Αν ήθελε κανείς να περιγράψει την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το σύστημα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια μ΄ ένα συνοπτικό τρόπο, ο όρος, ή η εικόνα που έρχεται στο μυαλό είναι αυτή του «κραχ» : όπως αυτό το πρόσφατο, της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης (λαμβανομένων, φυσικά, υπόψιν των διαφορετικών επιπέδων και τηρουμένων των αναλογιών και των μεγεθών). Και εδώ, τα σημάδια της κρίσης και οι συνέπειές τους είχαν φανεί από πολύν καιρό, και εδώ ξέσπασε μ΄ έναν  εκρηκτικό τρόπο, και εδώ οι επιπτώσεις (όπως στην περίπτωση του παγκόσμιου κραχ, για δισεκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη) εξαιρετικά οδυνηρές για χιλιάδες ψυχικά ασθενείς, οικογένειες και λειτουργούς ψυχικής υγείας, για μιαν απροσδιόριστη περίοδο χρόνου.

 

Εδώ και 25 χρόνια, από τότε που υποτίθεται ότι ξεκίνησε, η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στην Ελλάδα ταυτίστηκε, σχεδόν, με τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα της ΕΕ. Δεν υπήρξε καμιά άλλη χρηματοδότηση της ψυχικής υγείας από καθαρά ελληνικούς πόρους, πέρα από αυτούς επέβαλλε η υποχρέωση για μιαν ορισμένη αναλογία της ελληνικής συμμετοχής (στην αρχή 45% και αργότερα 25%) στα συγχρηματοδοτούμενα αυτά προγράμματα.

 

Όύτε, όμως, υπήρξε κάποιο σχέδιο για μια νέα πολιτική ψυχικής υγείας και υπηρεσίες που θα ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των ψυχικά πασχόντων (και των οικογενειών τους) για στήριξη μέσα στην κοινότητα, για μια διαφορετικού τύπου «συνάντηση» (διάλογο, επικοινωνία, διαπραγμάτευση) των υπηρεσιών ψυχικής υγείας με τα άτομα αυτά, βασισμένη στο σεβασμό των δικαιωμάτων και του ιδιαίτερου τρόπου ύπαρξής τους μέσα στον κόσμο.

 

Η εμπειρία της παρέμβασης στη Λέρο, στην οποία η ελληνική ψυχιατρική κοινότητα, στο μεγαλύτερο μέρος της, (όταν δεν κώφευε) απλώς σύρθηκε (κυρίως λόγω του διεθνούς  διασυρμού της χώρας), χωρίς, όμως, ποτέ να θέσει σε «πρακτική κριτική» την κουλτούρα και τις πρακτικές που την οδήγησαν σ΄ αυτή την ιδρυματική βαρβαρότητα, ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο δεν αξιοποιήθηκε, δεν συζητήθηκε περαιτέρω και έκλεισε «για να πάμε παρακάτω», χωρίς ποτέ να βγουν τα πραγματικά μαθήματα - όχι μόνο από το πώς δημιουργήθηκε, αλλά και από την εμπειρία των παρεμβάσεων για την διαλεκτική άρνηση και το ξεπέρασμά της. Η Λέρος προσφερόταν για μια τέτοια συζήτηση και αυτογνωσία ακριβώς γιατί ήταν προïόν και αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας ολόκληρου του ελληνικού ψυχιατρικού συστήματος για 30 χρόνια.

 

Ολη αυτή την περίοδο, τα περισσότερα από τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα σταματούσαν τη λειτουργία τους όταν τέλειωνε η κοινοτική χρηματοδότηση. Το ελληνικό κράτος δεν αναλάμβανε καμιά ευθύνη για τη συνέχιση της χρηματοδότησής τους και την παγίωσή τους. Από αυτή τη «μοίρα» δεν γλύτωσε ούτε η Λέρος, η μεταρρυθμιστική δραστηριότητα της οποίας, μετά από μια σημαντική δουλειά αποιδρυματοποίησης και απελευθέρωσης των εγκλείστων, βρέθηκε, στα μέσα του 1995, σε συνθήκες πλήρους κατάρρευσης (απότομα, από τη μια μέρα στην άλλη, ένα πραγματικό, δηλαδή, «κραχ»), όταν τερματίστηκαν τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα. Η παρέμβαση για το μετασχηματισμό (και την κατάργηση) του ψυχιατρείου στη Λέρο, αν και είχε προλάβει ν΄ ανατρέψει την απερίγραπτη  κατάσταση που υπήρχε, έμεινε κυριολεκτικά στη μέση.

 

Λίγο αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 90, η ελληνική κυβέρνηση καταθέτει για χρηματοδότηση, μέσω των ευρωπαϊκών κοινοτικών προγραμμάτων, ένα δεκαετές πρόγραμμα («Ψυχαργώς») που προέβλεπε την κατάργηση όλων των (8) ψυχιατρείων – των τεσσάρων μικρότερων μέχρι το 2006 και των τεσσάρων μεγαλύτερων (συμπεριλαμβανομένης της Λέρου) μέχρι το 2015. Για να διευκολυνθεί και επιταχυνθεί η όλη διαδικασία, ένα μέρος της στεγαστικής μετεγκατάστασης των χρονίων εγκλείστων των δημόσιων ψυχιατρείων (περίπου το 30% του όλου ‘έργου’) ανατέθηκε σε ιδιωτικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες. Λέμε «μετεγκατάσταση» και όχι «αποιδρυματοποίηση», γιατί η όλη διαδικασία είχε χαρακτηριστικά transinstitutionalization και όχι αποιδρυματοποίησης (deinstitutionalization), με την έννοια που αυτή έχει ως μετασχηματισμός των σχέσεων εξουσίας, ανάδυση των νέων υποκειμένων, δημιουργία υπηρεσιών και πρακτικών ριζικά εναλλακτικών στον εγκλεισμό, μετατροπή των πόρων κλπ. Απλώς, οι έγκλειστοι μεταφέρθηκαν από τις πτέρυγες χρόνιας παραμονής στα ψυχιατρεία σε στεγαστικές μονάδες του δημοσίου ή ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών – όπου, αλλού η ζωή τους βελτιώθηκε σημαντικά, αλλού, όμως, όπως ήταν το συνηθέστερο, βρέθηκαν σε συνθήκες κοινωνικού περιθωρίου και, στο εσωτερικό των στεγαστικών δομών, σε συνθήκες παρόμοιες με τα ψυχιατρεία, με μηχανικές καθηλώσεις, κλειδωμένες πόρτες και συχνά με την επιτήρηση από κάμερες.

 

Σ΄  αυτό το σημείο να προσθέσουμε ότι οι λεγόμενοι «ιδιωτικοί μη κερδοσκοπικοί» φορείς ήταν, συχνά, χωρίς καμιά ιστορία στο χώρο της ψυχικής υγείας, χωρίς καμιά δική τους ανεξάρτητη βάση : δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός και χρησιμοποιήθηκαν ως όχημα για την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων, φέρνοντας ως μόνη «καινοτομία» την ιδιωτικοποίηση των σχέσεων εργασίας των λειτουργών που προσέλαβαν. Αυτό επρόκειτο να έχει ολέθριες συνέπειες στην περίοδο που ακολούθησε την πρώτη φάση υλοποίησης των προγραμμάτων, όταν τέλειωνε η περίοδος της 18μηνης συγχρηματοδότησης.

 

Η συρρίκνωση και το κλείσιμο των ψυχιατρείων, όλη αυτή την περίοδο, δεν συνοδεύτηκε από την δημιουργία κοινοτικών υπηρεσιών. Οι ελάχιστες που υπάρχουν, λειτουργούν εντελώς περιφερειακά στο κύκλωμα των ψυχιατρικών υπηρεσιών, αυτοαναφορικά και με λογικές που βασίζονται σε αυτο-επιβαλλόμενα κριτήρια επιλογής και αποκλεισμού : έννοιες και πρακτικές όπως «ανάληψη της ευθύνης για τις ανάγκες ψυχικής υγείας μιας ορισμένης περιοχής», «τομεοποίηση», «θεραπευτική συνέχεια» και «ολοκληρωμένο φάσμα υπηρεσιών για τη στήριξη στον τόπο κατοικίας», σπανίζουν στην κουλτούρα των υπηρεσιών και, πολύ περισσότερο, στα ενδιαφέροντα και στις επιδιώξεις τους.

 

Ασθμαίνοντας στο κυνήγι της απορρόφησης των κονδυλίων, στο τρέξιμο από το ένα Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης στο επόμενο, η αλλαγή στο πεδίο των υπηρεσιών ψυχικής υγείας – στα πλαίσια του προγράμματος «Ψυχαργώς» - έχει οδηγηθεί στην παγίωση ενός νεοϊδρυματικού μοντέλου μεταστέγασης των πρώην εγκλείστων στα δημόσια ψυχιατρεία σε στεγαστικές δομές στην κοινότητα (στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα), χωρίς κατ΄ ουδένα τρόπο ν΄ αλλάζει το κλασσικό ‘ψυχιατρικό παράδειγμα’.

 

Το μοντέρνο νεοϊδρυματικό και νοσοκομειοκεντρικό τοπίο διακρίνεται για τη διαιωνιζόμενη φτώχεια των επιλογών του και την εσαεί αναπαραγωγή της ιδρυματικής βαρβαρότητας. Περίπου το 55-60% των εισαγωγών στις νοσοκομειακές ψυχιατρικές μονάδες (στα ψυχιατρεία και στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων) είναι ακούσιες. Ο εγκλεισμός (που αντιλαμβάνεται την προστασία κυρίως ως φύλαξη και την θεραπεία συνήθως συνυφασμένη με τη στέρηση της ελευθερίας) και οι μέθοδοί του (μηχανικές καθηλώσεις, κλειδωμένες πόρτες, ιδρυματική βία), ζουν και βασιλεύουν παρά την 25χρονη «μεταρρύθμιση». Το αίτημα για παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας και οι απαντήσεις που το διαμορφώνουν, εξακολουθούν να επικεντρώνονται στην παροχή κλίνης (είτε για νοσηλεία είτε για στέγαση), αδυνατώντας να επαναδιατυπωθούν και να λάβουν απαντήσεις για παροχή φροντίδας για στήριξη στην κοινότητα, μέσα από μια άλλη σχέση, μια άλλη «συνάντηση», μια άλλη επικοινωνία και διαπραγμάτευση.

 

Η εικόνα του τοπίου που έχει διαμορφωθεί συμπληρώνεται επίσης

-από τον πατερναλιστικό χαρακτήρα των «μεταρρυθμισμένων» θεσμών και των «λειτουργών» τους, που, συνήθως, δεν αφήνουν χώρο για τα νέα υποκείμενα και τα νέα κινήματα, τους χρήστες των υπηρεσιών, τις οικογένειες, τις κινήσεις αυτοβοήθειας.

-από την προϊούσα εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας, μια μορφή της οποίας ήταν η πλημμυρίδα των λεγόμενων «μη κερδοσκοπικών» (μεν, αλλά κρατικοδίαιτων) εταιρειών (ή ΜΚΟ),

-από την πρωτοφανή χειραγώγηση των ιατρικών πρακτικών από το βιο-φαρμακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

Αφήνουμε στο τέλος τη δραστική μείωση των διατιθέμενων πόρων (ή καλλίτερα, την καθήλωσή τους στα χαμηλά επίπεδα που ήταν πάντα) μέσω του εθνικού προϋπολογισμού, που αποτέλεσε και τη βασική αιτία για το «κραχ» στο οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή.

 

Είναι περίπου τρία χρόνια που έληξε η περίοδος της συγχρηματοδότησης και που η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να αναλάβει τη συνέχιση της χρηματοδότησης μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και της λειτουργίας των έργων που δημιουργήθηκαν την προηγούμενη περίοδο. Το πρόβλημα άρχισε να εμφανίζεται σιγά-σιγά, καθώς η συγχρηματοδότηση για κάθε δράση (πχ, για μια στεγαστική δομή, ένα Κέντρο Ημέρας κλπ) διαρκεί για 18 μήνες, μετά τους οποίους πρέπει να αναλάβει ο ελληνικός κρατικός προϋπολογισμός. Ηταν γνωστό, από ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία της ελληνικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, ότι το ελληνικό κράτος άλλοτε άφηνε να καταρρεύσουν οι υπηρεσίες που δημιουργούνταν από τα κοινοτικά προγράμματα, άλλοτε τα άφηνε απλώς να φυτοζωούν και άλλοτε έψαχνε μια νέα κοινοτική χρηματοδότηση για να κρατήσει στη ζωή όσες από τις νεοδημιουργούμενες υπηρεσίες δεν μπορούσε, χωρίς σοβαρό τίμημα, ν΄ αφήσει να καταρρεύσουν - και έτσι…. φτάσαμε στο τέλος του Γ΄ΚΠΣ.

 

Αυτή τη φορά, όμως, δεν είχαμε, πχ, ένα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης που «δεν μας νοιάζει» αν μετά 12 ή 18 μήνες, στη διάρκεια των οποίων οι ασθενείς παίρνουν για πρώτη φορά μια αμοιβή και οικοδομούν μια νέα ελπίδα για ζωή, για ένα μέλλον, κλείνει το πρόγραμμα και «θάβουμε την ελπίδα», στέλνοντάς τους πίσω από τα τείχη του ασύλου.

 

Αυτή τη φορά είχαμε να κάνουμε με τη μαζική μετεγκατάσταση 3000 (από τους

5500) εγκλείστων των δημόσιων ψυχιατρείων (οι περισσότεροι από αυτούς στο διάστημα 1999-2004) σε περίπου 400 στεγαστικές δομές στην κοινότητα, ξενώνες, οικοτροφεία και προστατευόμενα διαμερίσματα. Μη αναλαμβάνοντας την περαιτέρω χρηματοδότηση, ή μειώνοντάς την στο ελάχιστο, το κράτος τίναζε στον αέρα ολόκληρη τη επιχείρηση, την οποία έστησε την προηγούμενη περίοδο. Αν και οι συνέπειες των περικοπών αφορούν τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό τομέα (με επιπτώσεις τόσο στη μείωση του προσωπικού, όσο και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στους ενοίκους), σ΄ αυτόν τον δεύτερο, λόγω της ιδιωτικής διαχείρισης και των ιδιωτικών σχέσεων εργασίας, είναι πιο ορατές και εκκωφαντικές: με τους εργαζόμενους να μένουν απλήρωτοι για 8 και 10 μήνες, με τις απολύσεις προσωπικού, τις παραιτήσεις, την κόπωση, την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των ενοίκων των στεγαστικών δομών - και με τα φαινόμενα διαφθοράς μεταξύ των ιδιοκτητών των εταιρειών να παίρνουν πρωτοφανείς διαστάσεις.

