ αυτή τη βάση, με αφετηρία τον εκφυλισμό και την κληρονομικότητα, που η ψυχιατρική οδηγεί σε ένα ρατσισμό διαφορετικό από τον παραδοσιακό «εθνοτικό ρατσισμό» εκείνης της εποχής, «ένα ρατσισμό απέναντι στο μη κανονικό, απέναντι στα άτομα που επειδή είναι φορείς, είτε μιας κατάστασης, είτε ενός στίγματος, είτε ενός ελαττώματος, μπορούν να μεταδώσουν στους απογόνους τους, με τον πιο αστάθμητο τρόπο, τις απρόβλεπτες συνέπειες του μη κανονικού που φέρουν μέσα τους» (10). Ενα ρατσισμό «όχι ως πρόληψη, ή προστασία απέναντι σε μια άλλη ομάδα, αλλά για τον εντοπισμό μέσα στην ίδια την ομάδα όσων θα μπορούσαν πράγματι να είναι φορείς του κινδύνου. Ρατσισμός εσωτερικός, που επιτρέπει να φιλτράρονται όλα τα άτομα στο εσωτερικό μιας δεδομένης κοινωνίας» (υπογρ. δική μας) (11). Συμβάδισε, αυτός ο ρατσισμός, σε δρόμους παράλληλους, με τον παραδοσιακό ρατσισμό, που στη Δύση ήταν, πρωτίστως ο αντισημιτισμός, για να συγχωνευθεί μαζί του στις συνθήκες του ναζισμού. «Αλλά ακόμα και όταν απαλλάχθηκε από αυτές τις μορφές του ρατσισμού, ή ακόμα και όταν δεν ενεργοποίησε πραγματικά αυτές τις μορφές του ρατσισμού, η ψυχιατρική λειτούργησε πάντα, από τα τέλη του 19ου αιώνα, πρωτίστως ως μηχανισμός και αρχή κοινωνικής άμυνας» (12).

Γιατί, τι άλλο από λειτουργία ως μηχανισμού κοινωνικής άμυνας είναι η αναγωγή του

κοινωνικού στο ψυχολογικό/ατομικό και αυτού στο βιολογικό, στη βάση της οποίας λειτουργούν, στην πλειονότητά τους, όλα τα ρεύματα του κυρίαρχου παραδείγματος της σύγχρονης ψυχιατρικής;

Με τον τρόπο που είναι δομημένη και λειτουργεί η ψυχιατρική, ακόμα και στην καλλίτερη των περιπτώσεων (όταν, δηλαδή, έστω για λίγο, σηκωθεί το βλέμμα από την αυστηρή και μονομερή προσήλωση στους ‘εσωτερικούς μηχανισμούς’ του ατόμου), δεν μπορεί να πάει πέρα από την απλή αναγνώριση των κοινωνικών ‘παραγόντων’ (με την αναπαραγωγή της αναγωγιστικής προσέγγισης, αυτή τη φορά στο ‘κοινωνιολογικό’) ως μιας πραγματικότητας, υπαρκτής και καθοριστικής, αλλά την οποία το άτομο πρέπει να αποδεχτεί ως αυτή που είναι και να αναπτύξει τους προσαρμοστικούς του, προς αυτήν, μηχανισμούς. Σ΄ αυτή την κατεύθυνση λειτουργεί η πρακτική του «ψυχοφάρμακου ως μονόδρομου» (για τον απλό κατευνασμό της έντασης της οδύνης, αφήνοντας ανέγγιχτες τις αιτίες που την προκαλούν), αλλά και το πλήθος των ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, ακόμα και πολλών εκ των λεγόμενων ‘οικογενειακών’, όπου η έμφαση είναι, εν τέλει, στην αλλαγή του ατόμου, προκειμένου να προσαρμοστεί σε μιαν αμετακίνητη πραγματικότητα - ακόμα και στις άκρως οφθαλμοφανείς περιπτώσεις, όπου η αλλαγή της πραγματικότητας καθεαυτή θα ήταν ο κύριος, ο καθοριστικός θεραπευτικός παράγοντας.

Σ΄ αυτή τη λογική λειτουργούν, πχ, προγράμματα «υποστήριξης των ανέργων», μέσω κονδυλίων (πολλών εκατομμυρίων) του ΕΣΠΑ, που έχουν ανατεθεί σε ΜΚΟ της ψυχικής υγείας, σε συνεργασία με την ΓΣΕΕ, τα οποία αποσκοπούν, υποτίθεται, στην «ψυχολογική υποστήριξη» των ανέργων, ερήμην του κύριου θεραπευτικού παράγοντα, που θα ήταν η δημιουργία αξιοπρεπώς αμειβόμενων, σταθερών θέσεων εργασίας. Ψυχιατρική και ψυχολογία στη υπηρεσία του μνημονίου, με το αζημίωτο…

Είναι μ΄ αυτό τον εξοπλισμό, μ΄ αυτή τη λειτουργία, αδύναμη θεραπευτικά και ισχυρή ως εξουσία στην διεκπεραίωση της «κοινωνικής της ανάθεσης» (ως μηχανισμού κοινωνικής άμυνας), που η ψυχιατρική (αλλά, από πίσω της, και η ψυχολογία) έρχεται ν΄ αντιμετωπίσει, σήμερα, τον ψυχικό πόνο που η κρίση προκαλεί σε όλο και πιο πλατειά στρώματα του πληθυσμού. Συντελώντας, με όλον αυτό τον αναγωγιστικό της εξοπλισμό, στην εμπέδωση του διάχυτου, και άνωθεν ενορχηστρωμένου και κατευθυνόμενου, κλίματος ενοχοποίησης των πλατειών λαϊκών στρωμάτων για την ίδια την δημιουργία της κρίσης. Οι διάχυτες ατομικιστικές και εγωιστικές συμπεριφορές, προϊόν του αδιέξοδου που προκύπτει από την αδυναμία συγκρότησης μιας συλλογικής, κοινωνικής και χειραφετητικής, διεξόδου από την κρίση (διεξόδου «πέρα από» το σύστημα που την γεννά, και ταυτόχρονα ζει από αυτήν και διαμέσου αυτής), χρησιμοποιούνται ως σημείο αναφοράς για τα αίτια της κρίσης.

Για παράδειγμα, η όλη φιλολογία για τον «καταναλωτισμό», που προβάλλεται ως εκδήλωση ατομικών συμπεριφορών, μιας διάχυτης κουλτούρας, ενός συστήματος πρωτίστως πολιτισμικών αξιών, για το οποίο είναι όλοι συνυπεύθυνοι και ο οποίος θα πρέπει να αποβληθεί μέσα από την επιβολή μιας «ηθικής της σπάνεως», της πλήρους στέρησης, της μαζικής ανεργίας και της εξαθλίωσης, προκειμένου να εμπεδωθεί, καλά και σε βάθος, ότι πρέπει να ζούμε με το, κατά τους εκάστοτε κρατούντες προσδιοριζόμενο, «μέτρο», ή, πιο λαϊκά, ν΄ αρκούμαστε στα «λίγα», που σήμερα ισοδυναμούν με την κοινωνική εξόντωση. Αλλά μέσα σ΄ αυτό που περιγράφεται ως «καταναλωτισμός» εμπεριέχονται κατακτήσεις, την μεταπολεμική περίοδο, πλατειών κοινωνικών στρωμάτων, στα οποία, εκτός εργασία, μισθό, κατοικία, κοινωνικές παροχές, υπηρεσίες δημόσιας υγείας κλπ (με όλες τις εγγενείς αντιφάσεις και ανεπάρκειές τους), δόθηκε η δυνατότητα (αν και όχι σε όλους) να εμπλουτίσουν τον ελεύθερο χρόνο τους, πχ, με το να πάνε διακοπές, να ταξιδέψουν λίγο περισσότερο σε άλλες χώρες, που οι περισσότεροι πεθαίνουν έχοντάς τις δει μόνο στο χάρτη (εκτός αν εξαναγκαστούν να μεταναστεύσουν) κλπ. Στα πλαίσια της σύγχρονης διακυβέρνησης και για τους σκοπούς της παραπλάνησης και του αποπροσανατολισμού για την επιβολή του μνημονίου, οι κατακτήσεις που απαντούν σε βασικές ανθρώπινες ανάγκες, «μεταφράζονται» σε «κακές» «καταναλωτικές συμπεριφορές και πρότυπα», συσκοτίζοντας την «ικανοποίηση των αναγκών» (πάντα σε συνάρτηση με τον παραγόμενο από τους εργαζόμενους, αλλά στην ιδιοκτησία των «ολίγων», τεράστιο, στις μέρες μας, κοινωνικό πλούτο) με την διαμόρφωση και επιβολή από το σύστημα, για τις δικές του ανάγκες κερδοφορίας και χειραγώγησης, αλλοτριωτικών καταναλωτικών προτύπων, «τρόπου ζωής» και αξιών, που λειτουργούν στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης των μαζών για την αναπαραγωγή και διαιώνισή του.

Θα δούμε πολλές ψυχολογικές αναλύσεις για τον «καταναλωτισμό», ως πρωτίστως ατομικής συμπεριφοράς και προσωπικής επιλογής και ευθύνης, στα πλαίσια, ενίοτε, περαιτέρω αναλύσεων ότι «η κρίση είναι πολιτιστική και όχι οικονομική», ή «πρώτα πολιτιστική και μετά οικονομική (!!!)». Αλλά ελάχιστες, έως καμιά αναφορά στην σύγχρονη πηγή του, που είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το ξέσπασμα της κρίσης αυτού του συστήματος, μετά την πετρελαϊκή κρίση και την κατάρρευση των συμφωνιών του Μπρέτον Γούντς το 1971, όταν το κυρίαρχο τραπεζικό κεφάλαιο, για να διατηρήσει την κερδοφορία του, στράφηκε στην περαιτέρω δημιουργία χρέους, από το οποίο κέρδιζε μέσω των τόκων, δημιουργώντας μια «οικονομία του χρέους», εντός της οποίας, όχι μόνο δεν υπονομεύθηκαν τα όποια «καταναλωτικά πρότυπα», στη βάση των οποίων το σύστημα από μακρού επιχειρούσε την ενσωμάτωση των λαϊκών στρωμάτων, αλλά, αντίθετα, καλλιεργήθηκαν περαιτέρω, ενισχύθηκαν και, εν τέλει, επιβλήθηκαν και εξαπλώθηκαν, με κάθε δυνατό τρόπο, σ΄ ολόκληρη την κοινωνία (από την αγορά κατοικίας και αυτοκινήτων πολυτελείας, μέχρι τις διακοπές με δάνειο κοκ). Η αντίφαση, η «λογική του παραλογισμού», στη βάση της οποίας και μόνο μπορούσε να συνεχίσει την κερδοφορία του το κυρίαρχο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, ήταν ακριβώς ότι μπορούσε να απομυζά κέρδος μόνο μετατρέποντας το σύνολο της κοινωνίας σε οφειλέτες, και σε «καλούς καταναλωτές», προκειμένου να συνεχίζουν να είναι και να διαιωνίζονται ως οφειλέτες. Μέχρι, φυσικά, το σπάσιμο της παγκόσμιας φούσκας, από το 2007 και ύστερα (από την Leehman Brothers και την φούσκα των στεγαστικών δανείων, μέχρι την διαδοχική χρεοκοπία ολόκληρων χωρών, με πρώτη την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Κύπρο, με τη Ιταλία να έπεται, την Ευρώπη ολόκληρη, σε μια πλανητικής κλίμακας κατολίσθηση που δεν έχει τέλος).

