Ο τίτλος της σημερινής ημερίδας θα μπορούσε να είναι και ο προαναφερόμενος, αν θέλουμε να μείνουμε, για μια και μόνο φορά, στην πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, οικογένειες, λειτουργοί ψυχικής υγείας, και γενικά, κοινωνικά στρώματα, όλο και πιο πλατιά, σε απόγνωση από την αφόρητη πίεση που ασκεί στο όλο της ύπαρξής τους η ραγδαία πτωχοποίησή τους που επιβάλλεται από τις ασκούμενες πολιτικές.
Ζούμε σήμερα σε μια κατάσταση όπου, όπως εδώ και χρόνια, οι ασκούμενες πολιτικές στην Ψυχική Υγεία έχουν αναχθεί στην απλή εκφορά λέξεων, οι οποίες, ακόμα και ως λέξεις, έχουν καταντήσει να σηματοδοτούν πράγματα διαμετρικά αντίθετα από αυτά που υποτίθεται ότι κάποτε εξέφραζαν.
Ποιες είναι οι κοινοτικές υπηρεσίες που υποτίθεται ότι αποτελούν το αποκαλούμενο «περιβάλλον» των ψυχιατρείων (ή, αν θέλετε, και των ψυχιατρικών τμημάτων των γενικών νοσοκομείων); Αφήνοντας ασχολίαστη τη λέξη «περιβάλλον», να θέσουμε τα εξής ερωτήματα:
Ποιες και πόσες κοινοτικές υπηρεσίες υπάρχουν; Και πώς λειτουργούν οι ελάχιστες που υπάρχουν; ‘Εχει η λειτουργία τους την όποια σχέση με αυτό που αποκαλείται «ολοκληρωμένη κοινοτική παρέμβαση», ή είναι απλώς εξωτερικά ιατρείαπου λειτουργούν στη βάση της επιλογής των θεωρούμενων ως «εύκολων» περιστατικών και του αποκλεισμού των πιο πολύπλοκων με τον εγκλεισμό και την ανάθεσή τους στις δομές του «σκληρού ιδρυματισμού»; Υπάρχει, έστω και κατ΄ ελάχιστον, η κατ΄ οίκον φροντίδα και στήριξη; Και είναι αλήθεια ότι, ακόμα και για το «εύκολο περιστατικό», το ραντεβού σε μια από αυτές τις κοινοτικές υπηρεσίες ορίζεται για μετά από τρεις μήνες, έως και ένα χρόνο; Ποιον ενδιαφέρει ο κατακερματισμός των υπηρεσιών, η απουσία έστω και της παραμικρής διασύνδεσης μεταξύ τους, η ανεξέλεγκτη λειτουργία των κινητών μονάδων των ΜΚΟ;
Μιλάτε για «ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» και δεν κάνετε το παραμικρό βήμα ούτε καν για μιαν από τις εκ των ουκ άνευ παραμέτρους της, που είναι η πολύπαθη τομεοποίηση. Που εδώ και τριάντα χρόνια υποτιθέμενης «μεταρρύθμισης» ακούγεται μόνο ως λέξη και που η παρούσα ηγεσία του Υπουργείου την ανήγαγε σε «διοικητική μεταρρύθμιση», η οποία αποτέλεσε μιαν ακόμα  «εργοθεραπευτική» δραστηριότητα των συμβούλων και επιτροπών της ψυχικής υγείας παρά ένα σχεδιασμό με το στοιχειώδες, έστω, πρακτικό αντίκρισμα. Γιατί δεν εφαρμόζετε την τομεοποίηση; Αλλά, ακόμα και αν την εφαρμόζατε, τι θα ήταν για σας τομεοποίηση; Οι γιγαντοτομείς των 300 και 500 χιλιάδων κατοίκων; Μέσα σ΄ αυτό το προαναφερθέν «περιβάλλον» της «κοινοτικής ψυχιατρικής», μιλάτε όχι για κατάργηση, αλλά για «μετασχηματισμό» των ψυχιατρείων. Και τι εννοείτε μ΄ αυτό; Το ποσοστό του 60-65% των ακούσιων εισαγωγών; Την εσαεί πληθώρα των ράντζων; Την αδιαπραγμάτευτη και ανεξέλεγκτη εφαρμογή των μηχανικών καθηλώσεων, εξίσου στα ψυχιατρεία και στα γενικά νοσοκομεία (με τους θανάτους που προκαλούνται από αυτές) και γενικά την κλιμακούμενη ιδρυματική βία; Την διαρκή παραβίαση, που έχει γίνει κανόνας, των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, τόσο στη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας, όσο και στη διάρκεια της νοσηλείας - και φυσικά, στις διαδικασίες της δικαστικής συμπαράστασης και γενικά, σε ό,τι τους αφορά; Τον «θεραπευτικό» μονόδρομο του ψυχοφαρμάκου και την ανεξέλεγκτη χειραγώγηση της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας από τις φαρμακευτικές εταιρείες; Την δραματική υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση
των υπηρεσιών;
Αν η παρούσα κυβέρνηση έχει πάρει διορία μέχρι το 2020 για να επιτελέσει αυτό που δεν πρόλαβε ο πάλαι ποτέ (κολλητός του Αδωνη) Π. Θεοδωράκης, δηλαδή το «βίαιο κλείσιμο», πώς αυτό δεν θα είναι «κατάργηση» και θα είναι «μετασχηματισμός» αν δεν έχει γίνει το ολοκληρωμένο δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών, εναλλακτικών στον εγκλεισμό;
Και τι πάει να πει «μετασχηματισμός»; Ότι το ψυχιατρείο μένει, αλλά «εξωραϊσμένο»; Ο μετασχηματισμός ήταν πάντα μια στιγμή στην διαδικασία της Αποϊδρυματοποίησηςκαι του ξεπεράσματος του ψυχιατρείου. Σήμαινε  (κάποτε) την βαθμιαία εισαγωγή μιας εναλλακτικής «κουλτούρας και πρακτικής», την κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων, ανοικτές πόρτες, την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού, την ισοτιμία στη σχέση με τον ψυχικά πάσχοντα, τη μετάβαση έξω από το άσυλο και την έμπρακτη, υλική στήριξη, για μια ζωή με αξιοπρέπεια και πλήρη δικαιώματα μέσα στον κοινωνικό ιστό.
Ή μήπως έχουμε και εδώ κάτι αντίστοιχο με το «όχι/ναι» στα μνημόνια, δηλαδή, «όχι/ναι» στα ψυχιατρεία;
Είναι σαφές ότι το «ναι στα ψυχιατρεία», και προπαντός στις λογικές και τις πρακτικές που διέπουν την ιδρυματική/κατασταλτική λειτουργία τους και την κοινωνική τους αποστολή του κοινωνικού ελέγχου, αποτελεί την αμετάκλητη επιλογή όχι μόνο της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας, αλλά και της επίσημης πολιτικής, που σ΄ ένα και μόνο πράγμα έχει δείξει ότι έχει την κατάλληλη τεχνογνωσία, αποτελεσματικότητα και συνέπεια : στο πώς να μεταλλάσσει το όχι σε ναι. Αν υπήρχε στις κυρίαρχες προθέσεις έστω και το ελάχιστο «όχι», αυτό θα φαινόταν στην (καθημερινή) πράξη… και δεν φαίνεται πουθενά.
Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, και ως συμβολική έκφρασή τους, δεν είναι τυχαίο ότι για μια ημερίδα με θεματικές τον «μετασχηματισμό» και την «κοινοτική ψυχιατρική», ο χώρος που επελέγη ως το καθ΄ όλα «κοινοτικό περιβάλλον» για την διεξαγωγή της, είναι στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού, μέσα στο ίδιο το Υπουργείο. Κι΄ ακόμα, ότι όλοι οι ομιλητές είναι ψυχίατροι, ενώ για τους «ασθενείς, συλλόγους εργαζομένων και φορείς», παρέχεται λίγη ώρα, στο τέλος, απλώς για «παρεμβάσεις» - ως εορταστικό περιτύλιγμα της εσαεί αδιαφιλονίκητης εξουσίας των «μοναδικών κατόχων της αλήθειας», που θα έχουν ήδη πει και αναλύσει (δηλαδή, αποφασίσει) αυτό που πρέπει να γίνει...
 