 

Αλλά και στο δημόσιο τομέα είχαμε φαινόμενα χρεοκοπίας (ή και αναστολής της λειτουργίας) ψυχιατρικών νοσοκομειακών μονάδων, στα πλαίσια των τεράστιων ελλειμμάτων και χρεών που έχουν όλα τα δημόσια νοσοκομεία στην Ελλάδα προς τους προμηθευτές τους και προς τις φαρμακευτικές εταιρείες – με αποτέλεσμα να μη μπορούν να πληρώνουν έγκαιρα τα ενοίκια στους ιδιοκτήτες των δεκάδων στεγαστικών δομών που έχουν ενοικιάσει και όπου μεταφερθεί εκατοντάδες πρώην έγκλειστοι (συχνά χρωστούν νοίκια έως και 10 μηνών), ενώ ενίοτε, λόγω των χρεών, συναντούν μεγάλα προβλήματα, πλέον, στην προμήθεια εντελώς απαραίτητων υλικών, φαρμάκων κλπ.

 

Με μειωμένες τις κλίνες των ψυχιατρείων (ή και το κλείσιμό τους) και χωρίς την ανάπτυξη εναλλακτικών κοινοτικών υπηρεσιών, κλιμακώθηκε μια ασφυκτική πίεση στις μονάδες νοσοκομειακής νοσηλείας, πίεση της οποίας, η ορατή πλευρά, είναι τα δεκάδες ράντζα στα τμήματα εισαγωγών των ψυχιατρείων και των ψυχιατρικών κλινικών των γενικών νοσοκομείων (και η δημιουργία συνθηκών για ακραίες μορφές ιδρυματικής βίας), η «περιστρεφόμενη πόρτα» και η ραγδαία άνθηση των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών σε όλη την Ελλάδα.

 

Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι μόνο, απλά και γραμμικά,  «η χρηματοδότηση», αλλά και η επικρατούσα κουλτούρα της ψυχιατρικής κοινότητας και οι λογικές με τις οποίες έχει επιλέξει να διαιωνίσει τη λειτουργία της ως εντολοδόχου για τον κοινωνικό έλεγχο, αντί για τη χειραφέτηση των ψυχικά πασχόντων υποκειμένων, μια χειραφέτηση που είναι προϋπόθεση της δικής της χειραφέτησης, δηλαδή των λειτουργών που τους περιθάλπουν. Γιατί, για να θυμηθούμε τον Basaglia, για να «είναι o ασθενής ένα “πρόσωπο” και να περιθάλπεται και να θεραπεύεται ως τέτοιο», πρέπει εμείς «να ξεχάσουμε ότι είμαστε ψυχίατροι και για να θυμηθούμε ότι είμαστε “πρόσωπα”». Λέμε, «έχει επιλέξει», γιατί, αν δεν είχε επιλέξει, θα διεκδικούσε.

 

Η μείωση της χρηματοδότησης κάνει πιο ορατό το πρόβλημα, το οποίο, όμως, δεν συνίσταται μόνο σ΄ αυτή τη μείωση, αλλά στην αλληλεπίδραση και την αλληλοτροφοδότησή της με μιαν «εκμοντερνισμένη», αν και απορρυθμισμένη, μορφή του κλασσικού ψυχιατρικού, ιδρυματικού παραδείγματος.

 

Μπροστά στα αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί, υπάρχουν προτάσεις και προσπάθειες, από τη μεριά του κράτους και της κατεστημένης ψυχιατρικής κοινότητας, να ‘επιδιορθώσουν’ το χάος με ακόμα πιο αντιδραστικά μέτρα, όπως το άνοιγμα ξανά των ψυχιατρείων, με τις όποιες παλιές, ή νέες μορφές. Πχ, προωθείται μια πρόταση για ίδρυση «ειδικών οικοτροφείων» για «δυσίατα» περιστατικά, μια άλλη για ψυχιατρεία «μέσης ασφαλείας», όπως στη Βρετανία, για «ψυχικά πάσχοντες επικίνδυνους μη παραβάτες», μια τρίτη για κατάργηση των ΚΨΥ (που, ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν, αλλά μπορούμε να πούμε ότι είναι υπό διεκδίκηση): δηλαδή, να καταργηθούν τελείως ως προοπτική και να αντικατασταθούν από μια ισχνή παρουσία λειτουργών ψυχικής υγείας (ψυχιάτρου, παιδοψυχιάτρου, ψυχολόγου, κοινωνικού λειτουργού και επισκέπτριας υγείας) μέσα στα Κέντρα Υγείας (που κι΄ αυτά ελάχιστα υπάρχουν, αλλά «θα γίνουν περισσότερα» στο μέλλον…), στο όνομα της σχέσης της Ψυχικής Υγείας με την Υγεία γενικά, της οποίας η πρώτη πρέπει ν΄ αποτελεί μέρος… .αλλά μ΄ αυτό τον τρόπο, της διάλυσης της μιας μέσα στην  άλλη.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαρές προσπάθειες για «εναλλακτικές πρακτικές», στην κατεύθυνση της υπέρβασης των θεσμών της παραδοσιακής ψυχιατρικής και της ιδρυματικής βίας – παρόλο που, για λόγους που δεν είναι του παρόντος ν΄ αναλυθούν, δεν έγινε δυνατή η οικοδόμηση ενός ευρύτερου κινήματος για την ψυχική υγεία και τη χειραφέτηση των εγκλείστων των ψυχιατρείων, σε σύνδεση μ΄ ένα ευρύτερο κοινωνικό κίνημα για δικαιώματα και διαδικασίες κοινωνικής χειραφέτησης. Ισως σήμερα, με την άνοδο, που υπάρχει, ενός κινήματος αμφισβήτησης των κατεστημένων θεσμών στην Ελλάδα, κινήματος νεολαίας και καταπιεσμένων στρωμάτων, να γίνει δυνατή μια τέτοια προοπτική. «Εναλλακτικές πρακτικές» στο χώρο της ψυχικής υγείας, ωστόσο, αν και λίγες, είναι υπαρκτές, παρόλη την επικράτηση της νεοϊδρυματικής διαχείρισης. Μάλιστα, μπορεί να πει κανείς ότι είναι ακριβώς αυτές οι «κριτικές στην πράξη», οι «εναλλακτικές νησίδες», που έχουν αναδείξει αφενός, το νεο-βάρβαρο και αντιθεραπευτικό χαρακτήρα και αφετέρου, τα συσσωρευόμενα αδιέξοδα και την κλιμακούμενη κρίση (θεσμική και οικονομική) του «νεοιδρυματικού μοντέλου» - που είναι πιο πολύ μια κατάσταση «απορρύθμισης» παρά «μοντέλο», με ό, τι σημαίνει αυτή η λέξη.

 

Κρίσιμα σημεία διεκδίκησης, άξονες για την οικοδόμηση ενός κινήματος για την ψυχική υγεία και ενάντια στην ιδρυματική βαρβαρότητα, είναι ζητήματα όπως:

- η διασφάλιση του δημόσιου, υψηλού ποιοτικού επιπέδου και δωρεάν χαρακτήρα της ψυχικής υγείας, με αποφασιστικό έλεγχο των εργαζομένων στην ψυχική υγεία, των «ληπτών», των οικογενειών.

-οι «ανοιχτές πόρτες» και η «κατάργηση των πρακτικών του εγκλεισμού και των μεθόδων της ιδρυματικής βίας» (μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης),

- η «απαγόρευση των εισαγωγών στα ψυχιατρεία» – με την άμεση μεταφορά  όλων των νοσοκομειακών / νοσηλευτικών μονάδων σε γενικά νοσοκομεία (υπό όρους ριζικά διαφορετικούς από τους σημερινούς, που είναι ομοειδείς προς αυτούς των ψυχιατρείων) και σε ΚΨΥ που πρέπει να ιδρυθούν

-η άμεση εφαρμογή μιας πραγματικής τομεοποίησης (τομείς το πολύ των 100.000 κατοίκων) σε όλη τη χώρα, με υποχρέωση όλων των υπηρεσιών να λειτουργήσουν στη βάση της «ευθύνης για τις ανάγκες του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής», με απαρέγκλιτους άξονες τη «θεραπευτική συνέχεια», την «κινητοποίηση των πολλαπλών πόρων της κοινότητας», τη «σφαιρικότητα των παρεμβάσεων», την «πρόληψη του εγκλεισμού και της νοσοκομειακής νοσηλείας», τη «στήριξη στον τόπο κατοικίας» με πλήρη δικαιώματα και με αξιοπρεπείς κοινωνικούς ρόλους.

- η διεκδίκηση επαρκούς χρηματοδότησης και οι προσλήψεις, ιδιαίτερα νοσηλευτών.

 

Η κοινωνική έκρηξη του Δεκέμβρη, που ακολούθησε την δολοφονία του νεαρού

Αλέξη Γρηγορόπουλου, έχει σημάνει μια τομή στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα αυτής της χώρας. Η σφαίρα που σκότωσε το νεαρό μαθητή, έπληξε εξίσου θανάσιμα την επίπλαστη πολιτικο-κοινωνική ισορροπία στην οποία βρισκόταν η χώρα, μέσα σε συνθήκες ραγδαία επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης. Η κρίση των θεσμών προϋπήρχε και ήταν βαθιά. Μετά το «Δεκέμβρη» αυτή η κρίση τίθεται με νέους όρους : βαθαίνει και, ταυτόχρονα, αποχτά και μια νέα δυναμική. Αναδεικνύει την σκλήρυνση των θεσμικών εξουσιών και του κράτους, αλλά και τον ευάλωτο χαρακτήρα τους. Αναδεικνύει αδιέξοδα και δυσκολίες, αλλά, ταυτόχρονα, νέες ευκαιρίες. Το ίδιο ισχύει και για την κρίση στον ψυχιατρικό θεσμό.

 

Όπως έλεγε ο Basaglia «από τη στιγμή που ένας έγκλειστος, ή πρώην έγκλειστος, δεν έχει ρούχα, δεν έχει σπίτι, δεν έχει εισόδημα, τότε μιλάει για το πρόβλημα όλων : για το πρόβλημα των ρούχων, του σπιτιού, του εισοδήματος που κανένας δεν έχει. Τότε αυτή η “πέτρα” που πετάχτηκε για να καταγγείλει αυτές τις ελλείψεις στην κατάσταση του ιδρύματος, στην πραγματικότητα αποκαλύπτει τα κακώς κείμενα ολόκληρης της κοινωνίας».

Ζούμε σε μιαν εποχή όπου, όσο περισσότερο κλιμακώνεται η αντίσταση ενάντια στον αποκλεισμό και στους κοινωνικούς όρους «απανθρωποποίησης» του ανθρώπου, τόσο περισσότερο οι θεσμοί της βίας επιχειρούν ν΄ ασκήσουν, όπως λέει ο G. Agamben, «μια συνολική κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο…έναν έλεγχο επί της ζωής μέσω μιας κατάστασης εξαίρεσης». Αυτή η «κατάσταση εξαίρεσης» ισχύει για τους δεκάδες ψυχικά ασθενείς που εξακολουθούν να πεθαίνουν δεμένοι  μέσα στις ελληνικές ψυχιατρικές μονάδες, καθώς και γι΄ αυτούς που κακοποιούνται μέσα σε αστυνομικά τμήματα γιατί θεωρήθηκαν ενοχλητικοί για τους γύρω και μεταφέρονται σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο (όπως ο Χρ. Χρονόπουλος στην Καλλιθέα και πολλοί άλλοι). Ισχύει για τους δεκάδες μετανάστες «χωρίς χαρτιά» που βασανίζονται ή δολοφονούνται στα πλαίσια αστυνομικών επιχειρήσεων. Ισχύει για τη συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα που, αφού την περιέλουσαν με βιτριόλι, την ανάγκασαν και να το καταπιεί, επειδή υπεράσπιζε τα δικαιώματα των καθαριστριών, που δουλεύουν σε νοσοκομεία και δημόσιους οργανισμούς, κάτω από δουλοκτητικές συνθήκες. Ισχύει για τους μαθητές που διαδηλώνουν και αφού συλληφθούν και κακοποιηθούν στα αστυνομικά τμήματα, σύρονται στα δικαστήρια με την κατηγορία του «τρομοκράτη». Συμβάντα σαν αυτά συγκροτούν, πλέον, τη νέα μας «καθημερινότητα» και, σύμφωνα και πάλι με τον G. Agamben, δεν εκφράζουν παρά αυτή τη διάχυτη «κυριαρχία και τον έλεγχο» που ασκούν οι εξουσιαστικοί θεσμοί «πάνω στον απογυμνωμένο από κάθε ιδιότητα και δικαίωμα άνθρωπο, στον οποίο ασκείται ένα δικαίωμα ζωής ή θανάτου».

 

Η ανατροπή των εξουσιαστικών θεσμών και σχέσεων παντού (κρατικούς θεσμούς, εκπαιδευτικό σύστημα, ψυχική υγεία (γενικότερα στην υγεία), οικογένεια, στο πεδίο του πολιτισμού, είναι προϋπόθεση για την κοινωνική χειραφέτηση του ανθρώπου.

 

Μπορούμε έτσι να καταλάβουμε γιατί η «πέτρα» που πετάει ένας αποκλεισμένος, αντί να μετατρέπεται σε ανάθεμα, μπορεί μιλάει για όλη την κοινωνία.