Προκειμένου, επομένως, η ψυχιατρική και η ψυχολογία να μην γίνουν συνεργοί στην τρέχουσα βιοπολιτική της διαχείρισης των ραγδαία πολλαπλασιαζόμενων κοινωνικών στρωμάτων που οδηγούνται στην εξαθλίωση και στην κυριολεκτική εξόντωση, μια βιοπολιτική που ασκείται όλο και πιο συστηματικά με το ανέκαθεν προνομιακό εργαλείο της «ιατρικοποίησης» των κοινωνικών αντιφάσεων και σήμερα με τη «ιατρικοποίηση της κρίσης» (13), πρέπει, πρωτίστως, να θέσουν σε αμφισβήτηση την εφαρμογή της ιατρικοποίησης στο δικό τους πεδίο, ως ψυχιατρικοποίησης και ψυχολογικοποίησης.

Είναι σημαντικό ν΄ αποτελούν πάντα βασικές παραμέτρους της τρέχουσας ιατρικής και ψυχιατρικής πρακτικής (του τρόπου σκέψης της και των θεραπευτικών της απαντήσεων) στοιχεία των, εδώ και δεκαετίες, τεκμηριωμένων διεθνών ερευνών, όπως ότι ο υποσιτισμός και η κακή διατροφή, καθώς και οι κακές συνθήκες κατοικίας (ή, η έλλειψή της) αποτελούν σοβαρούς επιβαρυντικούς παράγοντες για την υγεία και σχετίζονται με τα αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Οτι στρεσσογόνοι παράγοντες όπως η μετανάστευση, η ανεργία, η αλλαγή της εργασίας (όπως και το διαζύγιο και γενικά οι απο-χωρισμοί) αποτελούν σημαντικές αιτίες εμφάνισης, ή επιδείνωσης, ψυχοπαθολογίας μεταξύ των πιο φτωχών στρωμάτων (14). Ότι η ανεργία μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική αστάθεια, κατάθλιψη, απελπισία, έλλειψη εμπιστοσύνης, προβλήματα στο σπίτι,, περιορισμό της δραστηριότητας και απάθεια (15). Ότι, επίσης, σύμφωνα με άλλες έρευνες, μεταξύ των ανέργων είναι συχνή η χαμηλή αυτοπεποίθηση, όπως και η χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ έχει διαπιστωθεί στενή σχέση μεταξύ ανεργίας και αυξημένης ψυχικής διαταραχής (16). Σε μια έρευνα στο Λανκασαϊρ της Σκωτίας, στη δεκαετία του 30, βρέθηκε ότι ομάδα ανθρώπων χαρακτηρισμένων ως χρόνιων σχιζοφρενών (των οποίων η ‘χρονιότητα’ συνήθως περιγράφεται με συμπτώματα παρόμοια με αυτά που βρέθηκαν στους μακροχρόνιους ανέργους), έκφρασαν λιγότερο αρνητισμό και περισσότερη αισιοδοξία για το μέλλον από ομάδα ανέργων που ερευνήθηκε παράλληλα (17).

Στην μεταπολεμική περίοδο είναι σημαντικά τα σχετικά στοιχεία που υπάρχουν (και που βλέπουν όλο και πιο συχνά το φως της δημοσιότητας καθώς έχουν καταστεί άκρως επίκαιρα), ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 70 και μετά, όταν το ΔΝΤ, με το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, ανέλαβε την δικτατορική επιβολή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών για «δημοσιονομική προσαρμογή», στη βάση του γνωστού τρίπτυχου «διάλυση/ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα», «πλήρης ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας για δραστική μείωση του κόστους εργασίας και μαζική ανεργία» και «πλήρης κατάργηση του κράτους πρόνοιας», σε μια σειρά από υπερχρεωμένες/χρεοκοπημένες χώρες, από την Λατινική Αμερική και την Ανατολική Ασία, μέχρι την Ανατολική Ευρώπη και, σήμερα, στις χώρες της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αρχίζοντας από την Ελλάδα, την Ιρλανδία κοκ. Σ΄ όλες αυτές τις χώρες, απ΄ όπου, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, «πέρασε το ΔΝΤ», υπήρξε μια σημαντική επιδείνωση όλων των δεικτών υγείας και ψυχικής υγείας και σημαντική αύξηση της θνησιμότητας στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, καθώς και των αυτοκτονιών.

Μπορεί ο ψυχίατρος, ή ο ψυχολόγος, να μην συνηθίζεται ν΄ ανοίγουν συζήτηση στις συνεδρίες τους, πχ, για την κρίση του χρέους και τις αιτίες της (αν και, στις μέρες που ζούμε, και ιδιαίτερα τις πολύ χειρότερες που πρόκειται να ζήσουμε, κανείς δεν πρέπει ν΄ αποκλείει ότι, κάποια στιγμή, μπορεί ακόμα και αυτό να χρειαστεί … να το φέρει, ας πούμε, η συζήτηση…). Ωστόσο, οι ευρύτεροι ορίζοντες της θεραπευτικής τους παρέμβασης (οι, ας το πούμε, άρρητες προϋποθέσεις και άξονές της), αν αυτή πρόκειται να είναι πραγματικά θεραπευτική (μπροστά, πχ, σε κάποιον που τα βλέπει όλα μαύρα, δεν μπορεί να κοιμηθεί, δεν θέλει πια τη ζωή του, αισθάνεται άχρηστος, ένοχος για τα πάντα, ή εδώ και λίγο καιρό άρχισε να έχει κρίσεις πανικού, φοβάται να

βγει από το σπίτι, συμπτώματα που εμφανίστηκαν πρόσφατα, ή τα έχει από παλιά αλλά τώρα έχουν επιδεινωθεί - ενώ, ταυτόχρονα, αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση στις σχέσεις με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, στις ανάγκες των οποίων αισθάνεται ότι πια δεν μπορεί ν΄ ανταποκριθεί - την ίδια στιγμή που είναι άνεργος, ή ζει με το άγχος μιας επικρεμάμενης απόλυσής του, ή είναι σε εκ περιτροπής εργασία, χρωστάει παντού και/ή το σπίτι του απειλείται με κατάσχεση), δεν μπορεί, αυτοί οι ορίζοντες και οι άξονες, να είναι ξεκομμένοι από μια συγκεκριμένη εκτίμηση των συμβάντων, που ήρθαν ν΄ αλλάξουν τη ζωή του, ως αιτιολογικών παραγόντων (σε αλληλεπίδραση, πάντα, με την ιδιαίτερη προσωπική ιστορία και διαδρομή του καθενός) και, επομένως, ως συστατικών στοιχείων, συχνά καθοριστικών, για την κατανόηση και για τον τρόπο προσέγγισης του προβλήματος.

Εχουν περάσει τρία χρόνια από την επιβολή του πρώτου μνημονίου, και ενώ διανύουμε την περίοδο του τρίτου μνημονίου, λίγο πριν από την επιβολή του τετάρτου (και ούτω καθεξής, όπως προβλέπεται για τα επόμενα 30 χρόνια, στη βάση του μη διαχειρίσιμου, όπως έχει εκτιμηθεί, μεγέθους του χρέους - αν υποθέσουμε ότι οι γενικότερες συνθήκες, πολιτικές, κοινωνικές, γεωπολιτικές συνθήκες παραμείνουν ως έχουν) και ο διάχυτος θυμός γίνεται όλο και πιο πολύς, την ίδια στιγμή που η σύγχυση, η οποία καλλιεργείται από τους κυβερνώντες, τα ΜΜΕ και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία και η έλλειψη μιας αξιόπιστης ορατής κοινωνικής διεξόδου, διαιωνίζει το μούδιασμα και την «παθητική» στάση.

Ολόκληρη η κοινωνία ζει, όλο αυτό το διάστημα, μέσα σε μια κατάσταση «σοκ και δέους» διαρκείας, σε μια κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» που διαρκώς ανανεώνεται και γίνεται όλο και πιο «έκτακτη» και πιο αυταρχική, καθώς, με διαδικασίες τροπολογιών σε νομοσχέδια της μιας μέρας, δημιουργείται το κατάλληλο νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο, έτσι ώστε τίποτα στην Ελλάδα των επόμενων δεκαετιών να μη θυμίζει αυτό που η σημερινή γενιά, οι προηγούμενες από αυτή, αλλά και η νέα γενιά (που ήδη ήταν αντιμέτωπη με ένα ‘θολό’ μέλλον), γνώρισαν, βίωσαν, πάλεψαν, έλπισαν : το ‘θολό’ μετατρέπεται σε ‘μαύρο’ και οι δύσβατες διαδρομές του χτες, βλέπουν σήμερα να ορθώνεται ένα αδιαπέραστο τείχος.