 
18/12/2017
 
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ


Υπάρχουν μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται μαζί με τις μεγάλες, ιστορίες που περνάνε στα κρυφά ή τις σκεπάζει η σιωπή μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο των μεγάλων αφηγήσεων. Κι όμως οι μεν δεν μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τις δε. Την τελευταία οκταετία ο ψυχιατρικός θεσμός συνιστά έναν από τους κατεξοχήν τόπους όπου χιλιάδες μικρές αφηγήσεις αντανακλούν την ευρύτερη κυρίαρχη αφήγηση, αυτή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Επιλέγοντας μια ιστορία από τις χιλιάδες θα επιδιώξουμε να διερευνήσουμε τη “σειρά συμβάντων της καριέρας ενός ασθενή”, να παρουσιάσουμε γεγονότα που αναδεικνύουν πώς προοδευτικά ένα πρόσωπο που χρειάζεται κάποιου τύπου βοήθεια, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζεται αρχικά ως ένα υποκείμενο το οποίο ο ψυχίατρος έχει αποστολή να θεραπεύσει μετασχηματίζεται και προσαρμόζεται σε μια κατάσταση ως “αντικείμενο της βίας”.
Ο Δ. νοσηλεύεται από το 2010 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής έχοντας με βάση το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα κριθεί ως ακαταλόγιστος για το θάνατο του θείου του. Από την ηλικία των τριών ετών έχει διαγνωστεί με κροταφική επιληψία και θεωρείται “φαρμακοεξαρτημένος”. Στο σπίτι από την παιδική του ηλικία υπάρχουν στιγμές έντασης και διαπληκτισμών. Ο Δ. περιγράφεται από τους γονείς του ως ένα απρόβλεπτο παιδί που κάποιες φορές συγκρούεται μαζί τους “όπως όλα τα παιδιά”. Η επιθετικότητά του περιορίζεται προς τα μέλη του στενού οικογενειακού του κύκλου με εκρήξεις θυμού και σπανιότερα βίας. Οι περιστασιακές του φυγές δε συνοδεύονται από επεισόδια βίας.
Η νοσηλεία του ξεκινάει σε ένα τμήμα του Ψ.ΝΑ χωρίς η παραμονή του σε αυτό να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ασθενείς που νοσηλεύονται με βάση το άρθρο 69 και διάγει μια μάλλον “φυσιολογική” νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμπεριλαμβάνονται και έξοδοι από το Ψ.Ν.Α. για το σπίτι του. Προοδευτικά για λόγους που δε γνωρίζουμε αν ποτέ διερευνήθηκαν επαρκώς ξεκινάει μια αντιπαράθεση μεταξύ γονιών και μέρους του προσωπικού του νοσοκομείου. Από τη μια καταγγελίες για βία προς τον γιο και απαξιωτική συμπεριφορά από τους γιατρούς και από την άλλη διαμαρτυρίες για ελλιπή συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Δ. εμφανίζεται όλο και πιο εκνευρισμένος, όλο και πιο “απρόβλεπτος”. Παρ' όλα αυτά συνεχίζει να βγαίνει έξω μόνος του και σε καμία έξοδό του δεν αναφέρεται βίαιο συμβάν. Συμμετέχει σε εργοθεραπευτικές συνεδρίες και διατηρεί μια καλή σχέση με τη θεράπουσα ψυχίατρο. Μια μέρα βρίσκεται από τους γονείς του χτυπημένος ενώ το προσωπικό ισχυρίζεται ότι “τα έκανε μόνος του”. Μπαίνει σε απομόνωση σε ένα δωμάτιο όπου του παρέχονται κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις. Συχνά περιορίζεται στο κρεβάτι του (μηχανική καθήλωση με ιμάντες). Παράλληλα,σε μια αδιανόητη κίνηση δύο ψυχίατροι ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων σε ψυχιατρική κλινική. Πράγματι το Νοέμβριο του 2013 οι γονείς του μεταφέρονται συνοδεία περιπολικών για ψυχιατρική εκτίμηση με το ερώτημα αν χρήζουν νοσηλείας και κρίνεται ότι δε συντρέχει τέτοιος λόγος.
Προοδευτικά γύρω από τον Δ. η ιδρυματική λογική ξεδιπλώνει την απόλυτη ισχύ της. Η όποια ευελιξία απαιτείται στη συνάντηση με το λεγόμενο “δύσκολο περιστατικό” εκμηδενίζεται. Οι απαντήσεις δίνονται μηχανικά σχεδόν αυτοματοποιημένα. Το ψυχιατρείο αναγάγεται σε ένα χώρο τεράστιας αντιπαράθεσης. Κάθε συμβάν διαβάζεται μονόδρομα, αποδιδόμενο ευθέως σε ψυχοπαθολογικά μοτίβα άλλοτε του ασθενούς και άλλοτε της οικογένειάς του, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα αντιδράσει δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου είναι αδύνατο να διακριθεί μια αρχή, ίσως γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ο κύκλος της βίας είναι έτοιμος να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Αρκεί ένα τυχαίο συμβάν, μια ασυνήθης κατάσταση που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι αυτό το τυχαίο συμβάν δεν ήταν άλλο από τη φωτιά που ξέσπασε στο Ψ.Ν.Α. και οδήγησε στο φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων από ασφυξία, όλων δεμένων στα κρεβάτια τους, γιατί προφανώς ανήκαν στην κατηγορία των “δύσκολων περιστατικών”.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι τρεις θάνατοι έρχονται να προστεθούν σε μια αλυσίδα θανάτων: έξι θάνατοι νοσηλευομένων στο Δαφνί από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015. Σε μια μόλις χρονιά το ψυχιατρικό κατάστημα «μέτρησε» μια αυτοκτονία, μια ανθρωποκτονία σε βάρος δεμένου ασθενούς από άλλο ασθενή, τον τριπλό θάνατο από την πυρκαγιά, αλλά και έναν θάνατο ασθενούς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, εν συνεχεία το έσκασε και βρέθηκε τελικά νεκρός έξω από το ψυχιατρείο. Τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό «με τις επανειλημμένες καταγγελίες προς την Ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για παραβίαση των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων δικαιούται να υποστηριχθεί ότι το ΨΝΑ ως οργανισμός βρίσκεται σε κρίση», αναφέρει η έκθεση της, σε γενικές γραμμές άχρωμης, Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές.
Προοδευτικά το όλο σκηνικό θυμίζει σύγκρουση, όπου ο καθένας χρησιμοποιεί όσα όπλα έχει διαθέσιμα: εισαγγελικές εντολές, εξώδικα, μηνύσεις και τιμωρητικά μέτρα όλα σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης και απόδοσης ευθυνών. Πιθανότατα ωθούμενη από την κατακραυγή για τους θανάτους η Διοίκηση του νοσοκομείου σπεύδει να πάρει θέση στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε γονείς και μέρος του προσωπικού. Τα όποια θεραπευτικά πλάνα προοδευτικά μετασχηματίζονται σε φυλακτικά μέτρα επιτήρησης και περιορισμού. Στον Δ. επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς κανένα πλάνο ο εγκλεισμός του Δ. εντείνεται. Παραμένει επί πάνω από δύο χρόνια σε απομόνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός του θεωρεί την κλινική του κατάσταση του σχετικά σταθεροποιημένη. Αναφορές μιλάνε για απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκαταστροφής.