 

Μπορούμε, επίσης, να καταλάβουμε γιατί ριζικές αλλαγές στο χώρο της ψυχικής υγείας είναι δυνατές, όπως και η υπεράσπιση σημαντικών και ζωτικών καταχτήσεων του παρελθόντος είναι δυνατή, μόνο στη βάση αυτού του ευρύτερου κινήματος στα πλαίσια του οποίου, οι αποκλεισμένοι και αυτοί που απειλούνται με αποκλεισμό, παίρνουν την τύχη τους στα χέρια τους, διεκδικώντας μια κοινωνική συνθήκη, μια νέα Κοινωνική Τάξη στο εσωτερικό της οποίας θα υπάρχει ο αναγκαίος «χώρος» για τον καθένα, για να εκφράσει ισότιμα τον εαυτό του και τις ιδιαίτερες ανάγκες του και

αυτές οι ανάγκες να μπορούν να βρίσκουν ουσιαστική απάντηση και ικανοποίηση.

 

8 Μαρτίου 2009                                                                                                         

 

Θ. Μεγαλοοικονόμου

 

                                    Έβρεχε με απόλυτη ειλικρίνεια 

                                    άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός υπάρχει                                                                                                                                                                                                                                                                                         

                                                                                    Κ.Δημουλά

Ο χώρος της ψυχιατρικής φροντίδας στην Κρήτη άλλαξε. Το ψυχιατρείο Χανίων δεν υπάρχει πλέον. Στην Κρήτη, μια ολόκληρη περιφέρεια λειτουργεί εδώ και 4 χρόνια χωρίς ούτε μια κλίνη στο ψυχιατρείο.

Ένα δίκτυο κοινοτικών δομών ανά τομέα, το οποίο ασφαλώς πρέπει να επεκταθεί, να συμπληρωθεί και να ολοκληρωθεί σε όλους τους νομούς πρέπει να αντικαταστήσει αυτό που το Άσυλο προσέφερε ως θεραπεία. Στην Κρήτη, ξεκινήσαμε από την τομεοποίηση, το θεωρούμε ως αρχή και προϋπόθεση της μεταρρύθμισης. Κάθε νομός με τις δομές του, θα δίδει φροντίδα στους ασθενείς που τη ζητούν, χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς παραπομπές.

Στην Κρήτη δεν δοκιμάζεται μόνο η περίπτωση του ψυχιατρείου Χανίων. Δοκιμάζεται η πραγμάτωση μιας ψυχιατρικής ριζοσπαστικής, ανοιχτής, χωρίς περιορισμούς και καταπάτηση δικαιωμάτων.

Φιλοδοξούμε να ζήσουμε ένα σύστημα ψυχιατρικής φροντίδας που να σέβεται τον άρρωστο άνθρωπο και τις ανάγκες του και μια ψυχιατρική που θα ασκείται στο πεδίο της ελευθερίας.

Η εμπειρία των Χανίων έδειξε ότι μια τέτοια ψυχιατρική δεν είναι ουτοπία. Αφού για 4 χρόνια μια ολόκληρη περιφέρεια λειτουργεί χωρίς ψυχιατρείο, μπορούμε κι αλλού να ζήσουμε χωρίς εγκλεισμό, βία και στιγματικές διαγνώσεις.

Στις Κασσάνδρες που προσπαθούν να μας πείσουν ότι το κλείσιμο του ψυχιατρείου δεν είναι εφικτό, απαντούν τα ίδια τα στοιχεία. Τώρα που στην Κρήτη η μεταρρύθμιση πήρε νόημα, αντί να εστιάσουμε στο πώς θα αποδείξουμε με κατασκευασμένα στοιχεία ότι το ψυχιατρείο έκλεισε με λάθος τρόπο, καλύτερα θα ήταν να εστιάσουμε όλοι μαζί στην διεκδίκηση πόρων για την ανάπτυξη και ολοκλήρωση του Δικτύου. Χωρίς το κοινοτικό Δίκτυο των δομών και δράσεων, η ανάδυση του αιτήματος της αναγκαιότητας του Ασύλου σε λίγα χρόνια θα είναι γεγονός. Μόνο που η έλλειψη πόρων και η αδιαφορία μας θα το έχει προκαλέσει.

Το κλείσιμο του ψυχιατρείου δεν μπορεί να σημαίνει έλλειψη φροντίδας, δεν μπορεί να γίνεται για δημοσιονομικούς λόγους. Η ιδρυματική φροντίδα και η απλοποιητική απάντηση στην ψύχωση με τον εγκλεισμό πρέπει να αντικατασταθεί από την ολική, σφαιρική φροντίδα.

Αυτό σημαίνει πόρους από την Πολιτεία και μεγαλύτερη διαθεσιμότητα από τους επαγγελματίες.

Το ψυχιατρείο Χανίων έπρεπε να κλείσει και έκλεισε. Αυτό δεν ήταν μόνο εφικτό, αλλά και αναγκαίο. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Και δεν υπάρχει κατά την γνώμη μου για όλα τα ψυχιατρεία.

250 άνθρωποι, έγκλειστοι, αθύρματα της ιδρυματικής βαρβαρότητας, γλύτωσαν. Ξεφεύγοντας από την λαθροβίωση του Ασύλου σήμερα ζουν ανθρώπινα.

250μ έγκλειστοι που ζούσαν σε συνθήκες μεσαίωνα, σήμερα προσπαθούν να ζήσουν και ζουν σε ξενώνες, οικοτροφεία, διαμερίσματα σε ανθρώπινες συνθήκες.

Κανείς δεν τους κακοποιεί, δεν τους προσβάλλει, ειρωνεύεται, εκφοβίζει ή βιάζει. Μένουν σε καθαρούς χώρους, τρέφονται και ζουν υπό φυσικές και φυσιολογικές συνθήκες.

Επομένως το ύποπτο ερώτημα που τίθεται από πολλούς πότε ήταν καλύτερα, πρέπει να συμπληρώνεται από το υποερώτημα : καλύτερα για ποιους;

Την ιστορία του ψυχιατρείου δεν μπορεί να την αφηγηθεί κανένας μας. Μόνο οι ίδιοι οι έγκλειστοι. Μόνον ο δικός τους λόγος είναι αληθής, ουσιώδης, αυθεντικός.

Ο λόγος του ειδικού, ακόμα και όταν είναι καταγγελτικός δεν παύει να είναι διαμεσολαβημένος, για να μην πω φενακισμένος, αλλοτριωμένος. Υπάρχει τέτοιο πρωτογενές υλικό που εάν θα βγει στην επιφάνεια θα μείνετε άφωνοι. Τίποτα πια δεν θυμίζει το παρελθόν.

Πρώτα -πρώτα αλλάξαμε εμείς. Άλλαξε η επαγγελματική συμπεριφορά των επαγγελματιών

Και επειδή εμείς οι ψυχίατροι είμαστε φυλακισμένοι στίς επιστημονικές μας βεβαιότητες, η αλλαγή είναι ευκολότερο να αρχίσει από τα μυαλά των υπολοίπων επαγγελματιών. Η εμπειρία των Χανίων έδειξε ότι όντως αυτό συμβαίνει. Οι ψυχίατροι εκδηλώνουν τις μεγαλύτερες αντιστάσεις στην αλλαγή.

Όταν ένα σύστημα υπόκειται σε βαθιά, δομική αλλαγή, στην αρχή αντιδρά με εσωστρέφεια. Έπειτα εκδηλώνει αντίδραση, επιθετικότητα. Αυτό συμβαίνει τώρα,  4 χρόνια μετά την αλλαγή. Οι ιδρυματικές άμυνες αναδύονται με προφανείς αλλά και με δόλιους τρόπους στην καθημερινή κλινική πράξη. Όσοι σήμερα αντιδρούν συγκρίνοντας το παρόν με το παρελθόν, ή έχουν συμφέροντα (διότι γύρω από την λειτουργία του Ασύλου κινείται ένα ολόκληρο πλέγμα συμφερόντων), αλλά η μεγάλη πλειοψηφία ανήκει στην ομάδα που εκδηλώνει με αυτόν τον τρόπο την αντίσταση στην αλλαγή.

Φαίνεται και στην πράξή ότι τελικά το ουσιαστικό διακύβευμα της μεταρρύθμισης είναι η αλλαγή του ψυχιατρικού παραδείγματος.

Παρά το γεγονός ότι πολλοί αντιλαμβάνονται την μεταρρύθμιση με την εργολαβική εκδοχή της, ή με την εκδοχή μέσω προγραμμάτων, πιστεύω ότι μεταρρύθμιση τελικά σημαίνει αλλαγή του ψυχιατρικού σκέπτεσθαι και αλλαγή του ψυχιατρικού πράττειν. Αλλαγή του επιστημονικού υποδείγματος. Διότι δουλεύοντας με το ίδιο ψυχιατρικό παράδειγμα παρά τα χρήματα που ήρθαν και εξακολουθούν να δαπανώνται θα έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα. Κλασσικό παράδειγμα το Ψυχαργώς.

Aπετέλεσε μια ευκαιρία απορρόφησης κονδυλίων και τακτοποίησης ημετέρων μέσω των μη κερδοσκοπικών εταιριών και όχι μια ευκαιρία ανάπτυξης μιας νέας ψυχιατρικής κουλτούρας.

Το ζητούμενο είναι μια άλλη ψυχιατρική. Θέλομε μια ψυχιατρική που να ενθαρρύνει τις αλλαγές, να σπάει τους επαναληπτικούς παθογόνους κύκλους και όχι ψυχιατρική μέρος του συστήματος κοινωνικού ελέγχου. Όχι ψυχιατρική της ταξινόμησης, της αντικειμενικοποίησης, των μετρήσεων και των στατιστικών, αλλά ψυχιατρική του πάσχοντος υποκειμένου, ψυχιατρική που θα στηρίζεται στον πλούτο της διαφοράς και όχι στην ομοιότητα.

Ψυχιατρική που δεν θα δίνει απλουστευτικές απαντήσεις στο πιο πολύπλοκο σύστημα που είναι ο άνθρωπος, αλλά ψυχιατρική που θα ενδιαφέρεται για τον άρρωστο άνθρωπο και τις ανάγκες του, ψυχιατρική που θα συνοδοιπορεί στην οδύνη του ασθενούς και δεν θα απαντά με τον εγκλεισμό. Ψυχιατρική απελευθερωτική, ανθρώπινη και θεραπευτική. Ψυχιατρική που δεν θα απαιτεί να την ακούει ο άνθρωπος αλλά αυτή να τον ακούει.

Η παραδοσιακή ψυχιατρική προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα με το μοντέλο της αιτιοκρατίας (πρόβλημα-λύση). Αλλά αυτό είναι ατελέσφορο, να ερμηνεύσει και να λύσει τα προβλήματα των ανθρώπων. Ο άνθρωπος είναι και θά παραμείνει με την προβληματική του ουσία.

Ο άνθρωπος με τον ερωτηματικό του πυρήνα θα παραμείνει πάντα προβληματικός, προβληματιζόμενος, αγωνιστής και αγωνιώδης, ταγμένος να προστατεύει το ερώτημα και όχι να το επιλύει όπως νομίζουν οι ψυχοβιολόγοι με την ανταλλακτικότητα που ίσως μας φέρουν στο μέλλον και οι ψυχοτεχνικοί που «επιδιορθώνουν» κάτι που πάσχει στην ανθρώπινη ψυχή δήθεν ,εμπεδώνοντας μια επισκευαστική λογική στον άνθρωπο. Το μέρος δεν μπορεί να εννοήσει το όλον, επομένως το υπαρξιακό ερώτημα θα παραμείνει πάντα ως δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Από τον περασμένο αιώνα ο Νίτσε έλεγε ότι υπερίσχυσε η μέθοδος πάνω στην ουσία. Ο ποιητής Ν. Καρούζος λέει «εκείνο που γνωρίζει ο παρατηρητής είναι η μέθοδος και τίποτα για το παρατηρούμενο».

Η λαγνεία της μεθόδου από εμάς τους ειδικούς οδηγεί σε τραγικές καταστάσεις προσπαθώντας να χωρέσουμε το πάσχον υποκείμενο στη μέθοδο μας.

Πέραν τούτου η παραδοσιακή ψυχιατρική βρίσκεται παγιδευμένη στην θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ φύλαξης και θεραπείας.

Δεν ξέρει τι να κάνει και τελικά καταλήγει θεραπαινίδα της κοινωνικής κανονικότητας. Δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος δρόμος προς την τρέλα. Από το δρόμο της λογικής πάει κανείς στην τρέλα.

Ο άνθρωπος μέσα από αυτήν ικανοποιεί μια του ανάγκη με «μη λογικό» τρόπο. Η ψυχιατρική πρέπει να τον βοηθήσει να εκφράσει την ανάγκη του μα άλλον τρόπο. Και όχι να τον αποκόπτει, να τον εγκλείει και να τον περιορίζει.

Αυτό είναι ατελέσφορο. Θυμίζει κάποιον που προσπαθεί να βάλει ένα μεγαλύτερο κουτί μέσα σε ένα μικρότερο. Ο τρόπος αντιμετώπισης της τρέλας απ' την ψυχιατρική μοιάζει πού με τρέλα. Αυτό κάνει η ιδρυματική ψυχιατρική σήμερα.

Τι είναι τέλος πάντων η θεραπεία; Ένα καλό φάρμακο ή μια καλή ψυχοθεραπευτική τεχνική ; Ή η συνοδοιπορ.ία με τον πάσχοντα να ικανοποιήσει την ανάγκη του μέσα από την ψυχολογική του περιπέτεια με ένα πιο συμβατό, λογικό τρόπο;

Διότι ανεξάρτήτως από την αιτιοπαθογένεια της ψυχικής νόσου και ανεξάρτητα αν ποτέ βρεθεί κάποια αιτία ή τρέλλα αποτελεί ένα τρόπο του υπάρχειν στον κόσμο. Θεραπεία δεν μπορεί να γίνει παρά στο πεδίο της ελευθερίας. Διότι μόνο στο πεδίο της ελευθερίας με το ρίσκο και τον κίνδυνο της επιλογής μπορεί να υπάρξει ευθύνη. Και μόνο όταν το άτομο αναλάβει την υπαρξιακή του ευθύνη μπορεί να υπάρξει θεραπεία.

Ότι σήμερα η ψυχιατρική προτείνει ως θεραπεία, επειδή ορίζεται στο πεδίο της φύλαξης και των περιορισμών, τονίζοντας την πλευρά της ανευθυνότητας, αποτελεί μη θεραπεία.