Δύσκολο να δεχτεί κανείς (εξίσου δύσκολο και το να αποδεχτεί και το να αντιδράσει δεόντως) ότι ένας ολόκληρος τρόπος ύπαρξης, κοινωνικός και ατομικός, που οικοδομήθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (σε ορισμένες πτυχές των μέτρων, και από καταβολής του ελληνικού κράτους), καταρρέει στα εξ’ ων συνετέθη. Ότι, πχ, το «Δημόσιο», με ό, τι αυτό σήμαινε για το σύστημα των προσδοκιών, αλλά και των αξιών, χιλιάδων οικογενειών από τα φτωχότερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα, για την εξασφάλιση του εργασιακού μέλλοντος της νέας γενιάς (με όλο το πλέγμα των πελατειακών σχέσεων, την δομική διαφθορά του, αλλά και τις κατακτήσεις που αυτό ενσάρκωνε, τόσο για τους «πάροχους» των υπηρεσιών, όσο και για τους «λήπτες»), έχει τελειώσει. Ότι δεν θα υπάρχει παρά μια μικρή σύνταξη σε πολύ προχωρημένη ηλικία, που ακόμα κι΄ αυτή δεν είναι σίγουρο ότι θα υπάρχουν οι προϋποθέσεις να δοθεί. Ότι η αγορά εργασίας ανατρέπεται εκ θεμελίων, μετατρεπόμενη στο βασίλειο της θεσμοθετημένης, πλέον, ελαστικότητας, της αβεβαιότητας και της επισφάλειας, με την ανεργία να καλπάζει σε πρωτοφανή ύψη (27%, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στην πραγματικότητα πάνω από 35%) και τους λίγους που θα διατηρήσουν μια θέση εργασίας, έρμαιους στις αδηφάγες ορέξεις των εργοδοτών για διαρκή μείωση του κόστους εργασίας, ν΄ αποτελούν την τάξη των ‘φτωχών εργαζόμενων’, που το εισόδημά τους δεν θα φτάνει ούτε για να πληρώσουν το νοίκι. Οτι θα πρέπει να πληρώνουν για να εξεταστούν στα (πρώην;) δημόσια νοσοκομεία κοκ.

Η οικονομική κρίση ακουμπάει, έτσι, παράλληλα με την δυνατότητα της καθαυτό επιβίωσης, την ίδια την έννοια του νοήματος της ζωής - γίνεται κρίση προοπτικών, που βιώνουν πρωτίστως οι νέοι - αυτοί των οποίων το ποσοστό ανεργίας έφτασε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 64%. Η προοπτική μιας «εργασιακής καριέρας» (είτε στο εργοστάσιο, είτε στο μαγαζί, είτε στις υπηρεσίες κοκ), βασικό, στις δεδομένες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, στοιχείο που δομεί και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξη, γίνεται, απλώς, μια ανάμνηση από το παρελθόν, έχοντας αντικατασταθεί, στην καλλίτερη περίπτωση, από την περιστασιακή και ολιγόμηνη κακοπληρωμένη εργασία, με αποδοχές εν είδει βοηθήματος και με τα μικρά ολιγόμηνα διαλείμματα, κατά τα οποία θα μπορεί κανείς να εργάζεται, να απέχουν όλο και πιο πολύ μεταξύ τους. Και η οικογένεια, στην οποία κανείς επιστρέφει διωγμένος από της αγορά εργασίας, δεν είναι η ‘παλιά’ οικογένεια που κρατούσε και υποστήριζε τα μέλη της μέχρι και σε μεγάλη ηλικία. Είναι μια οικογένεια σε κρίση, οδύνη, κατακερματισμό, διάλυση. Η απουσία διεξόδου προς την κοινωνική δράση λειτουργεί με τρόπο, ώστε, πίσω από και διαμέσου μιας εξωτερικά «παθητικής» στάσης, ν΄ «απορροφάται», αλλά και να υποβόσκει, πολλή ψυχική δυσφορία, θυμός και πόνος. Ενας πόνος, και ένας θυμός, πολλές φορές ανέκφραστος, την ίδια στιγμή που, πίσω από την έξωθεν «παθητικότητα», προετοιμάζεται η «ξαφνική», χωρίς καμιά προειδοποίηση, βία κατά του εαυτού, ή κατά άλλων… συνήθως, όμως, κατά του εαυτού…

Η διαρκής καλλιέργεια του φόβου, μέσα από την, με ποικίλους τρόπους, άσκηση μιας μαζικής και καθημερινής τρομοκρατίας, είναι ο τρόπος της διακυβέρνησης του σήμερα. Όπως συμβουλεύουν οι μέντορες της σχολής του Σικάγου, με την παράλληλη μεταφορά από άλλα πεδία όπου αποτελεί κομβικό στοιχείο η παράλυση των αντιστάσεων, όπως ήταν η εισβολή στο Ιράκ : « Η δύναμη επιβολής πρέπει ‘να αποκτά τον έλεγχο του περιβάλλοντος και να παραλύει ή να επιβαρύνει τον τρόπο με τον οποίο ο αντίπαλος αντιλαμβάνεται και κατανοεί τα γεγονότα, έτσι ώστε ο εχθρός να είναι ανίκανος ν΄ αντισταθεί’. Το οικονομικό σοκ λειτουργεί με βάση μια παρόμοια θεωρία: την εικασία ότι οι άνθρωποι μπορούν να προβάλλουν αντίσταση σε τμηματικές αλλαγές (την περικοπή ενός προγράμματος υγείας ή μια εμπορική συμφωνία), αλλά, αν συμβούν ταυτόχρονα δεκάδες αλλαγές προς κάθε κατεύθυνση, τότε εδραιώνεται ένα αίσθημα ματαιότητας και ο πληθυσμός περιέρχεται σε κατάσταση αδράνειας» (18).

Δυο είναι τα κύρια μοτίβα που χρησιμοποιεί στην Ελλάδα η τρόικα εξωτερικού και εσωτερικού, με κύριο εργαλείο τους τα ΜΜΕ, για να καλλιεργεί το φόβο και να παραλύει την όποια αντίδραση: το πρώτο είναι η συλλογική ενοχοποίηση, ότι «όλοι φταίμε» για την κρίση, με κύρια θέματα εκάστοτε, ανάλογα με τα μέτρα που επίκειται να παρθούν (και ποιοι είναι πιο βολικό να στοχοποιηθούν, προκειμένου να κατασκευαστεί και να προβληθεί ένας «φταίχτης»), που εκτείνονται από τον «αρρωστημένο καταναλωτισμό» μας μέχρι την «συνενοχή» μας για το πελατειακό κράτος και τις σπατάλες του, που οδήγησαν στην υπερχρέωση του δημοσίου (το κλασσικό, πλέον, «μαζί τα φάγαμε», δηλαδή, «εμείς… ο λαός» και όχι η λειτουργία ενός δημοσίου ανέκαθεν στην υπηρεσία των ιδιωτών και γενικά του κεφαλαίου). Πρόκειται για έναν από τους βασικούς μηχανισμούς δημιουργίας ποικίλων στοχοποιήσεων και αντιπαράθεσης των διαφόρων, εξίσου χτυπημένων από την κρίση, κοινωνικών στρωμάτων μεταξύ τους (εσχάτως, οι δημόσιοι υπάλληλοι κοκ) για να εμποδίζεται και να παραλύει η όποια συλλογική αντίδραση και αντίσταση.

Το δεύτερο βασικό μοτίβο είναι ότι «δεν υπάρχει άλλη λύση». Το μνημόνιο, από ενσάρκωση της χρεοκοπίας, παρουσιάζεται ως το μοναδικό μέσο για την αποφυγή της χρεοκοπίας. Χωρίς αυτό θα βουλιάξουμε στα χειρότερα, θα πάμε στην «άτακτη χρεοκοπία», ενώ τώρα βαδίζουμε προς την τακτική και υπολογισμένη καταστροφή των πάντων… Από τρίμηνο σε τρίμηνο και από δόση σε δόση, ο ίδιος εκβιασμός: υπακοή σε ό,τι απαιτήσουν οι δανειστές γιατί «δεν υπάρχει άλλη λύση». Μια σειρά από αφηγήσεις που υφαίνουν έναν τρομοκρατικό καμβά για το «τι θα γινόταν αν δεν παίρναμε τη δόση» (θα μέναμε χωρίς μισθούς, δεν θα παίρναμε ούτε τις περικομμένες συντάξεις, χώρια που θα κινδύνευαν και οι καταθέσεις μας στις τράπεζες κλπ, κλπ), διαχέουν το φόβο σε διαρκή βάση και παραλύουν την όποια (ουσιαστική και σε βάθος) αντίσταση.

Ο τρόμος που προκαλούν τα μέτρα, καθώς και αυτό το «χειρότερο» που μας επιφυλάσσεται αν αυτά δεν παρθούν και επιβληθούν, η αίσθηση που η όλη κατάσταση καλλιεργεί ότι «δεν υπάρχει μέλλον», περιέχει, εν δυνάμει, μια στάση ζωής που υποκύπτει και προσαρμόζεται παθητικά στην ανάδυση των καθημερινών αναγκών της επιβίωσης ως του ορίζοντα της δράσης του υποκειμένου, με την εμφάνιση εγωιστικών/ατομικιστικών συμπεριφορών, μια στάση που μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια «των ποικίλων κατακτήσεων και των απείρων προσδιορισμών που περικλείνονται στην έννοια του ανθρώπινου»(19).

Αυτή η στάση συνδέεται, επομένως, με την παθητική αποδοχή της πραγματικότητας, ως μιας κατάστασης στην οποία ο καθένας είναι μόνος και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να την αλλάξει. Πρέπει να βρει μόνος πώς θα πορευτεί και θα επιβιώσει μέσα σ΄ αυτήν. Υπάρχει εδώ η αποδοχή της πραγματικότητας μέσα στην οποία, όμως, βουλιάζει κανείς και την υφίσταται ως ‘αντικείμενο’ – πονάει, υποφέρει, θυμώνει μ΄ αυτήν, αλλά δεν στέκεται απέναντί της και δεν την αντιμετωπίζει ως υποκείμενο.