Ο πατέρας καταγγέλλει: «Τον έχουν σε πλήρη και παρατεταμένη απομόνωση επί 9μηνου περίπου, σε μπουντρούμι ολίγων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς παράθυρο, με καγκελωτό φεγγίτη με σήτα, σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι ολίγων εκατοστών. Του έχουν στερήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κάποιοι από αυτούς τον εξύβριζαν χυδαιότατα, τον απειλούσαν, τον χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και πόδια στο σώμα και το χειρουργημένο κεφάλι του, τον έσερναν στο δάπεδο σαν αρνί σε σφαγείο, τον δέσμευαν στην κλίνη του και στα 4 άκρα. Ο γιος μου μόνος προσπαθούσε απεγνωσμένα αμυνόμενος να διαφύγει για να μην υποστεί τα βασανιστικά μαρτύρια των παρατεταμένων απομονώσεων, πολυήμερων δεσμεύσεων επί κλίνης στα 4 άκρα, σε μια περίπτωση τραυματισμένος στο κεφάλι για 11 συνεχόμενες ημέρες από τον νοσηλευτή Ν.Κ κατόπιν εντολής της Διευθύντριας Ψυχιατρικής Ε.Μ, αφαίρεσης όλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του”.
Προφανώς λοιπόν και δεν παρέχεται κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και η μόνη θεραπεία του είναι φαρμακευτική. Παράλληλα η Διοίκηση προτιμά να παίξει το ρόλο της απαντώντας με εξώδικα προς του γονείς για τη μη τήρηση του επισκεπτηρίου, για τη μη συνεργασία τους κοκ. Αντί να αποτελέσει το θεματοφύλακα των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Δ. και της λειτουργίας μιας πολυκλαδικής θεραπευτικής ομάδας, με στόχο μια παρέμβαση όχι προς αλλά μαζί με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και τους γονείς, προσλαμβάνει ειδικό φυλακτικό προσωπικό (security). Όμως θα επισημάνουμε και πάλι πως κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης δεν μπορεί να είναι πλάνο φύλαξης. Αν στο νόημα της φύλαξης εμπεριέχεται επιτήρηση και όχι φροντίδα, νοιάξιμο και άνοιγμα σε μια διεργασία χειραφέτησης, το Ψ.Ν.Α θα παραμένει ένας όλο και πιο κατασταλτικός οργανισμός. Γιατί θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ανάγκη φύλαξης: όχι όμως με το νόημα της επιτήρησης και του ελέγχου του Δ. αλλά δια-φύλαξης της ανθρωπιάς και της χειραφετητικής διαδικασίας τόσο για το Δ. όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους.
Για άλλη μια φορά όλοι μιλάνε για τον “επικίνδυνο” Δ.. Αγνοώντας τις δεκάδες φωτιές που ανάβουν στο Ψ.Ν.Α. κάθε χρόνο για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (πχ από ξεχασμένα τσιγάρα σε στρώματα κρεβατιών), απαλείφοντας κάθε δυνατότητα να διαβαστούν τα πολλαπλά επίπεδα του “τυχαίου συμβάντος”, Σωματείο εργαζομένων, ψυχίατροι και Διοίκηση αναγάγουν για άλλη μια φορά τη συζήτηση στο πρόσωπο του ασθενούς και την “επικινδυνότητα”.
Πώς όμως μπορεί κανείς να μιλήσει για την κρίση, τη δυσκολία, την “ακραία” συμπεριφορά ενός ανθρώπου αν δε μιλήσει παράλληλαγια την κρίση, τη δυσκολία και την “ακραία” συμπεριφορά του συστήματος που το εμπεριέχει; Πώς είναι δυνατό να αναπτυχθεί οποιαδήποτε θεραπευτική σχέση όταν η βία κυριαρχεί, η διάχυτη επιθετικότητα μετασχηματίζεται σε μέτρα επιτήρησης κι όταν οι θεράποντες ιατροί ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων του ασθενή; Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα να είναι θεραπευτικό όταν δεν μπορεί να ακούσει τη δυσκολία παρά απαντά με θυμό και βία; Πώς μια συμπεριφοράπου στο σπίτι ήταν επιθετική και απρόβλεπτη αλλά διαχειρίσιμη καταλήγει επικίνδυνη και τελικά μη διαχειρίσιμη με τον ασθενή να παραμένει για μεγάλο διάστημα δεμένος στο κρεβάτι του; Παίζει ρόλο για αυτή την κατάληξη το ιδρυματικό και φυλακτικό περιβάλλον και η απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης αποκλιμάκωσης των κρίσεων και μη βίαιης επικοινωνίας; Μήπως αν δεν υπήρχε η διάδραση με την οικογένεια ο Δ δεν θα είχε αναχθεί σε "επικίνδυνο", καθώς θα είχαν εφαρμοστεί πάνω του, και δια βίου, οι συνήθεις κατασταλτικές πρακτικές χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται και να τις αμφισβητεί;
Ούτε οι ψυχίατροι ούτε το περιβάλλον του μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την “επικινδυνότητα”. Η μόνη ευθύνη που αναγνωρίζεται είναι αυτή του ασθενούς και της ασθένειας του που δοκιμάζει τα όρια των βιολογικών και κατασταλτικών δυνατοτήτων του συστήματος καθώς η αρρώστια δε τιθασεύεται, δε δαμάζεται και ο άρρωστος δε συνεργάζεται. Βαθμιαία ένα πρόσωπο που μπορούσε να ζει σε μια γειτονιά με τις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και δυσκολίες αντιμετώπιζε, μεταμορφώνεται σε ένα τέρας: «Εγώ προσωπικά τον φοβάμαι και αύριο που εφημερεύω το σκέφτομαι με τρόμο», αναφέρει η Σ.Χ. ψυχίατρος. Κι είναι αυτός ο φόβος που χτίζει προοδευτικά τον ένα τοίχο μετά τον άλλο, που αντικαθιστά την “ευθύνη για” με την “ευθύνη σε».
Γνωρίζουμε ότι το ψυχιατρείο, από καταβολής του τόπος εγκλεισμού και αποσιώπησης, αποτέλεσε και αποτελεί ένα χώρο εκμηδένισης του νοήματος, μια “no man's land”, ένα χώρο που εξωθήθηκε ο “Άλλος”, ο ξένος, αυτός που αποκλίνει προκειμένου να διαφυλαχτεί η κοινωνική τάξη και ασφάλεια, καθώς οι όποιες θεραπευτικές προεκτάσεις που ενδεχομένως το προσωπικό ενστερνίζεται ή επιδιώκει αλλοιώνονται και εκμηδενίζονται μπροστά στη θεσμικό του χαρακτήρα, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα περιχαράκωσης σε κλειστούς χώρους και την εφαρμογή ειδικών καθεστώτων. Για εμάς είναι σαφές πως τα όσα εκτυλίσσονται εντός των τοίχων του ιδρύματος απηχούν τις αντιφάσεις και τα όρια ενός συστήματος που δεν μπορεί να διαγνώσει παρά μόνο ψυχιατρικές ετικέτες , διερευνώντας και παράλληλα κατασκευάζοντας “επικίνδυνους” ασθενείς καθώς η θεραπευτική συνάντηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν δεν αρθούν τα δεσμά που δένουν εργαζόμενους και κυρίως ασθενείς (τους τελευταίους και με μηχανικά δεσμά) σε μια λογική “τεχνικής βίας”. Φαίνεται όμως πως κατασκευάζοντας «επικίνδυνους ασθενείς» κατασκευάζεται και ο χώρος για τη δημιουργία νέων κατασταλτικών θεσμών, ειδικών χώρων αποκλεισμού και επιτήρησης, θεσμών που στο πνεύμα της εποχής συγκροτούν απαντήσεις ελέγχου και όχι ελευθερίας, εγκλεισμού και όχι χειραφέτησης. Αν θέλουμε να μιλάμε για θεραπεία δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελευθερία που θα προασπίζει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που έχει βρεθεί σε ψυχική δυσφορία, δηλαδή εν δυνάμει του καθενός από εμάς.