Το ουσιώδες είναι η αντικατάσταση του νοσοκομειοκεντρικού μοντέλου με στροφή στην κοινότητα μέσω της οργάνωσης των υπηρεσιών στα πλαίσια του τομέα που προλαμβάνουν την κρίση, επινοούν λύσεις εναλλακτικές του εγκλεισμού, περιορίζουν την προσφυγή στην νοσοκομειακή νοσηλεία, παρέχουν φροντίδα και στήριξη του πάσχοντα στον τόπο που ζει και εργάζεται.

Αλλά όπως κάθε νοσοκομειακή νοσηλεία πρέπει να θεωρείται αποτυχία του δικτύου να την προλάβει και να την αποφύγει, έτσι και μια θέση στον ξενώνα πρέπει να θεωρείται αποτυχία μας να οργανώσουμε στον άρρωστο ένα πλαίσιο ελεύθερης, κοινωνικής ζωής.

Πρέπει από την ιδρυματική ψυχιατρική να φτάσομε στην αποκαταστασιακή ψυχιατρική. Ή αποκατάσταση δεν θα νοείται και δέν θα ασκείται μόνο διαχωρισμένη και μόνο στην χρονιότητα και σε δεύτερο χρόνο θεραπευτική πρακτική, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης, σφαιρικής, θεραπευτικής πρακτικής από την πρώτη στιγμή αντιμετώπισης της κρίσης.

Αλλά για να αντικαταστήσομε το νοσοκομείο με την κοινότητα και τον εγκλεισμό με την συνοδοιπορία με το πάσχον κοινωνικό υποκείμενο, χρειάζεται η ψυχιατρική να απαλλαγεί από τα επιστημονικά της στερεότυπα κατ να διαλύσει τις κατασκευές του χρόνιου, του διεγερτικού, του επικίνδυνου.

Ο «επικίνδυνος τρελός» που ο πολύς κόσμος πιστεύει, κατ' αρχάς είναι μια κατασκευή της ψυχιατρικής, βοηθούντος και του τρόπου που πολλές φορές το θέμα προβάλλεται από τα ΜΜΕ. Τον άρρωστο που περιορίζουμε, καθηλώνουμε, απομονώνουμε, διακομίζουμε με την κλούβα των μεταγωγών, τον χαρακτηρίζουμε, τον καθορίζουμε συγχρόνως με ένα έντονα στιγματιστικό τρόπο ως αλλόκοτο, επικίνδυνο, απρόβλεπτο. Συνεπώς η αρνητική στάση του μη ειδικού είναι αναμενόμενη.

Να γιατί αυτό που εμείς οι ειδικοί λέμε ευαισθητοποίηση του γενικού πληθυσμού περισσότερο αποτελεί ένα μηχανισμό κάλυψης των δικών μας ευθυνών, παρά εργαλείο για πραγματική αλλαγή και αποδοχή του διαφορετικού.

Η ψυχιατρική δεν χρειάζεται να λέει, αλλά να πράττει διαφορετικά. Πρέπει η ίδια να επιδείξει όχι φοβική συμπεριφορά αλλά μια φιλικότητα, μια άλλη συνάντηση με την τρέλα.

Πρέπει να αποβάλει πρακτικές και λειτουργίες εγκλεισμού και βίας οι οποίες συμβάλλουν στην διάχυση μιας κουλτούρας φόβου παρά αποτελούν θεραπεία.

Η ψυχιατρική λειτουργεί με επιστημονικά στερεότυπα και πρέπει να τα αλλάξει αν θέλουμε αλλαγή στο ψυχιατρικό τοπίο.

Έχουμε ανάγκη ένα άλλο ψυχιατρικό παράδειγμα με διαφορετικές παραδοχές.

Πριν χρόνια στην 3η Ψυχιατρική Κλινική είχαμε ένα μόνο τμήμα χρονίων γυναικών. ΤΟ 6Α όπου έμεναν 58 γυναίκες με πολλά χρόνια νοσηλείας, χαμηλή λειτουργικότητα υπό συνθήκες στέρησης, κάτω από καθεστώς περιορισμού ελευθεριών και δικαιωμάτων και με το πρόσχημα της θεραπείας υφίστατο τη βία του ολοπαγούς ιδρύματος. Ήμουν σχεδόν τρομοκρατημένος. Πώς θα δουλεύαμε χωρίς τμήμα χρονίων αντρών; 8 χρόνια δουλεύαμε σαν κλινική. Κανένας άντρας δεν έμεινε μέσα. Γιατί;

Γιατί κάθε φορά που έμπαινε κάποιος για νοσηλεία, έχοντας χάσει όλους τους υποστηρικτικούς υποδοχείς και υπήρχε κίνδυνος να μείνει έγκλειστο ς στο ψυχιατρείο, συγκεντρωνόταν η ψυχιατρική ομάδα και έλεγε: Για αυτόν τον άρρωστο πρέπει να βρούμε μια λύση. Αν είχαμε τη λύση της αποθήκης, πολλούς χρόνιους θα είχαμε κατασκευάσει όλα αυτά τα χρόνια.

Αν δεν είμαστε προσηλωμένοι στο στόχο ότι «ακόμα και για τον πιο διαταραγμένο υπάρχει ένας δρόμος που το οδηγεί μέσα στην κοινωνία», πολλοί από τους ασθενείς μας θα είχαν μείνει στο τμήμα χρονίων. Αν οι αρχές αποκατάστασης δεν είναι κάτι που πρέπει να εφαρμόζεται στους παλιούς ασθενείς μετά πολλά χρόνια νοσηλείας, αλλά είναι κάτι που πρέπει να υπάρχει ως πυρηνικό στοιχείο οποιασδήποτε θεραπευτικής στρατηγικής απ' την αρχή της διάγνωσης, τότε δε θα μιλούσαμε για χρονιότητα με τους ίδιους όρους που μιλάμε σήμερα.

Διότι τι τύχη μπορεί να έχει ένας άρρωστος που μετά την δεύτερη επίσκεψη του στην πανεπιστημιακή κλινική παίρνει την άγουσα προς κάποιο ψυχιατρείο, και μετά μερικά χρόνια την οδό προς κάποιο άθλιο κρεβάτι σε κάποιο θάλαμο χρόνιων, γνωρίζοντας την πλήρη απαξίωση και εξευτελισμό σαν πρόσωπο;

Κάτω από μια τέτοια προβληματική το πρόβλημα της χρονιότητας είναι μια κατασκευή της ψυχιατρικής περισσότερο παρά μια πραγματική κατάσταση ο δε χρόνιος ασθενής είναι σίγουρα κατασκευή του ψυχίατρου.

Ας πιάσουμε τώρα το πρόβλημα του ανήσυχου και διεγερτικού ασθενούς. Ποιος είναι ο ανήσυχος και διεγερτικός ασθενής; Πριν ένα χρόνος όταν έκλεισε το ΘΨΠΧ και η ψυχιατρική κλινική του Π.Α.Γ.Ν.Η. στα πλαίσια της τομεοποίησης θα αναλάμβανε το σύνολο της νοσοκομειακής νοσηλείας του τομέα (νομού Ηρακλείου), ήλθαν 2-3 ομάδες νοσηλευτών από το Π.Α.Γ.Ν.Η στο Θ.Ψ.Π.Χ. για να αποκτήσουν εμπειρία στο χειρισμό και αντιμετώπιση ανήσυχων και διεγερτικών ασθενών. Ασθενών για νοσηλεία με εισαγγελική παραγγελία κλπ. Ήλθαν να δουν καθηλώσεις, απομονώσεις, φοβερά και τρομερά πράγματα διότι εν τω μεταξύ ο κ καθηγητής τους τότε τους είχε εισαγάγει σε ένα παρόμοιο κλίμα κατασκευάζοντας δύο λευκά κελιά στην κυριολεξία μέσα στην κλινική για τους ανήσυχους ασθενείς. Τέτοιους ασθενείς δεν είδαν, διότι τέτοιους ασθενείς δεν είχαμε. Και όλοι ξέρανε ότι στην ουσία τέτοιοι ασθενείς είναι σπάνιοι. Αλλά ακόμη και αυτός ο ασθενής βοηθούμενος να περάσει την κρίση του, το παραλήρημα του, σε συνθήκες που να μην του πλήττουν την αξιοπρέπεια και το πρόσωπο, συμπεριφέρεται διαφορετικά. Τα μέτρα περιορισμού των ελευθεριών που σήμερα μαζικά εφαρμόζονται σε ολόκληρο το ελληνικό ψυχιατρικό σύστημα κατά των ασθενών αποτελούν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν νομιμοποιούνται με το αιτιολογικό της ασφάλειας για τον άρρωστο. Μια τέτοια διαμεσολάβηση της ψυχιατρικής καλλιεργεί, πυροδοτεί, και γιγαντώνει ένα κλίμα απόρριψης του διαφορετικού, περισσότερο παρά αποτελεί θεραπευτική διεργασία.

Θέλω να έρθω στο ΚΨΥ για 6 μήνες μου είπε ένας ειδικευόμενος ψυχίατρος και μετά να πάω στην ψυχιατρική κλινική να δω τους οξείς ασθενείς. Και μένα καθήκον μου ήταν, να του διαλύσω αυτή την κατασκευή, αυτό το στερεότυπο.

Έπρεπε να καταλάβει ότι είναι ο ίδιος άρρωστος που αν δεν δουλέψει με αυτόν η κινητή μονάδα, το πρόγραμμα επισκέψεων κατ' οίκον, και όλες οι δράσεις που έχουμε αναπτύξει στο Κ.Ψ.Υ., αυτός θα καταλήξει διεγερτικός, ανήσυχος κάι με εισαγγελική εντολή για νοσηλεία στην ψυχιατρική κλινική. Εκεί ενδεχομένως με την αιτιολογία της θεραπείας θα καθηλωθεί, θα απομονωθεί, θα χαρακτηριστεί ανήσυχος και επικίνδυνος.

 

Ασφαλώς υπάρχει η ψυχοπαθολογία που μπορεί να διακινήσει επιθετική συμπεριφορά αλλά αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την κατασκευή του «επικίνδυνου» .

Ο διαχωρισμός, η επιλεκτικότητα, πρέπει να λείψουν πρώτα από την ψυχιατρική πράξη, αν θέλουμε να λείψουν απ' την κοινωνία.

Η θεραπεία στην ψυχιατρική δεν μπορεί να περιλαμβάνει κατατάξεις, κατηγοριοποιήσεις, στιγματικές διαγνώσεις, βία και καταστολή αλλά επίγνωση του γεγονότος ότι και για τον πιο διαταραγμένο υπάρχει ένας δρόμος που τον οδηγεί στην συμβίωση με το σύνολο μέσα στο σύνολο. Η ανίχνευση αυτού του δρόμου στα πλαίσια των δικαιωμάτων και των ελευθεριών είναι η θεραπεία.

Τέλος, είμαι πεπεισμένο ς ότι αν στο πρόβλημα δεν μπουν καινούρια στοιχεία, οι ψυχίατροι θα συνεχίσουν να λύνουν την εξίσωση με τον ίδιο τρόπο. Οι ίδιοι οι χρήστες μέσα από ομάδες αυτοβοήθειας, οι γονείς, φίλοι, μέσα από συλλόγους αν δεν μπουν στο παιγνίδι, τίποτα ποιοτικά διαφορετικό δεν πρόκειται να προκύψει.

Το Άσυλο ως τόπος της τρέλας θα συνεχίζει να αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι στον τόπο της λογικής (όπου κατοικούμε εμείς) δεν υπάρχουν τρελοί και η ιδρυματική ψυχιατρική με τα στερεότυπα της και την ιδρυματική φροντίδα θα συνεχίσει να πιστεύει ότι ο εγκλεισμός και το ψυχοφάρμακο είναι ο πειστικότερος τρόπος αντιμετώπισης της τρέλας και η καλύτερη απόδειξη ότι αποτελεί επιστήμη, αφού μπορεί να θεραπεύει. Άλλωστε αυτός είναι ο δρόμος που οδήγησε την ψυχιατρική από τα αρχαία Ασκληπιεία στα σημερινά ψυχιατρικά Αμπού Γκράιμπ.

Πιο κάτω θα ήθελα να παραθέσω ορισμένα συγκριτικά στοιχεία 2 ετών (με ψυχιατρείο-χωρίς ψυχιατρείο) (2003 και 2006) για την περιφέρεια Κρήτης.

Και τούτο γιατί ακούγονται πολλά για δήθεν προβλήματα που ανέκυψαν μετά το κλείσιμο του ψυχιατρείου.

Τα προβλήματα βέβαια υπάρχουν, αλλά είναι στην αντίθετη πλευρά από αυτή που υποστηρίζουν οι πολέμιοι της μεταρρύθμισης.

Συγκριτικά στοιχεία του συστήματος ψυχιατρικής φροντίδας

στην περιφέρεια Κρήτης κατά τα έτη 2003 και 2006

(Προ και μετά την λειτουργία του ΘΨΠΧ)

2003

  •        1201 εισαγωγές στο ΘΨΠΧ οι οποίες αναλύονται ως εξής:

                     607(50%) Χανιά, 176(15%)Ρέθυμνο, 84(7%)Λασίθι, 334(28%)Ηράκλειο

  •       Ακούσιες εισαγωγές 70% από άλλους νομούς, 45% από το νομό Χανίων
  •       Μέσος όρος νοσηλείας στο ΘΨΠΧ 18 ημέρες
  •       Μέσος όρος νοσηλείας στο ΠΑΓΝΗ 18,9 ημέρες
  •       Εισαγωγές στo ΠΑΓΝΗ 376 (όλες εκούσιες)
  •       Σύνολο νοσηλειών 1201+376=1577
  •      Αυτοκτονίες 41 στην περιφέρεια Κρήτης
  •      Έγιναν περί τις 200 μεταγωγές από Ηράκλειο προς Χανιά
  •      Εξωτερικά Ιατρεία Ρεθύμνου 1519 επισκέψεις
  •     Νοσηλείες Κρητών σε ψυχιατρεία Αθηνών

→Δρομοκαΐτειο: 17( διαμένοντες στην Κρήτη 2)

→Δαφνί: 3 (διαμένοντες στην Κρήτη 3)

2006

  •      Νοσηλείες στο ΓΝΧανίων 587 – Ακούσιες 177(30%)
  •     Μέσος όρος νοσηλείας 16,17 ημέρες
  •     Νοσηλείες στο ΠΑΓΝΗ 525(353 στην κλινική και 172 στα οξέα)
  •    Συνολικές νοσηλείες 587+525=112 (465 λιγότερες)
  •    Μέσος όρος νοσηλείας στο ΠΑΓΝΗ 16,6 ημέρες
  •    Εξωτερικά Ιατρεία Ρεθύμνου 3155 επισκέψεις
  •    Κινητή Μονάδα Λασιθίου 350 ασθενείς από Οκτώβριο 2006 έως Οκτώβριο  2007
  •   Αυτοκτονίες 38 στην περιφέρεια Κρήτης
  •   Νοσηλείες Κρητών σε ψυχιατρεία Αθηνών

→Δρομοκαΐτειο: 18 (Διαμονή στην Κρήτη 2)

→Δαφνί: 3 (Διαμονή στην Κρήτη 3)

 Τα στοιχεία αναλύονται και στους πίνακες Α και Β.