Και είναι σ΄ αυτό ακριβώς το στοιχείο, μιας κατάστασης που εγκυμονεί και ευοδώνει την «απώλεια του ανθρώπινου στον άνθρωπο», μιας κατάστασης απότομης διάρρηξης και κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού στην Ελλάδα, με την εκτεταμένη πτωχοποίηση, την κυριολεκτική κονιορτοποίηση των μικροαστικών στρωμάτων και την καταστροφή της εργατικής τάξης, με την απόγνωση και την έλλειψη προοπτικής για ένα ορατό μέλλον, ιδιαίτερα για τους νέους, μαζί με την έλλειψη, προς το παρόν, μιας δημιουργικής, ελπιδοφόρας και πραγματικά εναλλακτικής πολιτικής λύσης, στο οποίο έρχεται να αγκυροβολήσει και ν΄ απλώσει ρίζες το νεοναζιστικό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής», βαθύτατα ρατσιστικό και δολοφονικό, που, όπως οι πρόγονοί του στη ναζιστική Γερμανία της δεκαετίας του 30, είναι, μεταξύ άλλων, και υπέρ της στείρωσης και της ευθανασίας των ψυχικά πασχόντων, των πασχόντων από διάφορες

μορφές αναπηρίας κλπ (20).

Όπως τόνιζε ο E Levinas, την επαύριο (1934) της επικράτησης του ναζισμού στη Γερμανία, «…εδώ δεν διακυβεύεται αυτό ή εκείνο το δόγμα της δημοκρατίας, του κοινοβουλευτισμού, του δικτατορικού καθεστώτος ή της θρησκευτικής πολιτικής. Διακυβεύεται η ίδια η ανθρωπινότητα του ανθρώπου» (υπογρ. δική μας) (21). Και έχει σημασία, ιδιαίτερα η ψυχιατρική να δώσει την δέουσα προσοχή σ’ αυτή την άνοδο και στα κελεύσματα του νεοναζισμού, περί στείρωσης, ευθανασίας κλπ.

Ας μην ξεχνάμε την επισήμανση του Μισέλ Φουκώ, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, για τους παράλληλους βίους του «νέου ρατσισμού», τον οποίο εισήγαγε η ψυχιατρική, και του παραδοσιακού, εθνοτικού ρατσισμού, μέχρις ότου δημιουργήθηκαν οι όροι, με την επικράτηση του ναζισμού, για την συγχώνευσή τους: «Δεν πρέπει να μας προξενεί έκπληξη, λέει ο Φουκώ, ότι η γερμανική ψυχιατρική λειτούργησε τόσο αυθόρμητα στο πλαίσιο του ναζισμού (υπογρ. δική μας). Ο νέος ρατσισμός, ο νεορατσισμός, εκείνος ο ρατσισμός που χαρακτηρίζει τον 20ο αιώνα ως μέσο εσωτερικής άμυνας μιας κοινωνίας απέναντι στους μη κανονικούς της, γεννήθηκε από την ψυχιατρική και το μόνο που έκανε ο ναζισμός ήταν να συνδέσει αυτόν τον νεορατσισμό με τον εθνοτικό ρατσισμό, που ήταν ενδημικός κατά τον 19ο αιώνα» (22).

Εχει, λοιπόν, κεντρική σημασία το αν και πώς η ψυχιατρική, σήμερα, θα μπορέσει να δει κριτικά τον εαυτό της, στο ρόλο της ως «άμυνας του κοινωνικού συστήματος», στον τρόπο που ακούει, κατανοεί και αντιμετωπίζει την ψυχική οδύνη και το πάσχων υποκείμενο, στις κωδικοποιήσεις και στις ταξινομήσεις (ενόψει, μάλιστα, του DSM V) με τις οποίες αντικειμενοποιεί και ακυρώνει την ψυχική οδύνη ως βίωμα και ως νόημα και τον πάσχοντα ως υποκείμενο και ανθρώπινη ύπαρξη, με στόχο τον έλεγχο, την διαχείριση και/ή την καταστολή τους. Εχει κρίσιμη σημασία, εν τέλει, να προβληματιστεί η ψυχιατρική στα σοβαρά σε σχέση με το αν, για μιαν ακόμη φορά, «ανεπαισθήτως», θα προσφερθεί και θα επιδιώξει (ή, αντίθετα, ενεργά θ΄ αντισταθεί και θ΄ αποφύγει) να μετατραπεί σε όχημα της εξόντωσης των πιο αδύναμων και περιττών, για τις σημερινές (εκ νέου) ανάγκες του συστήματος, ανθρωπίνων υπάρξεων - σε μιαν εποχή που η βιο-πολιτική μετατρέπεται σε θανατο-πολιτική.

Μια περαιτέρω επισήμανση είναι αναγκαία σ΄ αυτό σημείο. Είναι γνωστό ότι, σε όλες τις περιόδους οικονομικής κρίσης (ύφεσης και ανεργίας), παρατηρήθηκε επιδείνωση στην λεγόμενη «έκβαση» των σοβαρών ψυχικών διαταραχών (αύξηση των υποτροπών και δυσκολίες στην ανάρρωση, όπως κι΄ αν την περιγράφουν τα εγχειρίδια, «κλινική» και/ή κοινωνική) μεταξύ των οποίων και, πρωτίστως, της «σχιζοφρένειας». Αυτό είχε πάντα ως συνέπεια την αύξηση των εισαγωγών στα ψυχιατρεία και του πληθυσμού εν γένει των νοσηλευομένων (εγκλείστων) σ΄ αυτά. Η κρίση του 30 ήταν μια κατ΄ εξοχήν τέτοια περίοδος. Αυτό που παρατηρήθηκε, ωστόσο, ήταν ότι οι δαπάνες (σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία) για τα ψυχιατρεία, μοναδικό, τότε, φορέα της ψυχιατρικής φροντίδας και θεραπείας, δεν μειώθηκαν, αλλά, αντίθετα, συνέχισαν ν΄ αυξάνονται, όπως ήταν η τάση από την προ της κρίσης του 30 περίοδο μέχρι και την δεκαετία του 50, παρουσιάζοντας μόνο, στη διάρκεια της δεκαετίας του 30, μικρότερο ρυθμό αυξητικής ανόδου (23). Η αυξητική πορεία των δαπανών είχε προφανώς να κάνει με τις αυξημένες ανάγκες που καλούνταν ν΄ αντιμετωπίσουν, ενώ ο κλασσικός υπερσυνωστισμός των ψυχιατρείων δεν ήταν μεγαλύτερος στην διάρκεια της κρίσης σε σχέση με πριν και μετά από αυτήν (πχ, στην δεκαετία του 50) (24). Ηταν στην διάρκεια του πολέμου που οι δαπάνες για τα ψυχιατρεία μειώθηκαν δραστικά (στη ναζιστική Γερμανία, με την έναρξη του πολέμου, μπήκε σε εφαρμογή το άνωθεν κατευθυνόμενο πρόγραμμα μαζικής ‘ευθανασίας’, με το οποίο εξοντώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες ψυχικά πάσχοντες και άτομα με διάφορες αναπηρίες, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπήρξε μια πιο έμμεση ευθανασία με τον εκτεταμένο υποσιτισμό, που έπληξε κατ΄ εξοχήν αυτές τις κατηγορίες του πληθυσμού και με την γενικότερη θεραπευτική εγκατάλειψη - όπως άλλωστε παρατηρήθηκε και στην Ελλάδα) .

Παρ΄ όλες τις διαφορές σχετικά με το ποια ήταν τότε η αντιμετώπιση και η τύχη των ψυχικά πασχόντων σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία ή στην Ελλάδα, με τη δική της ιστορία του ψυχιατρικού θεσμού, αυτό που έχει σημασία είναι το σήμερα. Το γεγονός δηλαδή, ότι, πλέον, το ίδιο στις ΗΠΑ όπως και στην Ελλάδα του μνημονίου (και παντού), οι αυξημένες (ακριβώς λόγω της κρίσης) ανάγκες στήριξης, φροντίδας και περίθαλψης των ανθρώπων με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας «αντιμετωπίζονται» με ταυτόχρονη δραστική μείωση των δαπανών, με την ολοσχερή διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών, στην κατεύθυνση της ολοταχούς ιδιωτικοποίησής τους. Καταλαβαίνει κανείς εύκολα τι σημαίνει αυτό. Αυτή τη φορά έχει προηγηθεί (σε ριζική αντιδιαστολή με την έννοια και την πρακτική της Αποιδρυματοποίησης) η ρηγκανική, και εμπνεύσεως Μίλτον Φρήντμαν, απονοσοκομειοποίηση, ήδη από την δεκαετία του 60, ως εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στην ψυχική υγεία, που τώρα επιβάλλεται ως το επίσημο διεθνές δόγμα, που ήδη προωθείται και στην Ελλάδα. Με την μετατροπή της «στροφής στην κοινότητα» σ΄ ένα ιδεολόγημα που δεν υπονοεί στήριξη και προστασία μέσα στην κοινωνία (η οποία, κατά την Θάτσερ, δεν υπάρχει), αλλά το άδειασμα μέσα σ΄ αυτήν - στην πραγματικότητα, στον χώρο του περιθωρίου και του αποκλεισμού έξω απ΄ αυτήν. Ενα «έξω» στο οποίο, με ταχείς ρυθμούς, μετατρέπεται το «μέσα» σ΄ αυτήν. Είναι σ΄ αυτό το πεδίο, των καπιταλιστικών προταγμάτων της νέας εποχής, όπου έχουν τεθεί στην ημερήσια διάταξη οι όροι για την κυριολεκτική και με ποικίλους τρόπους εξόντωση των ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας και των «διαφορετικών» κάθε είδους, που αναζητείται ο «εκτελεστής» του σχεδίου. Και επείγει η ψυχιατρική ν΄ απαντήσει….. απέναντι στις επιδιώξεις ή ανάγκες ποιού θ΄ ανταποκριθεί….

Είναι σίγουρο, ωστόσο, ότι σ΄ αυτή την διαδικασία παλινδρόμησης του υποκειμένου, που αναφέρθηκε παραπάνω (μια διαδικασία με βαθιά κοινωνικό χαρακτήρα), είναι σύμφυτη και μια άλλη δυνατότητα, σε αντίθετη κατεύθυνση, στη βάση της οποίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και τις αντιφάσεις της ως ενεργό υποκείμενο, σε μια προσπάθεια να κυριαρχήσει πάνω της, πάνω σ΄ αυτό που θεωρείται «μοίρα», «αναπόφευκτο», σ΄ αυτό που σήμερα πλασάρεται με τη φράση «δεν υπάρχει άλλη λύση» - και όχι να κυριαρχηθεί από αυτήν.