25/10/2017

ΔΙΚΤΥΟ 'Ψ'  ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Παρέμβαση για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία




Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανακοίνωση που έβγαλε η ΠΟΕΔΗΝ, με αφορμή το τραγικό συμβάν της δολοφονίας, από νοσηλευόμενο στο ΨΝΑ (βάσει του αρ. 69 ΠΚ- και διαμένοντα σε στεγαστική δομή του), της συντρόφου του, δεν είναι παρά η πιο κατάπτυστη αντίδραση που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα ήταν δυνατό ποτέ να υπάρξει απέναντι στην τραγικότητα αυτού του συμβάντος.
Κατανοητή, βέβαια, στο βαθμό που εκφράζει την σκληρή ιδρυματική παράδοση και την σχετιζόμενη με αυτήν κατασταλτική κουλτούρα που ενσαρκώνει το προερχόμενο από το Δρομοκαίτειο προεδρείο της ΠΟΕΔΗΝ, που, ακόμα και στις κινητοποιήσεις του προσωπικού του ψυχιατρείου, δεν ήξερε να κάνει άλλο από το να χτίζει, με πέτρες, τοίχους στη είσοδο του ιδρύματος. Τοίχους πάνω στους άλλους τοίχους, πρακτική που συμβόλιζε έμπρακτα το «μαύρο όραμα» ενός συνδικαλισμού που δεν έπαψε ποτέ να βλέπει την ύπαρξη και την αναπαραγωγή του συνυφασμένη με την διαιώνιση των ιδρυμάτων της ψυχιατρικής βαρβαρότητας (και προπαντός, εν προκειμένω, του «κληροδοτήματος»).
Αυτό που κάνει η ΠΟΕΔΗΝ είναι να ευοδώνει και να παρακινεί στην κουλτούρα και την πρακτική της απόρριψης, του ρατσισμού και της κατασταλτικής ετοιμότητας απέναντι σε όλους τους ψυχικά πάσχοντες και σε μια φυλακτικού τύπου, απανθρωποποιητική αντιμετώπισή τους, ως εν δυνάμει, και από τη φύση του, «επικίνδυνου αντικειμένου». Γιατί, μέσα στο ασυγκράτητο παλαιοϊδρυματικό ξέσπασμα της, η ανακοίνωση μιλάει για όλους αδιακρίτως, για όσους προσέρχονται (τους «30») σε κάθε εφημερία με διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας, «διεγερτικούς, επικίνδυνους, κακοποιούς»…«30-35 τέτοιοι επικίνδυνοι ασθενείς σε κάθε τμήμα  οξέων». Και φυσικά, κατά την ΠΟΕΔΗΝ, να πάνε όλοι οι «ακαταλόγιστοι» του αρ. 69 ΠΚ σε ψυχιατρικές κλινικές εντός των  φυλακών.  Αλλά με αυτή τη λογική, γιατί μόνο αυτοί και όχι και οι άλλοι «επικίνδυνοι», που δεν έχουν διαπράξει «ακόμα» αδίκημα;
Η ανακοίνωση της ΠΟΕΔΗΝ είναι τόσο ακραία έτσι ώστε να γίνεται εξαιρετικά χρήσιμη ακόμα και σε επιδιώξεις που την «κριτικάρουν», αλλά με σκοπό να συγκαλύψουν, πίσω και ενάντια στις ακραίες εκφράσεις της, την δική τους συμπόρευση στην ίδια κατεύθυνση, αν και με πιο ήπιους και «επιστημονικούς» όρους. Μην ξεχνάμε ότι λειτουργοί ψυχικοί υγείας, διευθυντές ψυχίατροι και συνδικαλιστές νοσηλευτές, έχουν χρησιμοποιήσει, στο πρόσφατο παρελθόν (υπάρχουν τα κείμενα και οι συνεντεύξεις), την ίδια επιχειρηματολογία της ΠΟΕΔΗΝ για το «επικίνδυνο» των «ακαταλόγιστων» του αρ. 69 ΠΚ, που νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών, προκειμένου να τους εξαποστείλουν σε «ειδική κλειστή δομή», το «δικαστικό ψυχιατρείο», που έχει στα σκαριά η παρούσα κυβέρνηση.
Κάποιο/ες «θυμήθηκαν», εν προκειμένω, τα υπάρχοντα ευρωπαϊκά «μοντέλα» για το «forensic μέρος της ψυχιατρικής», όλα αυτά που προβλέπουν «ειδικές δομές» για τους λεγόμενους «ακαταλόγιστους», αγνοώντας, ή ξεχνώντας, ότι όλα αυτά τα «μοντέλα» είναι σε κρίση, καθώς, αφού έγιναν «διάσημα» για τον κατασταλτικό, βάρβαρο και άκρως αντιθεραπευτικό χαρακτήρα τους, σε κάποιες χώρες, όπως τα OPG στην Ιταλία, έκλεισαν (με αρχή το 2014) – για  ν΄ αντικατασταθούν, φυσικά, και ως επί το πλείστον, από δομές πιο μικρές, πιο ήπιας εξωτερικής μορφής, αλλά αντίστοιχου περιεχομένου.
Η όλη περιρρέουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική ατμόσφαιρα του «ρευστού φόβου», της δομικής, άνωθεν καλλιεργούμενης και δεόντως χειραγωγούμενης ανασφάλειας, είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο προωθείται (ως η απολύτως «αυτονόητη» λύση) η ίδρυση του «ειδικού κλειστού τμήματος» («δικαστικού ψυχιατρείου»), με σχετικό νομοσχέδιο που έχει έτοιμο για εισαγωγή προς ψήφιση στη Βουλή η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ.
Περιστατικά όπως στο Περιστέρι, θα χρησιμοποιηθούν, για μιαν ακόμη φορά, ως επιβεβαίωση της «ορθότητας και του αυτονόητου» μιας λύσης προς αυτή την κατεύθυνση.
-Κυρίαρχη ψυχιατρική, αυτή που βλέπει πρωτίστως «νοσολογικά συστήματα και όχι ανθρώπους», στην ιερή της συμμαχία με μια
-κατά το δοκούν «τυφλή» Δικαιοσύνη, πάνω στο κοινό τους έδαφος του ιδεολογήματος μιας «επικινδυνότητας» ως ατομικής ιδιότητας (και όχι προϊόντος κοινωνικών σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και «καταστάσεων»),
-μέσα από τις διαχειριστικές πρακτικές μιας κυβερνητικής πολιτικής που απλώς αγωνιά για το πώς θα εκπροσωπήσει το υπάρχον, χωρίς ποτέ  και επ΄ ουδενί να το αμφισβητήσει,
έχουν έτοιμο το ζητούμενο για το κυρίαρχο σύστημα, ψυχο-σωφρονιστικό τμήμα, που θα ενσωματώνει όλες τις δυσβάσταχτες πτυχές τόσο του ψυχιατρικού, όσο και του σωφρονιστικού εγκλεισμού, με όλες τις στερεοτυπικές ιδεοληψίες που τους διατρέχουν, για την ευρύτερη κοινωνική του αποδοχή.
Κι΄ ας είναι γνωστό και τεκμηριωμένο ότι, παρά το συμβάν στο Περιστέρι, είναι εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο η επανάληψη της όποιας παραβατικής/εγκληματικής πράξης από πρώην εγκλείστους του αρ. 69 ΠΚ. Ότι, ποσοστιαία, οι πάσχοντες από σοβαρές ψυχικές διαταραχές που εγκληματούν, δεν είναι περισσότεροι από τους λεγόμενους «κανονικούς» - ίσως, μάλιστα, να είναι και αισθητά λιγότεροι. Ότι το πρόσημο της «επικινδυνότητας», προκειμένου κάποιος/α να τύχει άρσης του αρ. 69, παραμένει και στο καινούργιο νομοσχέδιο - ένα πρόσημο, για το οποίο δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και ούτε ποτέ θα υπάρξει καμιά «επιστημονική» εκτίμηση, καθώς πρόκειται για μια «κοινωνική κατασκευή».   