     

ΠΙΝΑΚΑΣ Α

 

      

 

Εισαγωγές

στο ΘΨΠΧ(2003) / ΓΝΧ(2006)

Ποσοστό Ακούσιων

Εισαγωγών στο ΘΨΠΧ(2003) / ΓΝΧ(2006)

Εισαγωγές

στο ΠΑΓΝΗ

Σύνολο εισαγωγών στην Κρήτη

 

2003

2006

2003

2006

2003

2006

2003

2006

Χανιά

607 (50%)

587

45%

177(30%)

 

 

 

 

Ρέθυμνο

176 (15%)

70%

Ηράκλειο

334 (28%)

 

 

 

Κλινική

Οξέα

Λασίθι

84 (7%)

353

172

ΣΥΝΟΛΟ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ

1201

587

 

376

525

1577

1112

     

     

ΠΙΝΑΚΑΣ Β

  

 

 

Μέσος όρος νοσηλείας

Αυτοκτονίες

Στην Κρήτη

Μεταγωγές από Ηράκλειο προς Χανιά

Επισκέψεις στα Εξωτερικά Ιατρεία Ρεθύμνου

Νοσηλείες Κρητών σε ψυχιατρεία Αθηνών

Ασθενείς που παρακολουθεί η Κινητή Μονάδα Λασιθίου

 

ΘΨΠΧ 2003

ΓΝΧ 2006

ΠΑΓΝΗ

 

 

Δρομοκαΐτειο

Δαφνί

 

2003

18 ημέρες

18,9 ημέρες

41

200

1519

17

(διαμένοντες στην Κρήτη 2)

3 (διαμένοντες στην Κρήτη 3)

2006

16,17 ημέρες

16,6 ημέρες

38

0

3155

18 (διαμένοντες στην Κρήτη 2)

3

(διαμένοντες στην Κρήτη 3)

350

(από Οκτ 06 έως Οκτ 07)

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Απ’ την μελέτη των συγκριτικών στοιχείων των 2 ετών 2003 και 2006, προκύπτουν τα εξής :

1.α) Δραστηριοποιείται η Κινητή Μονάδα Λασιθίου με αξιοζήλευτα αποτελέσματα (σε 1 χρόνο παρακολούθησε 350μ ασθενείς και είχαμε μόνο 12 εισαγωγές στο ΠΑΓΝΗ)

β) Το ΚΨΥ Χανίων έχει αναπτύξει Κινητή Μονάδα η οποία παρακολουθεί 150 ασθενείς το χρόνο και μια δράση κατ’ οίκον επισκέψεων που παρακολουθεί περίπου 150 ασθενείς από την πόλη των Χανίων.

γ) Δουλεύουν καλύτερα τα Εξωτερικά Ιατρεία Ρεθύμνου. Από 1519 επισκέψεις το 2003, ανέβηκε στις 3155 το 2006.

δ) Υπήρξε μια αλλαγή της κουλτούρας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας με κοινοτικό προσανατολισμό. Η νοσοκομειακή νοσηλεία πλέον δεν αποτελεί πρώτη ίσως και μοναδική δυνατότητα αλλά την τελευταία λύση.

Η ύπαρξη τόσων δομών και η ανάπτυξη τόσων κοινοτικών δράσεων άλλαξαν την στάση του γενικού πληθυσμού απέναντι στον ψυχικώς πάσχοντα.

ε) Το σύστημα είναι λιγότερο βίαιο, στιγματιστικό, με μεγαλύτερη προσβασιμότητα και φιλικότητα προς τους χρήστες.

Όμως η πτώση των νοσηλειών οφείλεται και στην μη ύπαρξη και λειτουργία του πολυδύναμου Κέντρου Ψυχικής Υγείας στον Άγιο Νικόλαο και του ΨΤΓΝ Ρεθύμνου.

Οι δύο αυτές δομές κρίνονται απαραίτητες διότι «φορτώνεται» το σύστημα στα Χανιά και στο Ηράκλειο και κάποια στιγμή δεν θα αντέξει. Επιπλέον, για λόγους ολοκλήρωσης της τομεοποίησης πρέπει να γίνουν οπωσδήποτε.

Αυτό προκύπτει και από την ανάγνωση των στοιχείων.

Οι νοσηλείες το 2006 υπολείπονται κατά 465.Από αυτούς  οι 175 + 84 =259 θα καλυφθούν από το πολυδύναμο κέντρο Αγ. Νικολάου και το Ψ.Τ Ρεθύμνου. Οι υπόλοιπες 465-259=206 νοσηλείες που αποτελούν το 13% των νοσηλειών εξηγούνται και δικαιολογούνται –θα έλεγα ήταν αναμενόμενες-από την μετατροπή του συστήματος σε κοινοτικό, ανοιχτό, φιλελεύθερο. Αναμέναμε οι νοσηλείες να ήσαν λιγότερες. Αλίμονο αν δεν ήσαν…

2. Το έτος 2006 δεν έγινε καμία μεταγωγή. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο διότι οι μεταγωγές ήταν και είναι σε άλλα μέρη της Ελλάδας ένα αίσχος.

3. Οι έγκλειστοι του ΘΨΠΧ που ζούσαν κάτω από απαράδεκτες και προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνθήκες, σήμερα ζουν ανθρώπινα. Ζουν σε ξενώνες, διαμερίσματα, οικοτροφεία σε όλη την Κρήτη. Στα Χανιά ζουν 140 ασθενείς σε 5 ξενώνες, 4 οικοτροφεία και 7 διαμερίσματα. Στο Ρέθυμνο, Ηράκλειο και Λασίθι ζουν άλλοι 40-50 ασθενείς σε 1 ξενώνα στο Ρέθυμνο, 2 στο Ηράκλειο και 2 στο Λασίθι. Στα Χανιά υπάρχει επίσης άλλος ένας ξενώνας ΜΚΟ με 10 ασθενείς. Ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι η «μεταφορά» του στεγαστικού πλέγματος από τα Χανιά προς τους άλλους νομούς. Πρέπει να μεταφερθούν οπωσδήποτε 2 δομές στο Ηράκλειο, 1 στο Λασίθι και 2 στο Ρέθυμνο. Έτσι στα Χανιά θα μείνουν 11 δομές. Αυτό πρέπει να γίνει οπωσδήποτε αφ’ ενός για τους ενοίκους (εντοπιότητα) αφ’ ετέρου για την ομαλή λειτουργία του συστήματος. Κάθε τομέας πρέπει να διαθέτει ένα αριθμό στεγαστικών δομών για να καλύπτει τις ανάγκες του.

4. Στα 2 χρόνια στην Κρήτη δεν έγινε καμία νέα νοσοκομειακή ιδιωτική κλίνη.

5. Οι ΜΚΟ είναι 2 ξενώνες του Ξένιου Δία από την Α΄ φάση του Ψυχαργώς και 1 Κινητή Μονάδα στο Λασίθι. Όλες οι άλλες δομές λειτουργούν στα πλαίσια του Δημόσιου Τομέα που κατά την γνώμη μου έχει και αυτό τη σημασία του.

6. Εκτός Κρήτης το 2006νοσηλεύτηκαν στο Δαφνί : 3 και στο Δρομοκαΐτειο: 2

Οι νοσηλείες το 2003 ήταν στο Δρομοκαΐτειο 2 και στο Δαφνί 3.

Είναι σημαντικό στοιχείο διότι ανάμεσα στα πολλά μυθεύματα είναι και το ότι έκλεισε το ΘΨΠΧ και οι Κρήτες νοσηλεύονται αλλού ! Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι όποιος πήγαινε στο ΘΨΠΧ εναλλακτικά θα πάει στο κοντινότερο δημόσιο ψυχιατρείο. Για ευνόητους λόγους.

Επ’ ουδενί θα καταφύγει σε ιδιωτική κλινική. Αλλά αν είχαμε πρόσβαση και εκεί, πιστεύω τα στοιχεία θα ήταν ανάλογα.

7. Έχομε μείωση των ακούσιων στα Χανιά από 45% σε 30%. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

8. Ο μέσος όρος νοσηλείας είναι μειωμένος και στο ΓΝΧ και στο ΠΑΓΝΗ.

9. Στην περιφέρεια Κρήτης βάσει μελέτης οι νοσοκομειακές ανάγκες εκαλύπτοντο με 90 κλίνες, ενόσω λειτουργούσε το ΘΨΠΧ. Αυτές διεσπάρησαν ως εξής: Χανιά 25, Ηράκλειο 45, Ρέθυμνο 12, Λασίθι 8, βάσει του πληθυσμού. Υπάρχουν οι κλίνες Ηρακλείου και Χανίων και χρειάζεται να γίνουν οι κλίνες Αγ. Νικολάου και Ρεθύμνου.

10.Έγινε  επιδημιολογική μελέτη όλων των νοσηλευθέντων το 2003 στο ΘΨΠΧ και όλων των νοσηλευομένων μια τυχαία μέρα το 2003. Από αυτές τις επιδημιολογικές μελέτες προέκυψαν στοιχεία περί του σε τι ποσοστό το νέο σύστημα καλύπτει τους ασθενείς.

Μελετήθηκε η τύχη και η πορεία όλων των νοσηλευομένων μια τυχαία μέρα (5-8-2003). Υπήρχε ακόμα και λειτουργούσε το ψυχιατρείο.

Στο ψυχιατρείο νοσηλεύονταν κατά τα ¾ των κλινών χρόνιοι ασθενείς και κατά το ¼ (περίπου 90 κλίνες) οξείς ασθενείς. Οι ασθενείς ήσαν εκ Κρήτης στην μεγάλη τους πλειοψηφία και κατά το 50% από το νομό Χανίων. Το υπόλοιπο 50% ήταν 30% από το νομό Ηρακλείου, 12% από το Ρέθυμνο και 8% από Λασίθι.

Από την μελέτη προέκυψαν τα εξής στοιχεία:

Οι 172, δηλαδή το 64% κατοικούν σε ξενώνες.

Οι 5, δηλαδή το 1,8% νοσηλεύεται σε άλλο ψυχιατρείο.

Οι 40 (14,5%) απεβίωσαν.

Οι 8 (2,8%) παραμένουν άγνωστοι για το «σύστημα).

Οι 45 κατοικούν στα σπίτια τους.

Από τους 45 το ποσοστό που δεν παρακολουθείται είναι 12 ασθενείς δηλαδή 4,4% ενώ 33 ασθενείς δηλαδή 12,5% παρακολουθούνται ψυχιατρικά. Οι 12 ασθενείς, δηλαδή δεν θέλουν βοήθεια από καμία υπηρεσία και παραμένουν έξω.

Επομένως από το σύνολο των ασθενών δεν παρακολουθούνται το 2,8% ως άγνωστοι και το 4,4% που γνωρίζουμε ότι είναι στα σπίτια τους αλλά δεν παρακολουθούνται για διάφορους λόγους.

Συνολικά 2,8% των ασθενών που ήταν νοσηλευόμενοι στις 5-8-2003 σήμερα δεν παρακολουθούνται. (ΠΙΝΑΚΑΣ 1)

 

 ΠΙΝΑΚΑΣ 1

 

 

Διαμονή σε ξενώνα

Νοσηλεύομενοι σε άλλο ψυχιατρείο

Αποβιώσαντες

Άγνωστοι

Διαμονή στο σπίτι τους

ΣΥΝΟΛO

Υπό παρακολούθηση

Χωρίς παρακολούθηση

 

33 (12,5%)

12 (4,4%)

 

172

5

40

8

45 (16,9%)

270

Ποσοστό

(64%)

(1,8%)

(14,5%)

(2,8%)

(12,5%)

(4,4%)

100%

 

 

 

 

Εν συνεχεία μελετήθηκε η πορεία του συνόλου των νοσηλευθέντων το 2003. Αλλά επειδή βρήκαμε δυσκολίες για την πρόσβαση στα αρχεία του Νοσοκομείου (επίκληση ιατρικού απορρήτου!), πήραμε ένα τυχαίο δείγμα (κάθε 10 επιλέξαμε 1 άτομο από το σύνολο που μας δόθηκε από το ΘΨΠΧ). Η ανάλυση του ανωτέρω δείγματος (ΠΙΝΑΚΑΣ 2) δίδει τα εξής :

Μόνον ένα ποσοστό 2,5% των ασθενών δεν παρακολουθούνται. Αυτό το στοιχείο δείχνει και την ποιότητα του νέου ψυχιατρικού τοπίου. Υπάρχει θεραπευτική συνέχεια και στο μέλλον τα πράγματα θα γίνουν ακόμα καλύτερα, αφού εν τω μεταξύ νέες δράσεις αναπτύσσονται και φιλοδοξούμε στη δόμηση και λειτουργία ενός δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών που θα δίδει σφαιρική φροντίδα αντί της απλοποιητικής ιδρυματικής απάντησης σε κάθε ψυχιατρικό αίτημα.

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

 

 

Εισαχθέντες πάνω από μία φορά το 2003

Διαμονή σε ξενώνα

Νοσηλεύομενοι σε άλλο ψυχιατρείο

Αποβιώσαντες

Άγνωστοι

Αλλοδαποί

Διαμονή στο σπίτι τους

ΣΥΝΟΛΟ

Υπό παρακολούθηση

Χωρίς παρακολούθηση

Δείγμα

9

21

0

10

3

3

66

8

120

Εκτίμηση επί του συνόλου

90

210

0

100

30

30

660

80

1200

Ποσοστό

7,5%

17,5%

0%

8,4%

2,5%

2,5%

55%

6,6%

100%

 

 

 

 

11. Οι αυτοκτονίες μειώθηκαν από 41 σε 38 στην Κρήτη.