Πάνω σ΄ αυτήν είναι που βασίζεται αυτό που είχε αποκληθεί «ψυχολογία της αντίστασης» (25). Όταν, δηλαδή, «η δυσάρεστη, αγχώδης και οξεία συγκινησιακή ένταση του ατόμου μειώνεται μέσω της μεταμόρφωσής της σε γνωστικό όρο της συνείδησης και σε συνειδητή δράση με την ένταξη στην ‘ψυχολογία της ομάδας’ που μάχεται για να επιβιώσει μπροστά στο κίνδυνο του αφανισμού» και που, σε αντίθεση με την παλινδρομική πορεία της απώλειας του «ανθρώπινου στον άνθρωπο», αποτελεί την πεμπτουσία της «ανθρωποποίησης του ανθρώπου», αυτή που τον κάνει δημιουργό και όχι υποχείριο της μοίρας του, ικανό ν΄ αντιμετωπίζει, να κυριαρχεί και να ξεπερνά τις αντιφάσεις που τον απανθρωποποιούν και τον εξοντώνουν (26).

«Ψυχολογία της αντίστασης» σημαίνει μιαν εγνωσμένη αποδοχή (και όχι, ποικίλων μορφών, άρνηση) της συγκεκριμένης πραγματικότητας, όχι για να υποταχτεί κανείς

σ΄ αυτήν και να την υποστεί (με όλες τις συνέπειες στο πεδίο των αναγκών και στην ψυχική σφαίρα του υποκειμένου), αλλά για να συγκρουστεί μαζί της και να την ανατρέψει.

Το «νόημα» και το «μέλλον» μπορεί πια να υπάρξουν μόνο στην ενεργητική συμμετοχή στις διαδικασίες που ανατρέπουν την υπάρχουσα «τάξη πραγμάτων», η συνέχιση της ύπαρξης της οποίας είναι συνυφασμένη με την καταστροφή κάθε «νοήματος» και κάθε «μέλλοντος».

Εχει, επομένως, μεγάλη σημασία το πώς οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα «διαβάσουν» τα κλιμακούμενα, σήμερα, αιτήματα για απάντηση σε καταστάσεις ψυχικής δυσφορίας, απόγνωσης, απελπισίας, «αυτοκτονικού ιδεασμού», ή άλλων μορφών οξύτατης ψυχικής οδύνης. Θα εξακολουθήσουν να τα «διαβάζουν» ως καταστάσεις «χημικής ανισορροπίας» (chemical imbalance) του εγκεφάλου, που χρειάζονται απλώς ψυχοφάρμακο (οι μεν), ή ως γεγονότα της ψυχολογίας του ατόμου (οι δε) που χρειάζονται, απλώς, την, κοινωνικά αποστειρωμένη, «κατάλληλη» ψυχοθεραπευτική τεχνική;

Ισως, ακριβώς σήμερα, είναι ακόμα πιο επίκαιρη η επισήμανση του Franco Basaglia ότι, μέσα στη δοσμένη κοινωνία, η πολιτικοποίηση της πράξης μας είναι, ακόμα, αυτή που μπορεί να την καταστήσει πραγματικά θεραπευτική πράξη, ικανή να συμπέσει με την ανάδειξη, σε όλα τα επίπεδα, των κρυμμένων αντιφάσεων του συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε (καταμερισμός εργασίας, διαίρεση/ κατακερματισμός των επιστημών, συγκεκριμένη ιεραρχία των αξιών). Το να ανάγουμε, ή να επιτρέπουμε την απορρόφηση του πολιτικού χαρακτήρα (ή των πολιτικών παραμέτρων) των πρακτικών μας σε απλές τεχνικές (βιολογικές, ψυχοθεραπευτικές κλπ) δεν συντελεί παρά στην διαιώνιση τη χειραγώγησης και της προσαρμογής των αναγκών των ανθρώπων στις ανάγκες του συστήματος, τη στιγμή που οι ανάγκες αυτές των ανθρώπων, που μας τίθενται, απαιτούν απαντήσεις πολιτικές.

Βιβλιογραφικές αναφορές

1. Warner Richard : «Recovery from Schizophrenia. Psychiatry and Political Economy». Δεύτερη έκδοση, 1994.

2. Eyer, J. & Sterling, P.: «Stress related mortality and social organization», Review of Radical Political Economics, 9, 1977. Επίσης : Brenner, M. H.: «Estimating the Social Costs of National Economic Policy: Implications for Mental and Physical Health san Criminal Aggression». (Συντάχθηκε για την Joint Economic Committee of the Congress of the United States, Washington D.C.: US Government Printing Office, 1976). Henry, A.F. & Short, J.F.: «Suicide and Homicide». (Glencoe, Illinois: Free press, 1954). Vidgerhous, G. & Fishman, G.: «The impact of unemployment and familial integration on changing suicide rates in the USA, 1920-1969». (Social Psychiatry, 13, 1978). Hamermesh, D.S. & Soss N. M.: «An economic theory of suicide». (Journal of Political Economy, 82, 1974), κ ά.

3. Vidgerhous & Fishman, οππ.

4. Hamermesh & Soss, οππ. Επίσης: Powell, E.: «Occupation, status and suicide: Towards a redefinition of anomie». (American Social Review, 22, 1958).

5. Lendrum P.C: «A thousand cases of attempted suicide» (American Journal of Psychiatry, 13, 1933). Επίσης : Sainsbury, P. «Suicide in London: An Etiological Study». (London, Chapman and Hall, 1955). Shepherd, D.M. & Barraclough, B.M : «Work and suicide: An empirical investigation». (British Journal of Psychiatry, 136, 1980), κ ά.

6. Durkheim, E. : «Suicide», Glencoe Illinois: Free Press, 1951.

7. Strauss, J.S. & Carpenter, W.T.: «Schizophrenia», New York: Plenum, 1981.

8. Foucault Michel: «Η Γέννηση της Βιοπολιτικής». Ελλ. έκδοση: Πλέθρον, 2012.

9. Foucault Michel : «Οι μη κανονικοί». Ελλ. έκδοση : Εστία, 2010.

10. οππ.

11. οππ.

12. οππ.

13. Αθανασίου Αθηνά : «Η κρίση ως ‘κατάσταση έκτακτης ανάγκης’», Σαββάλας, 2012.

14. Eyer, J & Sterling, P, οππ.

15. Eisenberg, P. & Lazarsfeld, P. F. ”The psychological effects of unemployment”. Psychological Bulletin, 35, 1938.

16. Warr, P., Jackson, P, & Banks, M. : “Unemployment and mental health: Some British studies”. Journal of Social Issues, 44, 1988.

17. Israeli, N. “Distress in the outlook of Lancashire and Scottish unemployed”. Journal of Applied Psychology, 19, 1935.

18. Κλάιν Ναόμι : «Το Δόγμα του Σοκ». Η παραπομπή που κάνει η Κλάιν είναι στο κείμενο «Shock and Awe: Achieving Rapid Dominance”, που δημοσιοποιήθηκε το 1996 και όπου διατυπώνεται το στρατιωτικό δόγμα των ΗΠΑ, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την εισβολή στο Ιράκ το 2003).

19. Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμου, Α. Καλούτσης, Γ. Παπαδημητρίου : «Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους», 1947. Ελδ. Οδυσσέας, 1991.

20. Μιχαήλ Σάββας: «Η φρίκη μιας παρωδίας. Τρεις ομιλίες για την ‘Χρυσή Αυγή’», εκδόσεις Αγρα, 2013.

21. Levinas Emmanuel : “Μερικές σκέψεις για τη φιλοσοφία του χιτλερισμού». Ελλ. έκδοση: Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013.

22. Foucault Michel : «Οι μη κανονικοί», οππ.

23. Warner Richard, οππ.

24. οππ.

25. Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμου, κα: οππ.

26. οππ.

(Στο κείμενο αυτό ενσωματώνονται βασικά σημεία δυο προηγούμενων κειμένων, σχετικών με αυτό το θέμα : « Οι ζοφερές επιπτώσεις των μέτρων ΕΕ/ΔΝΤ στην ψυχική υγεία και η ψυχολογία της αντίστασης», 25/5/2010 και «Η ψυχική υγεία στην εποχή του ΔΝΤ», 9/7/2010 - και τα δυο στα «Τετράδια Ψυχιατρικής»).

17ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ

ΨΝΑ, 9ο ΨΤ, ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων,

ξενώνες/οικοτροφεία «Σεμέλη»,

«Μετάβαση», «Ιρις», «Αμάλθεια»,

«Οδύσσεια», διαμερίσματα Αχαρνών 1

 

ΟΧΙ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ «ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ» ΤΟY ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Το 17ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ έρχεται σε μια περίοδο που αποτελεί τομή στις εξελίξεις: μετά το κατέβασμα του διακόπτη της ΕΡΤ και ενώ ετοιμάζεται το κατέβασμα μιας σειράς από διακόπτες σε όλο το φάσμα των δημόσιων υπηρεσιών, στην Υγεία, στην Παιδεία, στην τοπική αυτοδιοίκηση και σε ό,τι έχει απομείνει από την λεγόμενη Πρόνοια.

Μια σειρά από νοσοκομεία έχουν προγραμματιστεί να κλείσουν, χιλιάδες νοσοκομειακές κλίνες να καταργηθούν, ενώ το ίδιο αφορά τα σχολεία και τα διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα, με το προσωπικό να παίρνει τον δρόμο των «μετακινήσεων» και της απόλυσης και τους χρήστες των υπηρεσιών να πρέπει να πληρώνουν όλο και πιο υψηλό αντίτιμο για να τους παρασχεθούν όλο και πιο υποβαθμισμένες υπηρεσίες.

Πλήρης κατεδάφιση/ιδιωτικοποίηση του δημόσιου, πλήρης ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και δραστική μείωση του κόστους εργασίας, πλήρης απεξάρθρωση του λεγόμενου «κράτους πρόνοιας», είναι το τρίπτυχο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όχι για να αντιμετωπιστεί η κρίση (οι πολιτικές αυτές διαρκώς την επιδεινώνουν), αλλά για την σωτηρία του συστήματος και την ανάκτηση της απρόσκοπτης κερδοφορίας του.