Το προωθούμενο νομοσχέδιο για τους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69 δεν κάνει άλλο από το να «τακτοποιεί» την υπάρχουσα κατάσταση (καθώς τουλάχιστον 20 ασθενείς του αρ. 69 στο ΨΝΑ διαμένουν - και πολύ καλώς - σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές χωρίς να έχει αρθεί το μέτρο ασφαλείας), δίνοντας, ωστόσο, υπόσταση, για πρώτη φορά με θεσμικό τρόπο, στην ίδρυση δυο δικαστικών ψυχιατρείων. Για τον εγκλεισμό και την «εξαφάνιση» όλων αυτών που για την διαχείρισή τους το ψυχιατρικό σύστημα «στενάζει» από την αδυναμία του να τους «κάνει καλά» και ψάχνει εδώ και καιρό πού θα τους κλείσει. Κάπου πιο «κλειστά από το κλειστό» που υπάρχει. Στον Κορυδαλλό δεν μπορεί (παρά τις προτάσεις της ΠΟΕΔΗΝ), για να τηρούνται (προς το παρόν) τα «προσχήματα». Γι΄ αυτό και προωθείται το «ειδικό τμήμα», με φρουρούς, κάγκελα, πιθανό προαυλισμό σε λίγα τετραγωνικά, ασυδοσία μηχανικών καθηλώσεων, δυνατότητα να κάνεις λοβοτομή «αν το επιλέξεις» (με  informed consent”!) κλπ.
Το ζήτημα των «ακαταλόγιστων» δεν μπορεί κατ΄ ουδένα τρόπο ν΄ αντιμετωπιστεί με την όλο και περισσότερη καταστολή, μέσα από την αέναη αναζήτηση της «απόλυτης ασφάλειας» από τον «επικίνδυνο» που «εμείς» κατασκευάζουμε. Το πρώτο βήμα προς μιαν ουσιαστική αντιμετώπιση των λεγόμενων «ακαταλόγιστων» δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την ίδια την ριζική  αμφισβήτηση της ίδια της έννοιας του «ακαταλόγιστου», μιας έννοιας (και συνεπαγόμενης πρακτικής) που απο-υποκειμενοποιεί τον ψυχικά πάσχοντα. Είναι η αναγνώριση του όποιου ψυχικά πάσχοντος δράστη ως «υποκειμένου ευθύνης», που θα πρέπει, προφανώς, να τύχει εφαρμογής εναλλακτικής, εκτός φυλακής, ποινής. Όχι, επ΄ ουδενί, σε «ειδικό τμήμα», ούτε σε τμήμα εισαγωγών-παρά μόνο, εδώ, για το αναγκαίο διάστημα της νοσοκομειακής θεραπείας, όπως όλοι οι ασθενείς. Και εν συνεχεία, με την επιβολή ενός «μέτρου ασφαλείας», με διαμονή σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ή και κατ΄ οίκον, στα πλαίσια του οποίου θα γίνεται η αναγκαία θεραπευτική φροντίδα. 
Φυσικά, όλα αυτά ηχούν ουτοπικά, σε μια χώρα που δεν έχει κάνει ποτέ την όποια ουσιαστική ψυχιατρική μεταρρύθμιση και βουλιάζει μέσα σε μια χωρίς προηγούμενο  οικονομική, κοινωνική και πολιτική  κρίση. Αλλά και σε μιαν Ευρώπη σε αντίστοιχα βαθιά οικονομική κρίση, που λειτουργεί μέσα σε μια «κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης», με το φάσμα ενός διαρκώς «επικρεμάμενου κινδύνου» να κυριαρχεί στην καθημερινότητα, κινδύνου που οι κρατούντες δημιούργησαν με τις πολιτικές τους, χρησιμοποιώντας τον ίδιο το φόβο από αυτόν ως μέσο πολιτικής και κοινωνικής χειραγώγησης.
Για το ζήτημα των «ακαταλόγιστων» και την προετοιμαζόμενη αντιμετώπισή τους ως προπομπό της περαιτέρω κατασταλτικής μετάλλαξης του ψυχιατρικού συστήματος, θα πρέπει να υπάρξει ιδιαίτερη επαγρύπνηση. Αν κυριαρχήσουν τα στερεότυπα της «επικινδυνότητας» στην δόμηση/διάρθρωση του ψυχιατρικού θεσμού, αυτό θα έχει επιπτώσεις παντού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γ. Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε πρόσφατη συνέντευξή του, δήλωσε καθαρά ότι «δεν χρειαζόμαστε στο δικό μας σωφρονιστικό σύστημα ένα νοσοκομείο επιπέδου νοσοκομείου του ΕΣΥ» και επομένως, οι κρατούμενοι, όταν προκύπτει  σχετική ανάγκη για κανονική νοσοκομειακή νοσηλεία, θα  πρέπει να νοσηλεύονται, όταν αρρωσταίνουν, στα κανονικά νοσοκομεία. Αλλά όχι οι ψυχικά ασθενείς κρατούμενοι : το «ψυχιατρείο» Κορυδαλλού επέμεινε ότι πρέπει να παραμείνει και να μπει ως τέτοιο στο ΕΣΥ (όπως έχει προβλεφθεί σε σχετικό νομοσχέδιο), υπό την διεύθυνση της Πανεπιστημιακής Ψυχιατροδικαστικής Κλινικής του Αττικού Νοσοκομείου. Προφανώς,  «παιδιά ενός κατώτερου θεού» οι ψυχικά ασθενείς. Μια κανονική φυλακή περίπου 200 κρατουμένων (ανδρών), με όρους πολύ χειρότερους από τα υπόλοιπα κελιά και με εξαιρετικά αδιαφανείς διαδικασίες διαχείρισης, σύμφωνα με πολλές καταγγελίες. Κρατούμενοι με «μερικό καταλογισμό», κρατούμενοι με ψυχιατρικό πρόβλημα, κρατούμενοι εν αναμονή πραγματογνωμοσύνης - αυτής της νέας «βιομηχανίας πραγματογνωμοσύνης», που πιθανό να προκύψει ως «παρενέργεια» της ένταξης στο ΕΣΥ.
Όπως πάνε τα πράγματα, είναι πιθανόν ότι, μια απρόβλεπτη στροφή στη συγκυρία μπορεί και να επιβεβαιώσει τις προτροπές της ΠΟΕΔΗΝ για εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων» στην ψυχιατρική κλινική του Κορυδαλλού. Την κρατούν ανοικτή, τη αναβαθμίζουν, την βάζουν στο ΕΣΥ, θα την διευθύνουν πανεπιστημιακοί, «τι το καλλίτερο;» θα πουν οι κυβερνώντες, που διακρίνονται για το «βαθύτατα ρηχό» μεταρρυθμιστικό τους πνεύμα.
Κρατώντας, ως πρώτη προτεραιότητα, ανοιχτή την κινηματική διεκδίκηση στην κατεύθυνση ενός ριζικά εναλλακτικού προτάγματος στην αντιμετώπιση των «ακαταλόγιστων» και στην ασκούμενη κυρίαρχη ψυχιατρική γενικά, δεν θα παραλείψουμε να επιστήσουμε την προσοχή στην πιθανότητα να ασκηθούν, με αφορμή το τραγικό συμβάν στο Περιστέρι, πιέσεις για επανεγκλεισμό των ασθενών βάσει του αρ. 69 ΠΚ, που τώρα διαμένουν σε εξωνοσκομειακές στεγαστικές δομές.
Εν προκειμένω, η ευθύνη θα αφορά όλους, και αυτούς (πρωτίστως) που, πιθανόν, θ΄ αποφασίσουν σχετικά, αλλά και αυτούς που δεν θα προβάλλουν αντίσταση.
7/8/17
ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ




Μια ακόμη κίνηση διαχείρισης του αμετάκλητου αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει, και της μη διαχειρίσιμης ενδόρρηξης την οποία βιώνει, το σύστημα της Ψυχικής Υγείας, ανακοίνωσε σχετικά πρόσφατα η κυβέρνηση (υπουργική απόφαση, 8/5/17, «Εγκριση από άποψη σκοπιμότητας πολιτικών ψυχικής υγείας»), κίνηση η οποία, όταν παραμεριστεί το σύνηθες κατεβατό από λεκτικές πομφόλυγες που συνοδεύει πάντα αυτές τις εξαγγελίες, δεν έχει παρά μόνο δυο παραμέτρους με πρακτική σημασία.
-Η μια αφορά την εξαγγελία της δημιουργίας, με κονδύλια του ΕΣΠΑ μέχρι το 2020, 17 οικοτροφείων, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, για την μεταστέγαση 200 από τους συνολικά 420 υπολογιζόμενους ασθενείς χρόνιας παραμονής στα τρία εναπομείναντα ψυχιατρεία. Τα οικοτροφεία αυτά, χωρίς πολλά λόγια, ως κάτι το αυτονόητο, ανατίθενται σε ΜΚΟ, παγιώνοντας, από την «πρώτη φορά αριστερά», την ιδιωτικοποίηση ως τον βασικό άξονα της πολιτικής της και στην Ψυχική Υγεία (όπως παντού). Το προπαγανδιστικό επιχείρημα, εν προκειμένω, πιθανώς θα είναι ότι, με την ‘δωρεά’ στις ΜΚΟ και την ιδιωτικοποίηση, θα εξοικονομηθούν πιθανώς 10-20 άτομα προσωπικό (από το ένα ή δυο τμήματα ‘χρονίων’ που θα κλείσουν) για να καλύψουν, υποτίθεται, τις ανάγκες των άλλων ψυχιατρικών τμημάτων.
-Η άλλη παράμετρος με πρακτική σημασία, αφορά την εκκίνηση της δημιουργίας των ήδη εξαγγελθέντων δυο ειδικών κλειστών τμημάτων(δικαστικών ψυχιατρείων) για τους έγκλειστους στη βάση του αρ. 69 ΠΚ (ανθρώπους που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα αλλά έχουν κριθεί ‘ακαταλόγιστοι’ λόγω ψυχικής διαταραχής). Σε προηγούμενες ανακοινώσεις της «Συσπείρωσης» έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στην ιδρυματική παλινδρόμηση και στην περαιτέρω κατασταλτική αναδίπλωση του ψυχιατρικού θεσμού που αντιπροσωπεύει η ίδρυση αυτών των περίκλειστων μονάδων.
Βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, η δήθεν ‘αποϊδρυματοποίηση’ (που υποτίθεται ότι συνιστά η ίδρυση των οικοτροφείων, ενώ, στην πραγματικότητα, είναι απλώς μεταστέγαση) δεν καταργεί τα τμήματα ‘χρονίων’, και την λογική της λειτουργίας τους, αλλά τα επισημοποιεί, καθώς καθιερώνει ένα τμήμα ‘μακράς και μέσης νοσηλείας’ σε κάθε ψυχιατρείο. Και όχι μόνο αυτό. Για πρώτη φορά γίνεται προσπάθεια να δοθεί έκφραση στις πιο παλαιολιθικές εκφάνσεις της κυρίαρχης ψυχιατρικής, με την περαιτέρω (σχετικά και με το πρόσφατο παρελθόν) κατηγοριοποίηση των υπό ίδρυση οικοτροφείων ανάλογα με το είδος των προβλημάτων που η κυρίαρχη ψυχιατρική (όπως σκέφτεται, λειτουργεί και πράττει) κατασκευάζει και έχει, εν συνεχεία, ανάγκη να ταξινομήσει καταλλήλως, όχι για να απαντήσει σε ανάγκες, αλλά για να απαλλαγεί από αυτό που συλλαμβάνει και αντιμετωπίζει (αφού πρώτα το έχει κατασκευάσει) ως βάρος.
Θα έχουμε, λοιπόν, οικοτροφεία για ‘αυτιστικούς με διεγερτική συμπεριφορά’ και για απλώς ‘αυτιστικούς’ (‘ήρεμους’), για ‘ψυχωτικούς με διεγερτική συμπεριφορά’ και για απλώς ‘ψυχωτικούς’ (δηλαδή, ‘ήσυχους’), για ασθενείς με ‘νοητική υστέρηση’, για ασθενείς με ‘ψυχικές διαταραχές και σοβαρές σωματικές παθήσεις’, για ψυχογηριατρικούς, για ‘ασθενείς με συννοσηρότητα’ (ψυχικές διαταραχές και χρήση ουσιών) κλπ. Μια αναδιάταξη, δηλαδή, της παραγόμενης από το σύστημα ‘χρονιότητας’, ‘επικινδυνότητας’ κλπ, σε μια λογική δημιουργίας δομών που δεν εκφράζουν και δεν λειτουργούν στην κατεύθυνση μιας θεραπευτικής και εναλλακτικής στον εγκλεισμό προσέγγισης του ψυχικά πάσχοντα, αλλά για την διαχείριση και την εναπόθεση/ξεφόρτωμα των αποτυχιών του.
Γίνεται μια αναφορά σε στόχο μείωσης των ακούσιων νοσηλειών (που σε εθνικό επίπεδο είναι πάνω από 60%) στο 15% σε περιοχές όπου θα ενισχυθούν, υποτίθεται, οι εκεί υπάρχουσες Κινητές Μονάδες και ΚΨΥ – των οποίων, όμως, ούτε ο εσωστρεφής, αυτοαναφορικός, κατακερματισμένος και στη λογική του ‘εξωτερικού ιατρείου’ τρόπος λειτουργίας τους δεν πρόκειται ν΄ αλλάξει, αλλά, ακόμα και αν στοιχειωδώς άλλαζε, δεν θα είχε τα πραγματικά αναγκαία μέσα (σε προσωπικό, πόρους κλπ) για να επιτελέσει μιαν ολοκληρωμένη και κοινοτικά βασισμένη φροντίδα σ΄ έναν ‘ορισμένο πληθυσμό ευθύνης’.
Γιατί, παρά τις όποιες λεκτικές πομφόλυγες περί ‘μεταρρύθμισης’ και από την παρούσα κυβέρνηση και τους ‘πρόθυμους’ συνεργάτες που στελεχώνουν τις σχετικές επιτροπές του Υπουργείου Υγείας, ούτε καν το πιο στοιχειώδες, την τομεοποίηση, δεν έχουν ξεκινήσει και ούτε καν σκέφτονται να ξεκινήσουν – γιατί, και η ψυχιατρική κοινότητα και η πολιτική ηγεσία  δεν την θέλουν.
Ακόμα και μια επιτροπή που έχει συσταθεί στο Υπουργείο για την ρύθμιση θεμάτων της ακούσιας νοσηλείας, όποιες κι΄ αν είναι οι προτάσεις που θα καταλήξει να υποβάλει για ‘βελτιωτικές ρυθμίσεις’ στο πεδίο της ολοσχερούς ασυδοσίας που επικρατεί στον εν λόγω τομέα, στο βαθμό που δεν θα θίγεται και δεν θ΄ αμφισβητείται έμπρακτα ο τρόπος λειτουργίας του συστήματος (καθώς είναι αυτός, ο ιδρυματικός, νοσοκομειοκεντρικός τρόπος λειτουργίας που παράγει αυτό το χωρίς προηγούμενο υψηλό ποσοστό των ακούσιων νοσηλειών), οι ρυθμίσεις αυτές δεν  πρόκειται ν΄ αποτελούν παρά έναν απλό εξωραϊσμό του υπάρχοντος και, ως τέτοιες, δεν θα συντελούν παρά στην αναπαραγωγή του κυρίαρχου τρόπου λειτουργίας που, με τη σειρά του, και από τη φύση του, ακόμα και αυτές, τις επίπλαστες ρυθμίσεις, θα τις ακυρώνει.
Μια πραγματική ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν γίνεται (και ποτέ δεν έχει γίνει διεθνώς, ακόμα και στις ‘καλές’ εποχές) με τα ‘πρωτόκολλα’ στα οποία αναλώνουν το χρόνο τους διάφοροι παρατρεχάμενοι του Υπουργείου Υγείας σε θέματα ψυχικής υγείας. Ή θα αγγίξει τις ρίζες του προβλήματος, ως μια ‘από τα κάτω’ διαδικασία, που θα εμπλέκει, σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, όλα τα άμεσα ενδιαφερόμενα υποκείμενα, ασθενείς, προσωπικό κλπ και που έμπρακτα θ΄ αμφισβητεί τις κατεστημένες θεσμικές εξουσίες, ή θα χρησιμοποιείται (όπως γίνεται τώρα) ως λεκτικό άλλοθι, ως προσπάθεια εξωραϊσμού ενός όλο και πιο εσωστρεφούς, αμυντικού και κατασταλτικού συστήματος, όπου και αυτοί οι εξωραϊσμοί δεν θα είναι παρά ένα μέσο για την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ψυχιατρικής βαρβαρότητας.
Γιατί, όπως ξέρουμε πολύ καλά από την διεθνή εμπειρία, είναι σ΄ αυτή την διαδικασία της αμφισβήτησης και του ριζικού μετασχηματισμού, στο «περιθώριο της ελευθερίας που ανοίγεται» στη βάση μιας εναλλακτικής κουλτούρας και πρακτικής, «που αναδύεται το πραγματικά θεραπευτικό στοιχείο».
Αντί γι΄ αυτό, έχουμε μια πληθώρα πρωτοκόλλων. Πρωτόκολλο για τη ‘νοσηλεία οξέων περιστατικών’, πρωτόκολλο για την ‘ολοκληρωμένη κοινοτική θεραπεία’, πρωτόκολλο για την ‘κατ΄ οίκον παρέμβαση στη κρίση’ κλπ.
Να θυμίσουμε ότι υπάρχει από μακρού και πρωτόκολλο για τις μηχανικές καθηλώσεις, που, όμως, όταν δεν βρίσκεται απλώς κλεισμένο σ΄ ένα συρτάρι (αν και συνήθως δεν υπάρχει, έστω προσχηματικά, ούτε και εκεί) και υποτίθεται ότι ακολουθείται, δεν χρησιμεύει παρά απλώς σαν άλλοθι, ως επίκληση, για την προαποφασισμένη καθήλωση (για το όργιο των μηχανικών καθηλώσεων ως της αυτονόητης ψυχιατρικής πρακτικής). Αν για την μηχανική καθήλωση το πρωτόκολλο είναι το επίσημο όχημα της ανεξέλεγκτης εφαρμογής της, όλα τα άλλα προαναφερθέντα πρωτόκολλα απλώς δεν θα έχουν αντικείμενο για την όποια εφαρμογή τους - παρά μόνο ως λεκτικές αναφορές στο συγγραφικό έργο των επιτροπών του Υπουργείου.
Κονδύλια που θα φτάνουν συνολικά περί τα 47.280.000 εκ. ευρώ, από ΕΣΠΑ, θα δαπανηθούν γι΄ αυτές τις ‘δράσεις’, μαζί με κάποιες, εξίσου επίπλαστες και προσχηματικές, στον παιδοψυχιατρικό τομέα και για ‘πάσχοντες από άνοια’, με προσωπικό που θα προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ό,τι χειρότερο παντού, αλλά ιδιαίτερα για τις δομές και υπηρεσίες  ψυχικής υγείας) και με αβέβαιο το μέλλον τους μετά το τέλος των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων - με μόνες τις, γνωστής αξιοπιστίας, διαβεβαιώσεις ότι, τις όποιες δομές, θα τις αναλάβει ο κρατικός προϋπολογισμός. Είδαμε τι γίνεται και με αυτά που έχει ήδη αναλάβει, λειτουργεί και χρηματοδοτεί τώρα ο κρατικός προϋπολογισμός.
Και, φυσικά, με πάντα επικρεμάμενη μια πιθανή αιφνιδιαστική κίνηση για την μεταφορά κλινικών των ψυχιατρείων σε γενικά νοσοκομεία («τώρα που έχουμε το ΕΣΠΑ να μας χρηματοδοτεί τις ‘μεταρρυθμίσεις’ που οι Βρυξέλλες απαιτούν από μας»), στη λογική της κατάργησης και όχι του ριζικού μετασχηματισμού και της Αποιδρυματοποίησης.
Κανένας εφησυχασμός, λοιπόν, καθώς μέσα στον ορυμαγδό των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, η ψυχική υγεία, οι βάρβαρες πρακτικές, που με την λογική του αυτονόητου, ασκούνται στις δομές της, τείνουν να περνάνε σε δεύτερο πλάνο.
Γι΄ αυτό απαιτείται μια διαρκής επαγρύπνηση και μια άμεση ετοιμότητα και διαθεσιμότητα για διαρκή αντίσταση.