12. Ζούμε για 4 χρόνια σε μια ολόκληρη περιφέρεια την ψυχιατρική χωρίς ψυχιατρείο. Αυτό δεν είναι όραμα πλέον αλλά είναι μια πραγματικότητα.

13. Μια τελευταία πλευρά κριτικής είναι: Τι θα κάνουμε με τον ασθενή που χρειάζεται μεγαλύτερο χρόνο νοσηλείας.

Η χρονιότητα υπάρχει στην σχιζοφρένεια, αλλά ο χρόνιος ασθενής «κατασκευάζεται».

Είναι άλλη ψυχιατρική να αναζητεί χώρους για τους ανήσυχους, τους χρόνιους, τους διεγερτικούς, τους μη ανταποκρινόμενους και άλλη η ψυχιατρική που συναντά, προσεγγίζει και αντιμετωπίζει τον άρρωστο και τα συμπτώματα του ως έχοντα κάποιο νόημα. Εν πάση περιπτώσει αν σε κάθε τομέα είχαμε ένα «μετανοσοκομειακό ξενώνα» αυτό θα ήταν η λύση για αυτό το πρόβλημα.

Αλλά η λύση τελικά είναι αν αποδεχθούμε ότι κάθε νοσοκομειακή νοσηλεία είναι το έσχατο μέσον και η αποτυχία μας να κρατήσουμε τον ασθενή στο κοινωνικό, εργασιακό, οικογενειακό του χώρο.

14. Το «παράδειγμα» της Κρήτης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα «πιλότο» για το αν μπορούμε να περιμένουμε μια ψυχιατρική χωρίς ψυχιατρείο, τομεοποιημένη, ανοιχτή, κοινοτική, της ευθύνης, της θεραπείας και της ελευθερίας. Αρκεί να κάνουμε τώρα τις διορθώσεις που πρέπει.

15. Ρύθμιση του καθεστώτος του ΘΨΠΧ.

α) Ή ένα νέο ΝΠΔΔ που θα περιλαμβάνει το ΚΨΥ και τις στεγαστικές δομές.

β) Ή ένταξη του συστήματος ψυχικής υγείας (ΚΨΥ και στεγαστικές δομές) στο ΓΝΧ

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να ξεχωρίσει η νοσοκομειακή νοσηλεία (ΨΤΓΝ) από την πρωτοβάθμια φροντίδα και την αποκατάσταση (ΚΨΥ και στεγαστικές δομές).

Όρος της ένταξης του συστήματος ψυχικής υγείας στο Γεν. Νοσοκομείο είναι η εξασφάλιση των πόρων (ανθρώπινων και οικονομικών). Χρειάζεται δηλαδή αυτονομία και ύπαρξη ξεχωριστών κωδικών χρηματοδότησης.

Επιπλέον πρέπει να λειτουργήσουν όλες οι μέχρι τώρα επεξεργασμένες δράσεις, προτάσεις και δικλείδες. Τομεακή Επιτροπή, Επιτροπή Εισόδου στις στεγαστικές δομές, κριτήρια ένταξης ασθενών στις δομές κ.λ.π ούτως ώστε να έχομε ένα σύστημα με υψηλή ποιότητα φροντίδας.

Συμπερασματικώς και ολιγολέκτως :

Στην Κρήτη εδώ και 4 χρόνια λειτουργεί μια ψυχιατρική χωρίς ψυχιατρείο. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να ονειρευόμαστε ένα σύστημα ψυχιατρικής φροντίδας χωρίς στιγματισμούς, βίαιες προσαγωγές και εγκλεισμό. Και αφού λειτουργεί για 4 χρόνια σε μια περιφέρεια, μπορεί να λειτουργήσει παντού και για πάντα. Η λαθολογία για το «συνοπτικό», «γρήγορο», «λανθασμένο» κλείσιμο του ΘΨΠΧ περισσότερο αποτελεί μια δόλια μορφή υπεράσπισης του Ασύλου και του ιδρυματικού μοντέλου, παρά είναι μια επισήμανση των λαθών που όντως έγιναν.

Στον παρόντα  χρόνο, η «μετακίνηση» των δομών του στεγαστικού πλέγματος από το νομό Χανίων προς άλλους νομούς, η λειτουργία του ΨΤΓΝ Ρεθύμνου και του πολυδύναμου ΚΨΥ Αγ.Νικολάου και η ρύθμιση του νέου καθεστώτος αφού διαλυθεί ο Οργανισμός του ΘΨΠΧ, αποτελούν άμεσες προτεραιότητες και η μη υλοποίηση τους αποτελεί κίνηση παλινδρόμησης προς το παρελθόν. Αν γίνουν αυτά θα είμαστε σε ένα σημείο για να κατακτήσουμε ένα καλύτερο και ποιοτικότερο σύστημα ψυχιατρικής φροντίδας.

 

 

         Γ.Κοκκινάκος

 

 

 

 

 

Burnout: Η Ψυχολογικοποίηση της Αλλοτρίωσης*

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Κοινωνία και Ψυχική Υγεία... (www.socialexclusion.gr)

                                   Κώστας Μπαϊρακτάρης**                            

Επέλεξα να συζητήσω μαζί σας αυτό το θέμα τόσο για το επιστημονικό-θεωρητικό και ιδεολογικό ενδιαφέρον που έχει όσο και για τις επιπτώσεις που επιφέρει η αποδοχή, η αφομοίωση και προπάντων η εσωτερίκευση της θεωρίας του Burnout στους επαγγελματίες εκείνους που ασχολούνται στην πράξη με τον ανθρώπινο πόνο και τις ανθρώπινες ανάγκες. Τυγχάνει δε πολλοί από εμάς να είμαστε οι ίδιοι μάρτυρες της κατασκευής αυτής της θεωρίας αλλά και των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες προέκυψε. Δηλαδή, των συνθηκών εκείνων που το σύστημα, για να διαχειριστεί τα ελλείμματα των πολιτικών του, χρειάζεται επιστήμονες που να κατασκευάζουν θεωρίες και να εφαρμόζουν πρακτικές ικανές να διασφαλίσουν τη διαχείριση των αντιθέσεων που αυτό από τη φύση του δημιουργεί και αναπαράγει. Θεωρίες και πρακτικές οι οποίες λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι σε προσεγγίσεις  που αμφισβητούν το κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα μέσα από το οποίο προκύπτουν οι δομές, οι υπηρεσίες και τα διάφορα διαχειριστικά συστήματα περίθαλψης, πρόνοιας και εκπαίδευσης. Αυτοί οι χώροι αποτελούν και τα κυριότερα  πλαίσια εντοπισμού και διάγνωσης του «φαινομένου» της επαγγελματικής εξουθένωσης.               

Θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερα επιστημονικό, αλλά πρωτίστως πολιτικό, ενδιαφέρον το γεγονός ότι η προσέγγιση αυτή προκύπτει σε μια ιστορική περίοδο όπου ριζοσπαστικές θεωρίες και παρεμβάσεις αφομοιώνονται στο κυρίαρχο σύστημα. Απογυμνώνονται από τα πρωτοποριακά τους στοιχεία και μετατρέπονται σε τεχνικές και εργαλεία στα πλαίσια της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αναφέρομαι στη χρονική περίοδο από τη δεκαετία του ’70 κι έπειτα, κατά την οποία τα ριζοσπαστικά κινήματα αρχίζουν να μεταφέρονται σιγά σιγά αλλά συστηματικά -με τη βοήθεια και της νεοσυντηρητικής Ανθρωπιστικής/Υπαρξιακής Ψυχολογίας ή της λεγόμενης Κριτικής Ψυχολογίας- στα άνετα βιωματικά δωμάτια με τα μαξιλάρια και στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, ξεκομμένα από την κοινωνική παρέμβαση και αλλαγή. Με αυτό τον τρόπο, η αμφισβήτηση, η πολιτική-ιδεολογική αντιπαράθεση, ο διάλογος και η πολιτική δράση αντικαθίστανται με τις «Ομάδες Αντιπαράθεσης», τους «Μαραθώνιους», τα «Ψυχοδράματα», το… «Πάτημα της Γάτας», αλλά και με μια πλήρως αυτονομημένη από τις κοινωνικές ανάγκες και παρεμβάσεις ακαδημαϊκή «κριτική» προσέγγιση. Το πολιτικά, κριτικά, σκεπτόμενο υποκείμενο μετατρέπεται σε άτομο-αντικείμενο που χρήζει εσωτερικής ψυχολογικής αλλαγής και ατομικής ανάπτυξης. Ωθείται έτσι από τους Ψυχο-Εκπαιδευτές αλλά και τους «Κριτικούς Ψυχολόγους» να βγάλει έξω από το σύστημα σκέψης και πράξης του τη συνάρτηση της αλλαγής του με την αλλαγή του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος, προτάσσοντας τη δική του «ανάπτυξη» (ατομικισμός) ή ανακυκλώνοντας την ανέξοδη κριτική του ορθολογισμού με in vitro «δομήσεις» και «αποδομήσεις» θεωριών και θεσμών σε συνθήκες κοινωνικής απραξίας. Η φυσική διαλεκτική σχέση ατόμου και περιβάλλοντος αντικαθίσταται έτσι από τη σχέση ατόμου-ατόμου με διαχειριστή της σχέσης τον ειδικό ή τον θεραπευτή. Λίγο αργότερα, ακόμα και ο ανθρώπινος πόνος και η ανθρώπινη ανάγκη εκλαμβάνονται ως επιβαρυντικοί παράγοντες για τον ίδιο τον διαχειριστή τους. Επινοείται μεταξύ άλλων η θεωρία του Burnout (Freudenberger, 1974)[1] και προσφέρεται το επιστημονικό-ψυχολογικό άλλοθι για μια βελούδινη, επιστημονικά και ιδεολογικά τεκμηριωμένη, απόσπαση από το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταχεία διάδοσή της στις λεγόμενες εναλλακτικές δομές στον ψυχοκοινωνικό τομέα. Η στιγμή της αφομοίωσής τους από το κυρίαρχο σύστημα παραβλέπεται. Αδυνατούν να επινοήσουν το καινούργιο και παραδίδονται στα ανταλλάγματα της προσαρμογής τους. Η νέα προσαρμογή και η έλλειψη οραμάτων οδηγούν στη μετατροπή πολιτικών επιλογών σε ψυχολογικά προβλήματα και οι πρωταγωνιστές των αλλαγών μεταμορφώνονται σε θύματα της λεγόμενης επαγγελματικής εξουθένωσης. Αναφέρομαι στην κατασκευή μιας κατά βάση ενιαίας θεωρίας, της θεωρίας του Burnout που αποκoρυφώνεται με το ευρέως διαδεδομένο Maslach Burnout Inventory aslach, 1981).[2]

 

Η  θεωρία αυτή είναι σχετικά νέα και εντοπίζεται χρονικά πριν από μια τριακονταπενταετία περίπου. Συναντάμε  διάφορες αποχρώσεις της και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατροπές όπως, για παράδειγμα, ως προς το είδος της αλληλεπίδρασης ατόμου-εργασιακού πλαισίου. Διαφοροποιήσεις που δεν ακυρώνουν, όμως, τον βασικό της πυρήνα, αλλά αποτελούν απλές ανακατασκευές ή παράγωγα της βιομηχανίας επιστημονικών εργασιών και δημοσιεύσεων. Δεν θα αναφερθώ στις τεχνικές λεπτομέρειες και την επιστημονική νομιμοποίησή της αλλά σε βασικά στοιχεία τα οποία κατά την άποψή μου, μέσα από την απουσία τους, αποκαλύπτουν τόσο την απόπειρα ψυχολογικοποίησης της αλλοτρίωσης όσο και τη σκοπιμότητα των κατασκευαστών της να διαχειριστούν αυτούς που ασχολούνται με τον ανθρώπινο πόνο και τις ανθρώπινες ανάγκες.

Σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις το Burnout ή επαγγελματική εξουθένωση ή κάψιμο ή πιο ρεαλιστικά η… Bαρεμάρα, ξεκινάει κύρια από τη στιγμή της επαγγελματικής ένταξης. Μια μεγάλη αυθαιρεσία, για μια κατασκευή που ορίζει ως αποκλειστικό της αντικείμενο όσους εκπαιδεύονται και καλούνται να προσφέρουν τις έμμισθες αλλά ακόμη και εθελοντικές, υπηρεσίες τους σε ανθρώπους· ακόμα πιο σημαντικό, όσους καλούνται να παράσχουν τη βοήθειά τους σε αυτούς που έχουν ανάγκη, που πάσχουν, που νοσούν.   

Η άποψή μου είναι ότι για να κατανοήσουμε τη θεωρία αυτή ως απόπειρα ψυχολογικοποίησης της αλλοτρίωσης θα πρέπει να την αναζητήσουμε πολύ πριν την ένταξη στους χώρους εργασίας. Θα πρέπει να την προσεγγίσουμε ως μέρος μίας διεργασίας που προϋπάρχει αυτής. Προϋπάρχει μέσα στα πλαίσια μιας αλλοτριωτικής διαδικασίας την οποία υφιστάμεθα όλοι, είτε στα πλαίσια της διαπαιδαγώγησής μας, είτε στα πλαίσια της κοινωνικοποίησής μας, είτε στα πλαίσια της εκπαίδευσής μας στο  καπιταλιστικό σύστημα. Διαδικασία που στοχεύει σε συμπεριφορές υποταγής και συμμόρφωσης σε κυρίαρχους κανόνες, πρακτικές, πολιτικές, συστήματα και ιδεολογίες. Άρα, το συγκεκριμένο πολιτικό-οικονομικό και κοινωνικό σύστημα στο οποίο είμαστε ενταγμένοι φροντίζει να μας εξοπλίσει πολύ πριν την επαγγελματική μας ένταξη με όλες εκείνες τις προϋποθέσεις, ώστε να το αποδεχτούμε και να το αφομοιώσουμε ως δεδομένο, μοναδικό και αμετάβλητο. Να αποδεχθούμε το επιστημονικό παράδειγμα που το υπηρετεί. Να αποδεχθούμε και να εσωτερικεύσουμε ως αδιαμφισβήτητες τις επιμέρους θεωρίες και πρακτικές που προκύπτουν από αυτό. Συνεπώς, να αναπαράγουμε και να συντηρήσουμε ως αμετάβλητο το εργασιακό-κοινωνικό πλαίσιο (δομές, θεσμούς, συστήματα, πολιτικές). Δηλαδή, ένα επιστημονικό παράδειγμα κλειστό στην ανατροπή ή την αλλαγή του, γιατί το αντίθετο θα οδηγούσε στην ανατροπή/αλλαγή όλου του συστήματος διαχείρισης τόσο των υποκειμένων με τα οποία ασχολείται ο επαγγελματίας, όσο βέβαια (αυτό είναι και το ιδιαίτερο στη θεωρία αυτή) και της λογικής διαχείρισης, προσαρμογής και αφομοίωσης του ίδιου του επαγγελματία. Η ελευθερία του ανθρώπου σε επίπεδο δημιουργίας, παραγωγής νέας γνώσης, εφαρμογής νέων πρακτικών και αναζήτησης ανθρωπίνων αξιών αποτρέπεται από τους όρους του ίδιου του παραδείγματος, τις εφαρμογές του και την ιδεολογία που υπηρετεί.