Ακόμα και τα γλίσχρα κοινωνικά επιδόματα, που, ούτως ή άλλως, δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από «επιδότηση της στέρησης και της αθλιότητας», γίνονται τώρα, ακόμα και αυτά, όλο και πιο δυσπρόσιτα : η επιδοματική αναπαραγωγή των στρωμάτων που ωθούνται στο κοινωνικό περιθώριο, γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη για το σύστημα στην κρίση του. Τα κοινωνικά αυτά στρώματα, που πολλαπλασιάζονται σήμερα με γεωμετρική πρόοδο, γίνονται, πλέον, περιττά, «βάρος» και γι΄ αυτό, η πολιτική της αναπαραγωγής τους ως τέτοιων, μεταλλάσσεται ήδη σε ποικίλες πολιτικές εξόντωσης, με έμμεσους κυρίως, προς το παρόν, τρόπους, αλλά και τους πιο άμεσους να έρχονται όλο και πιο πολύ στο προσκήνιο, με τις πρακτικές και τις διακηρύξεις νεοναζιστικών μορφωμάτων όπως η Χρυσή Αυγή.

Στα πλαίσια της κατεδάφισης της Υγείας, η Ψυχική Υγεία, όντας πάντα ο «αδύνατος κρίκος» του συστήματος, φαίνεται να διατηρεί την «πρωτοκαθεδρία» της στην απαξίωση και στην απόρριψη: οι ψυχιατρικές μονάδες, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα, πνέουν κυριολεκτικά τα λοίσθια. Δραματική έλλειψη προσωπικού, κάτω από τα όρια των όποιων δυνατοτήτων λειτουργίας, στις μονάδες νοσηλείας και στο πλήθος των στεγαστικών εξωνοσοκομειακών μονάδων (ξενώνες, οικοτροφεία), με τον παράγοντα της γεωμετρικά πολλαπλασιαζόμενης υποστελέχωσης, αλλά και της μείωσης των μισθών ή της μη καταβολής καθόλου μισθών για 6-10 μήνες (όπως στις ΜΚΟ), να επιπροστίθενται στις εγγενείς παθογένειες του συστήματος, στην κατασταλτική λογική και στον περαιτέρω εκβαρβαρισμό του, καθώς, στο βαθμό που οι ανάγκες δεν τυγχάνουν της δέουσας θεραπευτικής/ψυχοκοινωνικής απάντησης, απλώς καταστέλλονται και/ή απορρίπτονται.

Στον χώρο της Ψυχικής Υγείας είναι που διακωμωδείται στο έπακρο η έννοια του «κλεισίματος του ψυχιατρείου» - από χειραφετητική κάποτε, επιδίωξη, τίθεται, πλέον, ως μνημονιακός στόχος στης λογική του στραγγαλισμού του όποιου συστήματος Ψυχικής Υγείας και των λειτουργών της και πρωτίστως, φυσικά, των ίδιων των ψυχικά πασχόντων. Σε δυόμιση χρόνια πρέπει ν΄ «αδειάσουν» τα εναπομείναντα ψυχιατρεία, χωρίς να υπάρχει τίποτα να τα υποκαταστήσει (πόσο μάλλον σε εναλλακτική κατεύθυνση, ως αλλαγή τρόπου σκέψης, πράξης και συστήματος), αλλά απλώς να διαχυθούν αλλού (με πιο φτηνούς όρους, σε λογικές συγχώνευσης, στα γενικά νοσοκομεία) και ν΄ αφήσουν, ως υπόλειμμά τους, το «δικαστικό ψυχιατρείο» (για τους ψυχικά ασθενείς που, έχοντας διαπράξει ποινικό αδίκημα, έχουν κριθεί ακαταλόγιστοι).

«Δικαστικό ψυχιατρείο» στη λογική του κοινωνικού ελέγχου και της διασφάλισης από την «επικινδυνότητα» (στην πραγματικότητα «δικαστικό κολαστήριο», όπως έχει δείξει η ευρωπαϊκή εμπειρία), σε συμμετρία με τις αντίστοιχες στρατοπεδικές λογικές για τους μετανάστες (Αμυγδαλέζα κλπ), τους τοξικομανείς κλπ, την διαχείριση μέσα από «υγειονομικές ζώνες» και την «ιατρικοποίηση της κρίσης» (διαπόμπευση οροθετικών, οι μετανάστες ως κίνδυνος για επιδημίες κλπ).

Επιπλέον, ο εγγενής στην κυρίαρχη ψυχιατρική ρατσισμός (στην λειτουργία της ως μηχανισμού κοινωνικής άμυνας απέναντι στους ‘μη κανονικούς’) εκσυγχρονίζει τον εξοπλισμό του με τα νέα ταξινομικά συστήματα αντικειμενοποίησης και πραγμοποίησης του ψυχικά πάσχοντα, όπως το αμερικανικό DSM 5, καθώς και με τη νέα ευγονική που ευαγγελίζεται η προϊούσα βιολογικοποίηση του τρόπου σκέψης και πράξης της ψυχιατρικής με τις γονιδιακές έρευνες και εφαρμογές. Είναι αυτές οι πρακτικές που εγκυμονούν τη νέα διάσταση του ρόλου που καλείται να παίξει η ψυχιατρική για την προσαρμογή του προσώπου και της κοινωνίας στη νέα τάξη πραγμάτων, ενός ρόλου που ασκείται σε μια λογική η οποία αγκυροβολεί στις ανάγκες του καπιταλισμού στην κρίση του και έχει εξ΄ αντικειμένου πρόθυμους υποστηριχτές στο πολιτικό σκηνικό - τους νεοναζιστές της Χρυσής Αυγής, αλλά και πολλούς άλλους, με αντίστοιχες απόψεις, διάσπαρτους στους μηχανισμούς της παρούσας διακυβέρνησης.

Το σκηνικό που διαμορφώνεται έχει πλευρές και εκδηλώσεις που κατ΄ ουδένα τρόπο μπορούν να αγνοούνται και να επιτρέπουν τον όποιο εφησυχασμό, όταν η «στείρωση και ευθανασία» των αναπήρων και των ψυχικά πασχόντων προβάλλονται σε ιστοσελίδα του νεοναζιστικού μορφώματος και όταν γνωστοί λαϊκιστές δημοσιογράφοι καλούν στελέχη της Χρυσής Αυγής σε τηλεοπτικές εκπομπές για να διακηρύξουν τις κανιβαλικές και απανθρωποποιητικές αντιλήψεις τους για τον «Καιάδα της νέας εποχής», όπου είναι έτοιμοι να ρίξουν τους «είλωτες της νέας εποχής», τους μετανάστες και κάθε «διαφορετικό» άνθρωπο, καθώς και για την ευγονική («στείρωση και ευθανασία»), για να «καθαρίσει» το «ελληνικό αίμα» και από τους ψυχικά ασθενείς που, όπως για τους προπάτορές τους της χιτλερικής Γερμανίας, είναι κληρονομικά επιβαρυμένοι, εκφυλισμένα και κατώτερα όντα που πρέπει «να βγουν από τη μέση».

Είναι, για μιαν ακόμη φορά στην ιστορία, ζητούμενο αν και με ποιο τρόπο η ψυχιατρική θα μπορέσει, κινητοποιώντας τις ουσιαστικά θεραπευτικές και χειραφετητικές πλευρές της και ξεπερνώντας τον κατεστημένο θεσμικό εαυτό της, να αποφύγει την συγχώνευση του εγγενούς ρατσισμού του δικού της κυρίαρχου παραδείγματος με τον εθνοτικό ρατσισμό, στο νέο αμάλγαμα που ευαγγελίζεται ο νεοναζισμός για την θεωρία και την πολιτική του, ως, της «πάλαι ποτέ», «εφαρμοσμένης βιολογίας».

Η κατάσταση είναι περισσότερο κρίσιμη από ποτέ και τα διακυβεύματα πάμπολλα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ένα άτομο, με το ηθικό περίγραμμα του ευρύτερου χώρου των ρατσιστικών αντιλήψεων, μια τυπική τηλεπερσόνα με ρατσιστικά, εθνικιστικά και φασιστικά χαρακτηριστικά «καθαρού αίματος», εχθρικό σε κάθε έννοια «διαφορετικότητας», καλείται ν΄ αναλάβει Υπουργός Υγείας για να φέρει σε πέρας, «σαν έτοιμος από καιρό», το έργο που έχει σχεδιάσει και αποφασίσει η task force εντός του Υπουργείου Υγείας και η τρόικα.

Η υπεράσπιση της Ψυχικής Υγείας γίνεται, πλέον, ένα κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα υπεράσπισης του «ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο», αυτού του ανθρώπινου που ακυρώνει η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Μας αφορά όλους.

28/6/2

Επιστημονική Ενωση ΨΝΑ - Τετράδια “Ψυχιατρικής”

ΨΝΑ: ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ

Επιστημονική Ημερίδα

27 Ιουνίου 2013

Είναι πια κοινός τόπος, καθημερινή εμπειρία και βίωμα για τον καθένα, ότι ο χώρος της Ψυχικής Υγείας, όπως και της Υγείας γενικότερα, υφίσταται τις πιο οδυνηρές και διαλυτικές συνέπειες αυτής της χωρίς προηγούμενο κρίσης που μαστίζει ολόκληρη την κοινωνία. Οσο περισσότερο η κρίση αυτή συντελεί στη αποσύνθεση της ψυχικής υγείας όλο και ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας και κάνει τα προβλήματά τους πιο πολύπλοκα, οδηγώντας όλο και περισσότερους στην αναζήτηση υπηρεσιών, τόσο περισσότερο αυτές οι υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας βουλιάζουν από την προϊούσα περικοπή της χρηματοδότησης, την έλλειψη πόρων και μέσων, την ραγδαία μείωση του προσωπικού, την δραματική αύξηση της ανασφάλειας των λειτουργών και τους εν εξελίξει άνωθεν σχεδιασμούς για το μέλλον των υπηρεσιών (κλεισίματα, συγχωνεύσεις, μετακινήσεις κλπ) ερήμην των άμεσα ενδιαφερομένων.

Και ενώ το ΨΝΑ, για παράδειγμα, λειτουργεί με προσωπικό όχι απλώς κάτω από τα όρια της «ασφαλούς λειτουργίας», αλλά κυριολεκτικά, ενίοτε, στο χώρο της «αδυναμίας λειτουργίας» και χωρίς να έχουν κατ΄ ελάχιστον δημιουργηθεί οι εναλλακτικές υπηρεσίες που θα μπορούσαν να το υποκαταστήσουν (σε μιαν αναβαθμισμένη, κοινοτική κατεύθυνση), ακούμε για κλείσιμό του (όπως και του Δρομοκαϊτείου και του ΨΝΘ) μέχρι τις 31/12/2015.