14 Ιουλίου 2017

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ



ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ




Σε μια «κλειστού τύπου» συνάντηση, στην Αίγλη του Ζαππείου, με την «ευγενική χορηγία» φαρμακοβιομηχανιών με κυρίαρχο ρόλο στο χώρο της Ψυχικής Υγείας (Janssen, Lundbeck, Mylan) και ενώπιον εκπροσώπων της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΟΟΣΑ και της Κομισιόν, έγινε, στις 3/11, το 2nd Mental Health Conference (η ονομασία του μόνο στα αγγλικά), με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης στην  Ψυχική Υγεία. Παρούσα και η EUFAMI (Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία συλλόγων οικογενειών με ψυχικά πάσχοντα μέλη), καθώς και ελληνικοί σύλλογοι οικογενειών, ως η έξωθεν καλή μαρτυρία και το άλλοθι ενός εγχειρήματος που μόνο με τις θεραπευτικές ανάγκες και τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, των οικογενειών και των φροντιστών, δεν έχει να κάνει. Η συμμετοχή για παρακολούθηση απαιτούσε πληρωμή.

Από μόνη της η οργάνωση, οι χορηγοί και οι προσκεκλημένοι, μιλούν για τα περιεχόμενα και τους στόχους. Απέναντι σε εκπροσώπους των Οργανισμών που διευθύνουν την παγκόσμια οικονομία (μόνο το ΔΝΤ έλειπε), αυτών ακριβώς που ευθύνονται για την οικονομική και κοινωνική καταστροφή του πλανήτη και οι οποίοι καλούνται σαν ένα είδος «εξεταστικής επιτροπής» για την κατάσταση και την περαιτέρω πορεία στο χώρο της Ψυχικής Υγείας, κάποιοι δίνουν τα διαπιστευτήριά τους ως άξιοι εντολοδόχοι των πολιτικών που αυτοί οι οργανισμοί επιτάσσουν.

Κεντρικός άξονας των παρεμβάσεων των εκπροσώπων των Οργανισμών ήταν η αύξηση του κόστους των ψυχικών διαταραχών και πώς αυτό θα μειωθεί, ποιά είναι τα ποσοστά αυτού του κόστους στο ΑΕΠ των χωρών του ΟΟΣΑ, πώς θα υπάρξει στην Ελλάδα «ένα στρατηγικό πρόγραμμα και μελέτη για την κατανομή των πόρων», μια αξιόπιστη cost-effectiveness πολιτική για την Ψυχική Υγεία κοκ. Πρώτα το κόστος και μετά (έως καθόλου) ο άνθρωπος.

Όχι, επομένως, πώς θα ξεπεραστούν οι αιτίες (οικονομικές, κοινωνικές) που προκαλούν/επιδεινώνουν τον ψυχικό πόνο, αλλά πώς θα γίνει η διαχείριση της «κοινωνικής αταξίας» που προκαλεί η ραγδαία επέκταση και ένταση του ψυχικού πόνου, με το μικρότερο δυνατό κόστος. Η λογική της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης και  ιδιωτικοποίησης των όποιων παροχών.


Αφήνοντας για λίγο τις υπαγορευμένες αερολογίες περί «ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», ο υπουργός, που παρέμεινε σταθερός στη θέση του μετά τον δεξιόστροφο ανασχηματισμό της κυβέρνησης, θα μπορούσε, επιτέλους, να δώσει μια δημόσια απάντηση για το πώς έχει επιτραπεί, ένα κτίριο (Πειραιώς 114) αξίας 7.3εκ ευρώ, που παραχωρήθηκε μέσω ΕΣΠΑ στο ΨΝΑ για λειτουργία ΚΨΥ, να χρησιμοποιείται για τη στέγαση των εξωτερικών ιατρείων του ψυχιατρείου καθώς και οικοτροφείων; Κάτι που ίσως θα αποτελούσε και μιαν έμπρακτη απάντηση στο ερώτημα, πώς να «ολοκληρωθεί» κάτι που «δεν άρχισε ποτέ».

Είναι μέσα από αυτά τα αδιέξοδα και την κατάρρευση το συστήματος της Ψυχικής Υγείας που επιχειρούν κάποιοι να επωφεληθούν, όπως φάνηκε μέσα από την όλη οργάνωση του εν λόγω συνεδρίου. Η δομική βαρβαρότητα του κυρίαρχου ψυχιατρικού συστήματος, που αποκτά ακραίες εκφράσεις μέσα στην κατάσταση της πλήρους απεξάρθρωσης των υπηρεσιών λόγω της οικονομικής κρίσης και των διαδοχικών μνημονίων, χρησιμοποιείται (όπως πολύ καλά έχει νουθετήσει ο μέντορας του νεοφιλελευθερισμού Μίλτον Φρίντμαν, για την «αξιοποίηση των καταστάσεων  κρίσης») ως ευκαιρία για μετάβαση στην περαιτέρω ενίσχυση των ΜΚΟ και της ιδιωτικοποίησης γενικότερα.

Ενίοτε, όπως εν προκειμένω, ίσως και να συμφέρει η κατάσταση να παρουσιαστεί ως ακόμα χειρότερη προκειμένου να παρουσιαστούν, και να επιτευχθούν, οι επιδιωκόμενοι στόχοι, ως η «δήθεν» σωτηρία. Ετσι, παρουσιάστηκε στο εν λόγω συνέδριο «εργασία» που αφορούσε στην αύξηση, τα τελευταία χρόνια, των ακούσιων νοσηλειών και των μηχανικών καθηλώσεων στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας, από χώρους και φορείς που ποτέ στο παρελθόν δεν έχουν ενδιαφερθεί και/ή κάνει την παραμικρή ουσιαστική κίνηση για την έμπρακτη αμφισβήτηση και το ξεπέρασμα αυτών των πρακτικών. Μια «εργασία» που επί χρόνια επικεντρώθηκε απλώς σε ένα ψυχιατρικό τμήμα του ΨΝΑ και σε μια ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου.

Πολλά από τα στοιχεία, αναφορικά με το ΨΝΑ, για τις ακούσιες νοσηλείες (όχι φυσικά για τις μηχανικές καθηλώσεις) υπάρχουν, και με πιο μεγάλη αξιοπιστία από αυτά που περιέχονται στην «εργασία», αναρτημένα στην  ιστοσελίδα του ΨΝΑ.

Θα είχε ενδιαφέρον η «εργασία» αυτή, αντί να ασχοληθεί με το ΨΝΑ και τα γενικά νοσοκομεία, καθώς είναι σε όλους γνωστή η άκρως κατασταλτική λογική που διέπει τις νοοτροπίες και τις πρακτικές τους, να στραφεί λίγο προς τα «μέσα» και να ασχοληθεί, πχ, με το πώς οι Κινητές Μονάδες των ΜΚΟ (αλλά και του δημοσίου, όσες υπάρχουν ακόμα), από τις Κυκλάδες μέχρι την Βόρεια Ελλάδα, συμβάλουν στη μείωση των ακούσιων νοσηλειών, με ποιες πρακτικές κοινοτικής πρόληψης και φροντίδας, με ποια αντιμετώπιση των ασθενών, με ποιό ολοκληρωμένο δίκτυο υπηρεσιών. Γιατί αυτές οι Κινητές Μονάδες, που αποτελούν το κοινοτικό δίκτυο των αγροτικών και των νησιωτικών περιοχών, υπάρχουν από πολλά χρόνια και θα έπρεπε να έχουν κάποια αποτελέσματα. Και δεν θα επιτρεπόταν, πχ, από νησί των Κυκλάδων να φτάνει ασθενής σε ψυχιατρείο της Αθήνας, με διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας και με συνοδευτικό ραβασάκι από την θεραπευτική ομάδα της Κινητής Μονάδας, ότι «πρέπει να κρατηθεί όσο γίνεται περισσότερο στο ψυχιατρείο».

Κι΄ ακόμα, πόσο έχουν συμβάλλει τα πάνω από 30 Κέντρα Ημέρας των ΜΚΟ στην κοινωνική ένταξη και στην πρόληψη των ακούσιων νοσηλειών, σε ποιό πληθυσμό αναφοράς, με ποια ευθύνη για τον συγκεκριμένο πληθυσμό - πέρα από το ν΄ αποτελούν, σε πολλές περιπτώσεις (όπως έχει καταγγελθεί), πολλαπλώς και τεχνηέντως χρησιμοποιούμενο εργαλείο στην διαδικασία των υποτίθεται παρεχόμενων υπηρεσιών, για την απορρόφηση κονδυλίων. Βέβαια, μια τέτοια «εργασία» για την αποτελεσματικότητα της δραστηριότητας των Κινητών Μονάδων (όπως και των Κέντρων Ημέρας) των ΜΚΟ, δεν θα έπρεπε να την κάνουν οι ίδιες, αλλά μια με αντικειμενικά κριτήρια συγκροτημένη ομάδα.