Ο εργαζόμενος εισέρχεται συνήθως στο δημόσιο επαγγελματικό βίο εκπαιδευμένος στη λογική ότι δεν θα είναι δημιουργικός, δεν θα επινοεί, δεν θα συνδιαμορφώνει το πλαίσιο, τις σχέσεις, την οργάνωση, γιατί όλα αυτά είναι ήδη παγιωμένα και θεσμοθετημένα στα πλαίσια μιας προκαθορισμένης και ιεραρχικά δομημένης οργάνωσης, που υπακούει σε συγκεκριμένες και προκαθορισμένες πολιτικές αλλά και επιστημονικές θεωρήσεις. Γνωρίζει ότι για να υπάρξει και να γίνει αποδεκτός σαν επαγγελματική οντότητα, δηλαδή για να επιβιώσει επαγγελματικά, θα πρέπει να συμμορφωθεί στους κανόνες και να κινείται με τους όρους ενός προϋπάρχοντος πλαισίου. Να αποδεχτεί και να ενσωματωθεί σε μια συγκεκριμένη εσωτερική κατανομή εργασίας και σχέσεων εξουσίας (καθηκοντολόγιο). Αναφερόμαστε σε μια συνθήκη πλήρους απανθρωποποίησης αλλά και αποποίησης από το ίδιο το άτομο της βασικής του ανθρώπινης ιδιότητας, δηλαδή της ελευθερίας για ατομική και συλλογική δημιουργία. Αυτή είναι και η έσχατη μορφή της αποξένωσής του από την ίδια του τη φύση.

Η αλλοτρίωση επέρχεται έτσι ως μια κατάσταση που καθιστά το υποκείμενο επικυρωμένο πλέον αντικείμενο μιας ψυχολογικής θεωρίας, η οποία για να νομιμοποιηθεί αλλά και για να ανταποκριθεί στην ιδεολογική της αποστολή θα πρέπει να πιστοποιήσει, μιμούμενη έναν άκριτο θετικισμό, την ουδετερότητα και αντικειμενικότητά της με την κατασκευή ειδικών μεθοδολογικών εργαλείων και την πραγματοποίηση πληθώρας ερευνών.

Δεν είναι λοιπόν ο επαγγελματικός χώρος ούτε οι πληθυσμιακές ομάδες καθαυτές η αφετηρία της αλλοτρίωσής μας, είναι ο τρόπος που συναντάμε και εμπλεκόμαστε στη συγκεκριμένη δομή, με τους προ- και ετεροκαθορισμένους στόχους που αυτή εξυπηρετεί και το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται.

Ως προς τις υπηρεσίες που προσφέρονται στο δημόσιο τομέα είναι γνωστό το αξίωμα ότι «το άτομο αλλάζει και όχι το σύστημα», όπως επίσης και η κυρίαρχη αντίληψη ότι  «αλλάζει το άτομο και όχι η δομή». Σε κάθε περίπτωση, το επιδεχόμενο μεταβολή είναι το άτομο, δηλαδή αυτό που πρέπει να προσαρμοστεί στη λογική και τη λειτουργία μιας δομής. Το άτομο που στην περίπτωσή μας είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος, ο οποίος αναγνωρίζεται επιπλέον ως το πάσχον υποκείμενο που χρήζει βοήθειας, θεραπείας ή υποστήριξης. Με λίγα λόγια, στις πολιτικές που διέπουν τη δημιουργία, οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών ενυπάρχουν και οι όροι διαχείρισης, όχι μόνον των πολιτών που προσφεύγουν σε αυτές, αλλά και των εργαζομένων που τις στελεχώνουν. Η αποδοχή αυτών των όρων είναι ταυτόχρονα και αποδοχή της ίδιας της ανελευθερίας τους, δηλαδή του υπαρξιακού τους περιορισμού και της αλλοτρίωσής τους. Η συνθήκη αυτή καλλιεργεί και τις προϋποθέσεις όχι μόνον της αφομοίωσης στο υπάρχον αλλά και της αναπαραγωγής του. Αλλαγές που επιτρέπονται ή γίνονται ανεκτές είναι αλλαγές που δεν ακυρώνουν ή δεν ανατρέπουν το ιδεολογικά-επιστημονικά αρτηριοσκληρωτικά δομημένο σχήμα. Οι κυρίαρχες πολιτικές Παιδείας και Υγείας π.χ. επιβάλλουν την αφομοίωση των εμπλεκομένων με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν σταθεροποιητικούς παράγοντες του συστήματος και όχι πηγή  δημιουργίας, αλλαγών, ανατροπών και αναζήτησης θεωριών και πρακτικών που να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες -πραγματικές και όχι κατασκευασμένες- ανάγκες των ανθρώπων και της κοινωνίας. Δεν είναι μόνον οι πολιτικές που χαρακτηρίζουν ένα σύστημα ως διαχειριστή των ανθρώπινων αναγκών αλλά και οι «λειτουργοί» εκείνοι που αφομοιώνονται σε αυτό και αποδέχονται την υπαρξιακή τους ακύρωση. Δεν αρκεί, ωστόσο, ο δημόσιος τομέας ως τέτοιος για την εξήγηση του φαινόμενου της αλλοτρίωσης του υποκειμένου και τη μετατροπή του σε μέρος ενός μηχανισμού. Είναι αυτός σε άμεση συνάρτηση με το επιστημονικό παράδειγμα, τις θεωρίες και τις πρακτικές  του.

Στον ιδιωτικό τομέα, που λειτουργεί με καθαρά κερδοσκοπικούς κανόνες, στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς, η αλλοτρίωση είναι ακόμη πιο ορατή, καθώς επιπροσθέτως η υγεία, η κοινωνική φροντίδα και η εκπαίδευση μετατρέπονται από κοινωνικά αγαθά σε εμπορεύσιμα προϊόντα. Η εμπορευματοποίηση της υγείας και της παιδείας συμβαδίζουν με τη συστηματική υποβάθμιση της δημόσιας και καθολικής φροντίδας υγείας, καθώς και της δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Η επέκταση του ιδιωτικού τομέα σε εξωνοσοκομειακές και νοσοκομειακές υπηρεσίες, η αναπτυσσόμενη αγορά στον τομέα της ψυχικής υγείας (ψυχοπάζαρο) και η παραπαιδεία στον τομέα της εκπαίδευσης είναι οι χώροι όπου πλέον ο άνθρωπος και οι ανάγκες του μετατρέπονται σε εμπόρευμα, γίνονται αντικείμενο κερδοσκοπίας και πολλές φορές αισχροκέρδειας. Η απασχόληση στην ελεύθερη αγορά, με κατασκευασμένες πολλές φορές ανάγκες, δεν αποτελεί σύμφωνα με τον Μαρξ, μια δραστηριότητα ικανοποίησης  αναγκών των συνανθρώπων μας αλλά το μέσο για την αποκόμιση οικονομικού κέρδους. Δηλαδή, η αποξένωση εδώ δεν προκύπτει από τη λεγόμενη επιβάρυνση από τον ανθρώπινο πόνο ή ανάγκη, αλλά από τη στυγνή μετατροπή τους σε χρηματική αξία. Η πιο χυδαία μορφή της αλλοτρίωσης. Και όταν η επιχειρηματική δραστηριότητα αναφέρεται στην καταπολέμηση του Burnout, όπως συμβαίνει ήδη με διάφορα κερδοσκοπικά κέντρα, τότε ακόμα και η χυδαιότητα του συστήματος γίνεται εμπορεύσιμη. Είναι επίσης γνωστό ότι μεγάλες  επιχειρήσεις και διεθνή μονοπώλια χρησιμοποιούν πολλές φορές τη θεωρία του Burnout και τα εργαλεία της για τη χειραγώγηση, την προσαρμογή και την αύξηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Επιδιώκουν δηλαδή την ψυχολογικοποίηση των πραγματικών αναγκών των εργαζομένων σε βάρος των ταξικών τους συμφερόντων. 

 

Burnout Treament and Prevention Kit. Παραγωγή και διάθεση : Ανάπειρη πόλη®. Για παραγγελίες: anapiri_poli@hotmail.com

 

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι η θεωρία του Burnout πληρεί εκείνα τα επιστημολογικά κριτήρια που, στα πλαίσια του κυρίαρχου ορθολογιστικού συστήματος σκέψης, της επιτρέπουν να σταθεί στο επιστημονικό-ψυχολογικό τοπίο και να ενεργεί σε αυτό ως αποδεκτό επιστημονικό θεωρητικό μοντέλο. Δηλαδή συντίθεται από μία αιτιολογική, μια διαγνωστική και μία θεραπευτική-αποκαταστασιακή διάσταση. Χαρακτηριστικό γνώρισμά της, όμως, είναι ότι αναφέρεται σε ανθρώπους που εργάζονται σε υπηρεσίες, δομές ή οργανισμούς που προσφέρουν υπηρεσίες στον άνθρωπο. Η ψυχολογικοποίηση, δηλαδή η ενοχοποίηση του ατόμου ή του απομονωμένου -από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα- πλαισίου εργασίας, η «ουδέτερη» και «αντικειμενοποιημένη» τους αποτύπωση, ολοκληρώνονται μέσα από τη μετατροπή του ίδιου του εργαζόμενου σε πάσχον υποκείμενο. Από αυτό το σύστημα σκέψης και τις επιμέρους διαφοροποιήσεις προκύπτουν και οι τεχνικές αντιμετώπισης. Από τις αλλαγές στο άτομο ή την ομάδα μέχρι τη «βελτίωση» του εργασιακού περιβάλλοντος ή την εξαγορά της επιβάρυνσης από τον συνάνθρωπο με υλικά και ψυχικά κίνητρα και επιδόματα. Κατασκευάζονται διαγνωστικά-θεραπευτικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται εκτενώς σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο. [3]

 

Πέραν αυτών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να επιμείνουμε στον κοινό τόπο μεταξύ των διαφόρων θεωρητικών μοντέλων. Σε αυτόν ακριβώς παρατηρούμε ότι: α) η επαγγελματική εξουθένωση εντοπίζεται κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής  δραστηριότητας, β) αναφέρεται σε επαγγελματίες που εργάζονται κύρια στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, γ) εντοπίζεται ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, στον τομέα της υγείας αλλά και της ψυχικής υγείας, δ) χαρακτηρίζεται από την ιατροκεντρική λογική και με βάση αυτή παρατηρούνται, εντοπίζονται, καταγράφονται, διαγιγνώσκονται και κατηγοριοποιούνται τα συμπτώματα της επαγγελματικής εξουθένωσης (σωματικά, ψυχολογικά, συμπεριφορικά), καθώς και οι θεραπευτικές πρακτικές για την αντιμετώπισή τους, ε) δεν συμπεριλαμβάνει, στους αιτιολογικούς παράγοντες του φαινομένου που κατασκευάζει, το επιστημονικό υπόδειγμα που προσδιορίζει τις πρακτικές, τις δομές και τη λειτουργία τους, τις σχέσεις των επαγγελματιών μεταξύ τους ή με τον πληθυσμό που εξυπηρετούν· πρόκειται ακριβώς για εκείνο το υπόδειγμα που θεωρείται σταθερό και αμετάβλητο αναδεικνύοντας την «ουδετερότητα» και «αντικειμενικότητά» του σε βασικό ιδεολογικό πυλώνα όλης της θεωρίας, στ) το άτομο αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εργάζεται αυτό, αποσπώνται και αυτονομούνται αυθαίρετα από το εκάστοτε ιστορικό-πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο και ζ) ο ανθρώπινος πόνος, η φροντίδα του πάσχοντα ή η κάλυψη αναγκών των συνανθρώπων μας θεωρούνται ως οι κύριοι επιβαρυντικοί παράγοντες. Δηλαδή, ο ανθρώπινος πόνος και η ανθρώπινη ανάγκη αποκτούν αιτιολογικά χαρακτηριστικά ως προς την πρόκληση καθαυτού του φαινόμενου της επαγγελματικής εξουθένωσης.

Η φροντίδα και η προσφορά στον άνθρωπο εκλαμβάνονται a priori ως μία παθογόνος συνθήκη, η οποία προκαλεί συγκεκριμένα «συμπτώματα» και διαμορφώνει την «κλινική εικόνα» στη διαταραχή του Burnout!!! Η ανάδειξη της απασχόλησης με τον ανθρώπινο πόνο ή την ανθρώπινη ανάγκη σε παθογενετικό παράγοντα και η νοσογραφική της αποτύπωση μόνον την υπαρξιακή απομάκρυνση του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό και τη φύση του θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει. Αυτό αποκαλύπτει και τη μετατροπή της αλλοτρίωσης σε ψυχολογική διαταραχή.

Τα θεωρητικά μοντέλα που χαρακτηρίζονται από τη μετατροπή του υποκειμένου σε  αντικείμενο, ανεξάρτητα αν χαρακτηρίζονται ως βιολογικά, ψυχολογικά, βιοψυχοκοινωνικά ή «εναλλακτικά-κριτικά» (όπως π.χ. η λεγόμενη Ανάλυση Λόγου, το θεσμοθετημένο «επιστημονικό κουτσομπολιό») ενισχύουν νομοτελειακά τη διεργασία αλλοτρίωσης, δηλαδή την αποξένωσή μας από τον άλλον και ταυτόχρονα από τον εαυτό μας.