Την ίδια στιγμή που μια δουλειά, ήδη από τη δεκαετία του 1980, με κινήσεις και αγώνες του προσωπικού για τον εξανθρωπισμό και τον μετασχηματισμό του ασύλου και την μετάβαση εκατοντάδων ασθενών σε στεγαστικές δομές στην κοινότητα, αφήνεται να καταρρεύσει, κάποιοι μιλούν για κλείσιμό του με έναν άκρως διαχειριστικό τρόπο, σαν να επρόκειτο για την αποστολή ενός εγγράφου από την τρόικα που, μέσω Υπουργείου, φτάνει με φαξ στο Δαφνί για άμεση εκτέλεση. Τέτοιες λογικές και πρακτικές δεν κάνουν άλλο από το να ισχυροποιούν τα αμυντικά αντανακλαστικά κάθε είδους, την αυτοπεριχαράκωση, τους ανταγωνισμούς μεταξύ ομάδων και κλάδων, την οχύρωση στο ίδρυμα.

Και είναι ακριβώς αυτή η στιγμή, μια ιστορική στιγμή, θα μπορούσε να πει κανείς, που (γνωρίζοντας πού οδηγεί αυτή η κατάσταση αν αφήσουμε μια λογική κοινωνικού αυτοματισμού να λειτουργήσει απέναντι στις πολιτικές του μνημονίου που όλοι υφιστάμεθα) απαιτεί τη διεύρυνση της συζήτησης που έχει ήδη ξεκινήσει. Για μια συζήτηση και έναν διάλογο ουσιαστικό, στη βάση και μόνο του οποίου θα μπορέσει να σφυρηλατηθεί μια ενότητα πάνω σε συγκεκριμένους στόχους που θα έχουν να κάνουν με το τι πραγματικά σημαίνει ψυχιατρική μεταρρύθμιση και όχι με την ψυχιατρική απορύθμιση που επιχειρείται.

Σ΄ αυτή τη συζήτηση για «το παρόν και το μέλλον του ΨΝΑ» (και γενικά των ψυχιατρείων) έχουν θέση όλοι στο χώρο της Ψυχικής Υγείας, όχι μόνο όλοι οι διάφοροι κλάδοι των εργαζομένων, αλλά και όλες οι άλλες υπηρεσίες, που συλλειτουργούν με το ΨΝΑ εντός του συγκεκριμένου συστήματος των υπηρεσιών και οι οποίες, επίσης, αντιμετωπίζουν φαινόμενα κατάρρευσης (ψυχιατρικές κλινικές γενικών νοσοκομείων, ΚΨΥ κλπ), καθώς, επίσης, και φορείς όπως η ΕΨΕ, η Επιτροπή για την Προστασία των Δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων κλπ, αλλά και συλλογικότητες χρηστών των υπηρεσιών.

Ολη αυτή η περίπου 30χρονη διαδρομή αγώνων στο ΨΝΑ συνδέθηκε από τη αρχή με την έκδοση των «Τετραδίων Ψυχιατρικής», μέσα από τα οποία εκφράστηκαν αυτοί οι αγώνες και αυτός ο διάλογος των ποικίλων απόψεων και προσεγγίσεων στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση-πάντα, όμως, ως εγχείρημα υποκειμένων και όχι ως διαχειριστική και άκρως λογιστικού χαρακτήρα διαδικασία, όπως γίνεται σήμερα. Για μια ακόμη φορά, όπως όταν πρωτοεκδόθηκαν, τα ΤΨ συνδέουν το δικό τους παρόν και μέλλον με τον αγώνα για το παρόν και το μέλλον της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.

Καλούμε όλους να πάρουν μέρος στην ημερίδα που οργανώνει η Επιστημονική Ενωση του ΨΝΑ και τα «Τετράδια Ψυχιατρικής», στις 27 Ιουνίου 2013, ώρα 09.00-15.00 (Αίθουσα Πολλαπλών Εκδηλώσεων ΨΝΑ) και να συνεισφέρουν, ο καθένας από την μεριά του και με τον τρόπο του, σ΄ αυτούς τους προβληματισμούς και περαιτέρω, στην επεξεργασία προτάσεων και στην οικοδόμηση αντιστάσεων, για την ανίχνευση διεξόδων και διαδρομών πέρα από αυτό που παρουσιάζεται ως το «ύστατο σήμερα», προς ένα μέλλον στο οποίο θα έχουν τους όρους για μια αξιοπρεπή ζωή, με πλήρη άσκηση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων, όλοι, ασθενείς, λειτουργοί της υγείας/ψυχικής υγείας, οικογένειες, κοινωνία.

 

Το πρόγραμμα της ημερίδας εδώ

 

 

ΠΡΟΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΜΚΟ - ΜΕΡΟΣ 2

Διαπιστώνοντας, στο προηγούμενο σχετικό σχόλιο της Συσπείρωσης, την αλλαγή του περιεχόμενου του διετούς προγράμματος της ΕΠΑΨΥ, με την ανάληψη λειτουργιών ΚΨΥ από το Κέντρο Ημέρας Μελισσίων, θεωρήσαμε ότι αυτό ήταν μια αυθαίρετη ενέργεια της εταιρείας. Κι όμως, δεν ήταν.

Υπήρξε τροποποίηση του ήδη εγκεκριμένου (από τον Απρίλιο του 2012) προγράμματος στις αρχές του 2013 (από τον ΓΓ και πάλι του Υπουργείου, τώρα τον κ. Καλλίρη), με κύριο σημείο της τροποποίησης την αλλαγή της λέξης «Ενίσχυση της λειτουργίας του Κέντρου Ημέρας…» με την λέξη «Επέκταση της λειτουργίας του Κέντρου Ημέρας…». Αντίστοιχα αφαιρέθηκε η περιγραφή των ενεργειών που υποτίθεται ότι θα ήταν το αντικείμενο τη χρηματοδότησης του προγράμματος και έμειναν αυτές οι φράσεις που υπονοούσαν την κοινοτικού, τύπου ΚΨΥ, λειτουργία. Τόσο απλά, τόσο εύκολα.

Παρεμπιπτόντως, αναζητώντας μέσω της λεγόμενης «Διαύγειας» του ΥΚΚΑ, τις διαδρομές των ΜΚΟ προς έγκριση νέων προγραμμάτων (τη στιγμή που οι εργαζόμενοί τους είναι απλήρωτοι για πάνω από 10 μήνες και οι υπάρχουσες δομές τους ξέρουν πολύ καλά ότι δεν έχουν μέλλον αν δεν γίνει κάτι ριζικό), βρήκαμε ότι και η ΠΕΨΑΕΕ είχε ήδη πάρει έγκριση για παρόμοιο πρόγραμμα με αυτό της ΕΠΑΨΥ, για λειτουργία ΚΨΥ μέσω «Επέκτασης της λειτουργίας του Κέντρου Ημέρας…» στον 9ο ΤΟΨΥ. Πιο έμπειροι στη διατύπωση προτάσεων και των σωστών «λέξεων» για «κοινοτικά» προγράμματα, λόγω και των νομικών/οικονομικών δεξιοτήτων της ηγεσίας της εταιρείας, έχουν, υποτίθεται, ξεκινήσει το πρόγραμμα εδώ και ένα χρόνο και, όπου νάναι, πρέπει να τελειώνουν. Χωρίς θορυβώδη εγκαίνια, αλλά και χωρίς, εν γένει, αισθητή παρουσία στον εν λόγω ΤΟΨΥ. Πολύ «διακριτικοί» στις ανάγκες ψυχικής υγείας του πληθυσμού της περιοχής, τόσο που δεν φάνηκε να τις «ακουμπούν» καθόλου. Και πώς να τις «ακουμπήσουν» με 7 άτομα προσωπικό που προβλέπει το πρόγραμμα; Οταν βάζεις τέτοιο αριθμό προσωπικού για τις ολοκληρωμένες κοινοτικές ανάγκες ενός ΤΟΨΥ (και μάλιστα τόσων χιλιάδων κατοίκων), ή δεν ξέρεις τι πάει να πει κοινοτική δουλειά, ή το κάνεις μόνο για να εισρεύσουν κονδύλια στην εταιρεία.

Ωστόσο, το Υπουργείο θα μπορεί να λέει σε λίγο ότι και στον 9ο ΤΟΨΥ χρηματοδοτήσαμε υπηρεσίες ΚΨΥ, όπως και στον 5ο της ΕΠΑΨΥ. Επειδή η σχετική απόφαση του ΓΓ του Υπουργείου είναι γραμμένη με τον συνήθη πρόχειρο και βιαστικό τρόπο των τροϊκανών (όπως όταν κρατάς σημειώσεις τη στιγμή που σε παίρνουν τηλέφωνο και σου λένε τι να κάνεις), αναφέρει στα εισαγωγικά του εγγράφου «έχοντας υπόψιν», μεταξύ άλλων και «την τροποποίηση… των εγκρίσεων σκοπιμότητας ως προς την επέκταση των Κέντρων Ημέρας των ΑΜΚΕ ΕΠΑΨΥ, ΠΕΨΑΕΕ….». Επίσημο έγγραφο με τελίτσες!!!…. Σε κάθε περίπτωση, αυτό σημαίνει ότι, καθ΄ οδόν, μπορεί ν΄ ανακαλύψουμε και άλλες εταιρείες που υπονοούνται από τις τελίτσες και θα συμπληρώνονται αν και όταν προκύψει.

Πρόκειται, όμως, και για κάτι άλλο: μιλάμε εδώ για προγράμματα που συγχρηματοδοτεί το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Η ΕΕ, δηλαδή, που είναι στα πάντα αυστηρή και ανελέητη, έχοντας γονατίσει, με τα μέτρα που επιβάλει, ολόκληρο το λαό - και όχι μόνο στην Ελλάδα. Εδώ μοιάζει πολύ «χαλαρή», όσον αφορά τις αλλαγές των «λέξεων» στα προγράμματα που εγκρίνει για ιδιώτες. Αρα, οι όποιες αλλαγές και η όποια έγκριση για υποκατάσταση των λειτουργιών ΚΨΥ από «ενισχυμένα» ή «εκτεταμένα» ΚΗ, στην πορεία της επισημοποίησης, σε λίγο, της ιδιωτικοποίησης και της Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας, είναι μια πολιτική της ΕΕ που επιβάλλεται σ΄ αυτή τη χώρα μέσα από ένα πλέγμα διαπλοκής ιδιωτών «μη κερδοσκόπων» και ιδιωτών ανοιχτά κερδοσκόπων, κλινικαρχών κλπ (αρκεί να δει κανείς τους «παίκτες» που προορίζουν για έλεγχο του παιχνιδιού στον 5ο ΤΟΨΥ).