Δεν θα μπορούσε, φυσικά, να λείπει από την συζήτηση η αναφορά στο ζήτημα των «δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων», αυτό το άλλοθι κάθε τέτοιας συζήτησης μεταξύ των συγκεκριμένων φορέων, που σκοπό δεν έχει άλλο από την ανακατανομή, προς όφελος των ΜΚΟ, των όλο και πιο περιορισμένων κονδυλίων που διατίθενται για την Ψυχική Υγεία. Αλλωστε, η πολιτική στην Ψυχική Υγεία με «περιορισμένους πόρους», είναι, εδώ και χρόνια, το διεθνές σύνθημα, προς εφαρμογή σε όλο τον πλανήτη, από τον ΠΟΥ και την Παγκόσμια Τράπεζα, μέχρι τον ΟΟΣΑ και την ΕΕ, σε μια προσπάθεια επιβολής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών με πρωταρχικό  εργαλείο τις ΜΚΟ.

Πέρα από τα όποια λόγια, τα δικαιώματα, και των ψυχικά πασχόντων, έχουν μιαν

έμπρακτη, υλική βάση. Δεν είναι απλή διακήρυξη. Επομένως, θα μπορούσε κανείς, μεταξύ άλλων, να ξαναθέσει ένα σχετικά ξεχασμένο ζήτημα που αφορά τις συντάξεις των ψυχικά πασχόντων, αυτών που φιλοξενούνται σε δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης (αν και όχι μόνο αυτών). Για το πώς γίνεται η διαχείρισή τους, για το αν υπάρχουν αξιόπιστοι κανόνες που διέπουν τον τρόπο διαχείρισης, ότι αυτή, δηλαδή, γίνεται αποκλειστικά για τις ανάγκες του κατόχου της σύνταξης και δεν υπάρχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο παρακράτηση για τις ανάγκες της δομής.

Γιατί δεν ξεχνάμε την απόλυση, προ ολίγων ετών, από την ΜΚΟ ΕΠΑΨΥ, ενός λειτουργούψυχικής υγείας που διαφωνούσε και μαχόταν ενάντια στην παρακράτηση τωνσυντάξεων των ενοίκων των στεγαστικών δομών, επειδή, διαφωνώντας με αυτό,έδειχνε ότι η «χημεία» του «δεν ταίριαζε» με αυτήν της εταιρείας. Όπως, αντίστοιχα, πρόβλημα «χημείας» υπήρξε και στην πρόσφατη απόλυση, από την ΜΚΟ«Εδρα», ψυχολόγου, ο οποίος, μεταξύ άλλων, διαφωνούσε με τις ιδρυματικέςπρακτικές που επέβαλε η εταιρεία, όπως, πχ, η απαγόρευση εξόδου ενοίκου από τοοικοτροφείο γιατί χρωστούσε 2 ευρώ!

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, εκείνη την περίοδο, την περίοδο του αρχιμνημονιακού Λοβέρδου στο Υπουργείο Υγείας, αυτοί που τώρα θυμήθηκαν τις ακούσιες νοσηλείες, τις μηχανικές καθηλώσεις και τα δικαιώματα, ήταν πρωταγωνιστές, στην αρμόδια επιτροπή που είχε συσταθεί, για το κλείσιμο των ψυχιατρείων στα πλαίσια ενός «σχεδίου έκτακτης ανάγκης» ή, όπως το διόρθωσαν λίγο μετά, «σχεδίου άμεσης προσαρμογής στις ιδιαιτερότητες του ΕΣΠΑ». Ηταν αυτοί που έβαλαν μπροστά το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων ζητώντας, παράλληλα, να νομοθετηθεί η δυνατότητα για τις ΜΚΟ να ιδρύουν και Κέντρα Ψυχικής Υγείας, δηλαδή, την πλήρη ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας. Αυτό, άλλωστε, προωθούν και τώρα με δεδομένη την ασφυκτική πίεση από μεριάς των «εταίρων» για ατέρμονη συρρίκνωση του δημοσίου και ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Οι ΜΚΟ, στην ψυχική υγεία όπως και παντού (στο προσφυγικό κλπ), ήταν πάντα το μακρύ χέρι του κράτους και των Βρυξελλών - με τις οποίες το δίκτυο «Αργώς» διατηρεί άμεση επικοινωνία.  

Είναι σίγουρο ότι αυτό το συνέδριο μόνο «αθώο» δεν ήταν και άσχετο των επιτελούμενων διεργασιών και των προαποφασισμένων πολιτικών. Εγινε για να δώσει ώθηση στη «νέα εποχή»:

-στο νέο σύμφωνο για το κλείσιμο των ψυχιατρείων χωρίς ένα ριζικά εναλλακτικό (πρωτίστως ως κουλτούρα και θεραπευτική πράξη) και ολοκληρωμένο, κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών,

-στην δημιουργία των «δικαστικών ψυχιατρείων» που ετοιμάζουν και τα οποία θα σερβιριστούν, και αυτά, ως «μεταρρύθμιση» και ως «σεβασμός δικαιωμάτων».

-στην ιδιωτικοποίηση που, εν μέσω του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος που ζούμε, παρουσιάζεται ως η μόνη λύση (ΤΙΝΑ),

-με ένα σχεδιασμό για την πολύπαθη Τομεοποίηση, που ποτέ δεν θα εφαρμοστεί και που αποτελεί, ως σχεδιασμός, καθαρή, παλιάς κοπής, εργασιοθεραπεία.

-με το νομοσχέδιο για την λεγόμενη «διοικητική ψυχιατρική μεταρρύθμιση», ως ένα «φευγάτο» πόνημα, από την άποψη της όποιας σχέσης με την πραγματικότητα και ως απάντησης στις ανάγκες που αυτή έχει για μια πραγματικά εναλλακτική προοπτική στην ψυχική υγεία - αλλά κατάλληλο ως εργαλείο για την δράση των ΜΚΟ, στις οποίες δίνει ένα διευρυμένο ρόλο.

Να επισημάνουμε εν προκειμένω ότι οι φαρμακοβιομηχανίες-χορηγοί του συμβάντος της 3/11, είναι αυτές ακριβώς που τελευταία τρέχουν πίσω από κάθε ευκαιρία που τους δίνεται (δημιουργώντας οι ίδιες τις ευκαιρίες αυτές, μέσω της χειραγώγησης των τεκταινομένων στο χώρο της ψυχιατρικής) για να προωθήσουν τα αντιψυχωτικά ψυχοφάρμακα (τα δυο εκ των τριών) που ανταγωνίζονται, αυτή την περίοδο, για την κυριαρχία στην αγορά, μέσω της συνταγογράφησης των ψυχιάτρων : η Janssenτο  Xeplion (του οποίου η μηνιαία θεραπεία ανάλογα με τη δοσολογία, κοστίζει, λιανική τιμή, μέχρι και 460 ευρώ) και η Lundbeck το Abililify maintena (του οποίου η μηνιαία θεραπεία κοστίζει περί τα 280 ευρώ). Να υπενθυμίσουμε, για το είδος των πρακτικών των φαρμακοβιομηχανιών, ότι πριν λίγα χρόνια η Janssen απέσυρε από την κυκλοφορία ένα παλιό αντιψυχωτικό, το Flupidol, με σχετικά ήπιο προφίλ παρενεργειών και «εύκολο» στη λήψη του, που κόστιζε περί τα 5 ευρώ η μηνιαία θεραπεία, προκειμένου να προωθήσει και επιβάλλει το επίσης δικό της Risperdal Consta, καθόλου πιο αποτελεσματικό από το πρώτο, με πιο πολλές και ανυπόφορες παρενέργειες και του οποίου η τιμή, τότε, της μηνιαίας θεραπείας έφτανε μέχρι τα 600 ευρώ.

Για μιαν ακόμη φορά, μαζί με την ψευδεπίγραφη («δήθεν») καταγγελία των ακούσιων νοσηλειών και των μηχανικών καθηλώσεων και την «δήθεν» υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, πλασαρίστηκε στο σχετικό ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, ο τίτλος ενός κείμενου του Franco Basaglia : «εγκλήματα σε καιρό ειρήνης» («crimini di pace»).

Πράγματι, πρόκειται για «εγκλήματα σε καιρό ειρήνης». Όχι μόνο η εγγενής βαρβαρότητα του ψυχιατρείου και της κυρίαρχης ψυχιατρικής συνολικά, αλλά, επίσης, και ο ρόλος των ΜΚΟ.  



8 Νοεμβρίου 2016





ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