Το πεδίο που επιφυλάσσεται για το μέλλον της ψυχικής υγείας μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς και είναι αυτό της αγοράς. Αυτό σηματοδοτούν οι λογιστικές παράμετροι της task force που ανακοίνωσε η Σκοπούλη για την κοστολόγηση των Κινητών Μονάδων και των Κέντρων Ημέρας (κάτι που σύντομα θα επεκταθεί και στον δημόσιο τομέα).

Είναι το γήπεδο της αγοράς στο οποίο δημιουργούνται οι όροι να γίνεται πάντα το παιχνίδι, όπου εργαζόμενοι και χρήστες των υπηρεσιών θα είμαστε πάντα «εκτός έδρας», εκτός δικαιωμάτων, εκτός ζωής.

Τότε δεν θα έχουν πια την ανάγκη να βάζουν την διαφημιστική λεξούλα σ΄ αυτά τα προγράμματα «η προσφορά των υπηρεσιών είναι δωρεάν».

Οσο πιο γρήγορα το κατανοήσουμε, όσο πιο γρήγορα καταλάβουμε «με ποιούς πρέπει να πάμε» και «ποιούς ν΄ αφήσουμε», τόσο και στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» (ή και κερδοσκοπικό) τομέα, τόσο το καλλίτερο.

8/6/2013

Σχόλιο από psyspirosi.gr

 

 

Δείτε  σχετικά: - Έγκριση επέκτασης εργασιών της ΕΠΑΨΥ (κατι σαν "επέκταση άδειας οικοδομής") :εδώ

- Έγκριση επέκτασης εργασιών της ΠΕΨΑΕΕ: εδώ

- ΠΡΟΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΜΚΟ


ΠΡΟΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΜΚΟ

Εν μέσω των καταιγιστικών εξελίξεων στο χώρο της ψυχικής υγείας, με την ταυτόχρονη κατάρρευση τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού «μη κερδοσκοπικού» τομέα, το Υπουργείο του Λυκουρέντζου και της Σκοπούλη, πιστό στις «μεταρρυθμιστικές» επεξεργασίες και μεθοδεύσεις του κλιμακίου της task force, που λειτουργεί στο εσωτερικό του και των ελλήνων συνεργατών της (της Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Ψυχαργώς), δεν χάνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει την κρίση που έχουν δημιουργήσει τα μέτρα και οι πολιτικές του, για να περάσει το «καινούργιο» που από καιρό ευαγγελίζεται. Και έχει σημασία ο (προς το παρόν) πειραματισμός με αυτό το καινούργιο να μην περάσει απαρατήρητος.

Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα, παρ΄ όλα τα σύμφωνα «Λυκουρέντζου - Αντόρ», παραμένουν εδώ και μήνες απλήρωτοι και κανείς δεν ξέρει πότε, πώς, σε τι έκταση και για πόσο, τα περίφημα 100 εκ. ευρώ του «συμφώνου», που «εξοικονομήθηκαν» από το ΕΣΠΑ, θα χρησιμοποιηθούν για την «σωτηρία» των δομών των ΜΚΟ και τι εννοείται ως «σωτηρία»… να μείνουν ως έχουν, με τα ίδιο ή το μισό προσωπικό, να συγχωνευθούν, να ιδιωτικοποιηθούν περαιτέρω, ή τι άλλο;

Το γεγονός ότι και πάλι ο Λυκουρέντζος, ακριβώς πριν την έναρξη της επιχείρησης «σωτηρία», θυμήθηκε (όπως πάντα σ΄ αυτές τις περιπτώσεις) τα σκάνδαλα και την διαφθορά σε πολλές ΜΚΟ (που είναι όχι «σκάνδαλα», όπως ισχυρίζεται το Δίκτυο Αργώς, αλλά ΣΚΑΝΔΑΛΑ), δείχνει ότι η «σωτηρία» που έχουν στο μυαλό τους θα είναι πιο πολύ «σωτηρία στους ουρανούς» παρά «επί της γης».

Tην ίδια στιγμή και οι μονάδες του δημοσίου είναι πιθανό ότι θα καταρρεύσουν από την έλλειψη προσωπικού (προσωπικού με το μισό μισθό απ΄ ό,τι πριν τρία χρόνια, με επικρεμάμενη την απειλή των μετακινήσεων, που έχουν σιγά-σιγά ξεκινήσει, για «όπου προκύψει», νησί κλπ, και σε κατάσταση εξάντλησης) ίσως και πιο πριν από το μνημονιακό «κλείσιμο των ψυχιατρείων», που έχει εξαγγελθεί και προωθείται.

Κι΄ όμως, εν μέσω κηδειών και μνημοσύνων της Ψυχικής Υγείας, κάποιοι κάνουν εγκαίνια. Βάζουν σε δοκιμή τα εργαλεία που αποτελούν ενσάρκωση των διαδικασιών (δομών, κουλτούρας και πρακτικών) του οριστικού θανάτου της δημόσιας ψυχικής υγείας. Γιατί, τι άλλο είναι το «Πολυδύναμο Κέντρο Ημέρας παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην κοινότητα» ως ενίσχυση του ήδη υπάρχοντος από το 2005, «Κέντρου Ημέρας Μελισσίων» ;

Είναι η πρώτη εφαρμογή της, προ έτους, υπουργικής απόφασης Μπόλαρη, που προβλέπει ότι, σε κάθε ΤΟΨΥ (Τομέα Ψυχικής Υγείας), μπορεί να υπάρχει ένα Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) ή ένα Κέντρο Ημέρας (ΚΗ), (όπως, επίσης, μια ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου ή ένα Κέντρο Κρίσης) – εξισώνοντας το όλο (ΚΨΥ) με το μέρος (ΚΗ). Βάζοντας, δηλαδή, λειτουργίες ΚΨΥ σ΄ ένα ΚΗ, σε μια προσπάθεια παράκαμψης των διατάξεων του νόμου, ο οποίος επιτρέπει μόνο δημόσια ΚΨΥ - ενώ ΚΗ μπορούν να έχουν και οι ιδιώτες των ΜΚΟ. Μια διάταξη που στηριζόταν στην έκθεση της  «Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Ψυχαργώς»,  έτσι ώστε,  μέχρι να αλλάξει ο νόμος, να μπορεί να ξεπερνιέται ο σκόπελος της υπάρχουσας ρύθμισης/απαγόρευσης (και να υποκαθίσταται, με το «έτσι θέλω», ο δημόσιος από τον ιδιωτικό τομέα).

Ετσι, τον Απρίλιο του 2012, εγκρίθηκε από την τότε κυβέρνηση ένα πρόγραμμα 400.000 ευρώ, διετούς διάρκειας και με περιεχόμενο μια δήθεν «κοινοτική δραστηριότητα» που περιοριζόταν σε «συντονισμό υπηρεσιών και δράσεων», «αξιολόγηση», «καταγραφές αναγκών», «παρακολούθηση της λειτουργία των υπηρεσιών», «διασφάλιση της ποιότητας φροντίδας», «δράσεις για συνηγορία» κλπ. Τώρα, όμως, στα περιεχόμενα των δραστηριοτήτων έχουν προστεθεί «κατ΄ οίκον παρέμβαση σε οξέα περιστατικά - πρόληψη υποτροπών κλπ», «συνταγογράφηση φαρμάκων», «ψυχιατρική διάγνωση, αξιολόγηση και παρακολούθηση», «συμβουλευτική βραχεία ψυχοθεραπεία» κλπ. Λειτουργίες, δηλαδή, ενός ΚΨΥ. Είναι σαφές ότι η παρανομία που επιτελείται (αφού, πέραν όλων των άλλων, τα περιεχόμενα των δραστηριοτήτων που ανακοινώνονται τώρα, δεν περιέχονται στην απόφαση έγκρισης του προγράμματος που υπογράφει ο Γενικός Γραμματέας του ΥΚΚΑ) σκοπό έχει να δημιουργήσει ένα προηγούμενο και ν΄ ανοίξει το δρόμο στην ανάληψη, από τα ΚΗ των ΜΚΟ, των λειτουργιών των ΚΨΥ, που ποτέ δεν έγιναν στο δημόσιο τομέα (με τεράστιες ευθύνες, και εδώ, της ψυχιατρικής κοινότητας) και να δημιουργηθούν οι όροι, λίαν συντόμως, και για την σχετική νομοθετική ρύθμιση : την ολοσχερή ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας. Ετσι, με τις δήθεν «κοινοτικές υπηρεσίες» αυτών των ομοιωμάτων ΚΨΥ (θνησιγενών, για δύο χρόνια, και μετά τι;) στην κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης του όλου συστήματος (η απάντηση στο «μετά τι» - αρκεί να δει κανείς τον τρόπο υπολογισμού του κόστους των στεγαστικών δομών και των ΚΗ των ΜΚΟ που εξέδωσε το Υπουργείο για να καταλάβει τα ετοιμάζουν) θα έχουμε και την δημιουργία ενός άλλοθι για το fast track κλείσιμο των ψυχιατρείων : έχοντας φτιάξει μερικά ΚΗ τύπου Μελισσίων, θα τα χρησιμοποιούν ως απάντηση στις κριτικές ότι τα έκλεισαν χωρίς να φτιάξουν ολοκληρωμένες και εναλλακτικές προς αυτά κοινοτικές υπηρεσίες.

Ισως, παρ΄ όλα αυτά, το πιο σοβαρό πρόβλημα να είναι η ονομασία που δίδεται στο εγχείρημα αυτό της ιδιωτικοποίησης των ΚΨΥ. «Κέντρο Ημέρας “Franco Basaglia”», λέγεται. Πόσο εύκολα, ασυλλόγιστα και ναρκισσιστικά, ένα ριζικά ανατρεπτικό κίνημα ενάντια στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, μετατρέπεται σ’ ένα «πουκάμισο αδειανό», στην υπηρεσία της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων…. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Basaglia

Σχόλιο από Psyspirosi.gr

Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 3897