Η ειδοποιός διαφορά της θεωρίας του Burnout από τις άλλες ψυχολογικές θεωρίες είναι ότι σε αυτή αντικειμενοποιείται και μετατρέπεται ο ίδιος ο ειδικός/επαγγελματίας σε εν δυνάμει πάσχον υποκείμενο εξ αιτίας της απασχόλησής του με τον ανθρώπινο πόνο ή την ανθρώπινη ανάγκη. Χαρακτηριστική στιγμή ενός αυτό-εγκλωβισμού!!! Έτσι, ως πάσχουσα πλέον οντότητα θα πρέπει να τύχει εκείνης της φροντίδας ή της διαχείρισης που μέχρι πρότινος επιφύλασσε για τους άλλους. Επικυρώνονται, λοιπόν, η οικουμενικότητα της θεωρητικής κατασκευής και η  καθολικότητα των εργαλείων και τεχνικών αντιμετώπισης μιας κατασκευασμένης κλινικής εικόνας. Η ψυχολογικοποίηση της αλλοτρίωσης ολοκληρώνεται χωρίς να θυσιάζεται το επιστημονικό παράδειγμα και χωρίς να θίγεται το θεσμικό και το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο.

Ο κυρίαρχος επιστημονικός τρόπος σκέψης συμβάλλει ώστε και εμείς, είτε ως  μαθητές, είτε ως φοιτητές, είτε ως εκπαιδευτές, είτε ως επαγγελματίες σε διάφορες υπηρεσίες να δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιούμε τον τρόπο με τον οποίο υφιστάμεθα τη διαδικασία αλλοτρίωσης. Εσωτερικεύουμε –ό,τι χειρότερο- όλη αυτή τη λογική της αλλοτρίωσης και γινόμαστε όχι μόνον αποδέκτες αλλά και φορείς της. Ιδιαίτερα αισθητή είναι αυτή η συνθήκη στο χώρο των σημερινών πανεπιστημίων ο οποίος, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις, αναπαράγει την επιστημονική κληρονομιά με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να την αφοπλίζει ακόμα και από τα νεωτερικά στοιχεία που κάποτε τη χαρακτήριζαν. Εξαιτίας δε της κατασκευής και αναπαραγωγής εξουσιαστικών μηχανισμών και σχέσεων έξω από το πεδίο της αναζήτησης της γνώσης και της κοινωνικής χρησιμότητας ο μεν πανεπιστημιακός βολεύεται σε μια δουλειά και σε μια απαξιωμένη πλέον κοινωνικά θέση, οι δε φοιτητές συναινούν στην καταστροφή της πιο δημιουργικής περιόδου της ζωής τους με αντάλλαγμα ένα πτυχίο. Συμμορφώνονται και υποτάσσονται σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο που τους καλλιεργεί την ψευδαίσθηση επαγγελματικής αποκατάστασης και μάλιστα σε μια κατεύθυνση σύνδεσης του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας και όχι με την κοινωνία και τον άνθρωπο.

                

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι συζητήσεις που γίνονται τα τελευταία χρόνια, σε διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις, ως προς την αναγνώριση και κατάταξη του Burnout στις επαγγελματικές ασθένειες και την κατάταξη επαγγελμάτων που σχετίζονται με αυτές στα «βαρέα και ανθυγιεινά». Ακραίο δε παράδειγμα  αλλοτρίωσης είναι αυτό που συναντάμε στο χώρο της ψυχικής υγείας. Όπου για παράδειγμα, στα πλαίσια αναπαραγωγής του μύθου για την επικινδυνότητα του πάσχοντος υποκειμένου, υποχρεούται ή εξαναγκάζεται ο νοσηλευτής να καθηλώσει τον συνάνθρωπό του. Θεωρείται -και από τους συνδικαλιστές πολλές φορές- ότι ασκεί ένα «βαρύ και ανθυγιεινό» επάγγελμα και όχι μια αυθαίρετη και στυγνή πράξη βίας που προκύπτει από ένα συγκεκριμένο ψυχιατρικό μοντέλο το οποίο και μεταφράζει με τον «επιστημονικό» του λόγο την άσκηση βίας σε απολιτική, αποϊδεολογικοποιημένη  και ουδέτερη «θεραπευτική πράξη». Αντί λοιπόν  να διεκδικούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την υποστήριξη των συνανθρώπων μας με σεβασμό στην προσωπικότητά τους, στα δικαιώματά τους και στην αξιοπρέπειά τους, αναπαράγονται συνθήκες βίας, ενοχοποιούνται άνθρωποι που βιώνουν δυσκολίες στη ζωή τους και γίνονται κυριολεκτικά αντιληπτοί ως αιτία πρόκλησης επιβαρυντικών συνθηκών για τους εργαζόμενους. Με την ολοκληρωτική παράδοση του εμπλεκομένου σε αυτή τη διεργασία αποξένωσης και την απουσία κάθε αντίστασης προκύπτει και το ιδεολογικό παράδοξο που συναντούμε ως πρακτική στους ψυχιατρικούς χώρους, το γνωστό  «Το πρωί καθηλώνουμε, το βράδυ διαδηλώνουμε». 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επίσης, αποκτά η ερευνητική έξαρση και οι συζητήσεις που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και ιδιαίτερα για τις Μ.Ε.Θ. (Μονάδες Εντατικής Θεραπείας) ή τις Μ.Α.Θ. (Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας). Με πλήρη «επιστημονική» κάλυψη και με την ενεργοποίηση  της θεωρίας του Burnout μεταλλάσσονται, ως εκ θαύματος, οι εξοντωτικές συνθήκες  εργασίας ή η διαρκής έλλειψη προσωπικού και οι απαράδεκτες πολιτικές υγείας -τόσο γενικά στον τομέα υγείας όσο και στον ιδιαίτερα κρίσιμο τομέα των εντατικών- σε ψυχολογικό πρόβλημα των εργαζομένων (ιατρών και νοσηλευτών). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδεολογικής χρήσης της συγκεκριμένης θεωρίας, δηλαδή της ενοχοποίησης των εργαζομένων, της ατομίκευσης του προβλήματος και της αυθαίρετης απόσπασής του από το συνολικό του πλαίσιο (σύστημα υγείας, πολιτικές υγείας). Και όταν το πρόβλημα γίνει αποδεκτό ως ψυχολογικό, τότε η απομάκρυνση από την πραγματικότητα, άρα και η αποξένωση βρίσκει την ολοκλήρωσή της στην Ψυχολογία-Ψυχοθεραπεία (ομάδες, βιωματικά, ψυχολογική υποστήριξη) ή στην εξαργύρωση της επιβάρυνσης με  άλλα ανταλλάγματα. Μία προσβολή και απαξίωση τόσο των εργαζομένων όσο και της αξίας της ζωής των ίδιων των περιθαλπόμενων. Κατασκευάζονται έτσι συνθήκες που δεν σέβονται ούτε τους λειτουργούς υγείας, ούτε τους νοσηλευόμενους. Κατ’ επέκταση, γίνονται αποδεκτές εκείνες οι πολιτικές υγείας που απαξιώνουν συστηματικά τη δημόσια υγεία και δημιουργούν τις συνθήκες για την προώθηση της εμπορευματοποίησής της· της μετατροπής ενός αγαθού από  ανθρώπινο δικαίωμα σε εμπόρευμα με αποτέλεσμα να ακυρώνεται η καθολικότητα του δημόσιου συστήματος υγείας και να αυξάνεται γεωμετρικά ο ιδιωτικός τομέας. [4]

Άπειρα είναι επίσης τα παραδείγματα από τις εκπαιδευτικές-επιμορφωτικές πολιτικές διαφορών οργανισμών που ασχολούνται με τον ψυχοκοινωνικό τομέα (εξαρτήσεις, ψυχική υγεία, κ.λπ.). Εδώ μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης του νέου αλλά και του παλαιού προσωπικού (κατά προτίμηση ομαδική/βιωματική) καταλαμβάνει η πρόληψη ή η αντιμετώπιση του «καταγεγραμμένου» Burnout. To ιδεολογικά ζητούμενο σε αυτές τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες δεν είναι η ενεργοποίηση του ατόμου, η δημιουργική του εμπλοκή και η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης αλλά η συναίνεσή του ότι αποτελεί ένα εν δυνάμει «πρόβλημα» σε ένα εξ ορισμού επιβαρυντικό περιβάλλον. Η διαπίστωση του κινδύνου ανοίγει εντέχνως τον δρόμο της ψυχολογικοποίησης και της θεραπευτικής αιχμαλωσίας. Ο διαθέσιμος θεραπευτικο-τεχνολογικός εξοπλισμός είναι πλούσιος. Έτσι μετατρέπεται σε πρόταγμα η «ανάπτυξη» και «ωρίμανση» του υποκειμένου μέχρι του σημείου της πλήρους αφομοίωσης των θεωριών και πρακτικών του πλαισίου, δηλαδή της συμμόρφωσής του σε ένα παγιωμένο πλαίσιο. Ενώ δηλαδή πιστοποιείται η παθογένεια του περιβάλλοντος, ενοχοποιείται ταυτόχρονα ο ανθρώπινος πόνος και η ανθρώπινη ανάγκη. Η αναγνώριση αυτής της επιβάρυνσης ανταμείβεται και προβάλλει το συνδικαλιστικό αίτημα των επιδομάτων (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τρεις επιπλέον μέρες άδειας ετησίως για την «επαγγελματική εξουθένωση» στους εργαζόμενους σε δομές του ΟΚΑΝΑ). Επί πλέον πραγματοποιούνται σεμινάρια, αναλύονται οι θεωρίες, περιγράφονται τα συμπτώματα, προτείνονται πρακτικές αντιμετώπισης και όλοι υποδύονται τα θύματα ή τα εν δυνάμει θύματα του τέρατος της «Βαρεμάρας». Συνήθως βέβαια εγκαταλείπουν τα σεμινάρια περισσότερο κουρασμένοι από πριν και έτσι επιβεβαιώνονται εκ νέου οι προφητείες της συγκεκριμένης θεωρίας!!!

Δεν είναι τυχαίο που δεν συναντούμε πρακτικές που να προκύπτουν και να προτείνονται από αυτές τις θεωρίες και οι οποίες να οδηγούν τους εργαζόμενους στην ανατροπή ή στην κατάργηση του συστήματος, της δομής ή της υπηρεσίας που εργάζονται. Γιατί, στην περίπτωση αυτή, κατάργηση θα σήμαινε και αμφισβήτηση των ίδιων των θεωρητικών-επιστημονικών μοντέλων στα οποία στηρίζονται. Επειδή όμως, όπως προανέφερα, αυτό δεν εμπεριέχεται στη λογική αυτής της θεωρίας περιορίζεται κανείς σε διακοσμητικού τύπου αλλαγές. Αλλαγές ή καταργήσεις δομών συναντούμε τις περισσότερες φορές με δημοσιονομικά κριτήρια στα πλαίσια της υποβάθμισης π.χ. των υπηρεσιών Υγείας ή Παιδείας και της ιδιωτικοποίησής τους. Αναφερόμαστε δηλαδή  στη συντήρηση τόσο των ίδιων των  δομών-θεσμών όσο και στη συντήρηση των διαχειριστών τους. Αυτό είναι και η πεμπτουσία της θεωρίας της «επαγγελματικής εξουθένωσης»: η συντήρηση των διαχειριστών της συντήρησης και κατ’ επέκταση η συντήρηση του ίδιου του συστήματος.

Η θυματοποίησή του ατόμου από τον πόνο ή την ανάγκη του συνανθρώπου του είναι το μέσο ολοκλήρωσης της αλλοτρίωσής του από τον ίδιο του τον εαυτό. Στην κλασική κατά τον Μαρξ αποξένωση του ανθρώπου από το δημιούργημά του, δηλαδή από το προϊόν που παράγει, έρχεται να προστεθεί η αποξένωση από τον ίδιο του τον εαυτό βιώνοντας τον συνάνθρωπό του, δηλαδή και τον ίδιο, ως επιβαρυντικό παράγοντα. Γι’ αυτό και η ίδια η θεωρία του Burnout είναι προϊόν της ίδιας της αλλοτρίωσης που τη χαρακτηρίζει.



* Το άρθρο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας που πραγματοποιήθηκε στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο του κλάδου Κλινικής Ψυχολογίας και Ψυχολογίας της Υγείας της ΕΛΨΕ με θέμα: «Σύγχρονες Εξελίξεις στην εμπειρικά τεκμηριωμένη Κλινική Ψυχολογίας και Ψυχολογία της Υγείας», Θεσσαλονίκη, 9-11.11. 2008.

** Αναπληρωτής καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας Α.Π.Θ., e-mail: trella@psy.auth.gr.

[1] Freudenberger, H. J. (1974). Staff burn-out. Journal of Social Issues, 30, 159-165.

[2] Maslach, C. & Jackson S. E. (1981). The measurement of experienced burnout. Journal of Organizational Behavior. 2, 99-113.

[3] Σε αυτή ακριβώς τη λογική παρατηρούνται τις τελευταίες δεκαετίας πολυάριθμες έρευνες και δημοσιεύσεις αναφορικά με το Burnout. Διαπιστώνει κανείς μια συναίνεση ως προς την συμπτωματοκεντρική προσέγγιση  του ατόμου ή του πλαισίου, αποσπασμένα από το κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον. Τέσσερις είναι οι κυριότερες προσεγγίσεις: 1) Το μοντέλο της Maslach (Maslach & Jackson, 1981, ό.π.), γνωστό και ως «μοντέλο των τριών διαστάσεων», δηλαδή της συναισθηματικής εξάντλησης, της αποπροσωποίησης και της αδυναμίας προσφοράς, 2) Η προσέγγιση των Edelwich & Brodsky [Edelwich J., Brodsky A. (1980). Burn-Out - Stages of Disillusionment in the Helping. New York: Human Sciences Press], οι οποίοι καταγράφουν την εξουθένωση ως διαδικασία που αποτελείται από τις φάσεις του ενθουσιασμού, της αδράνειας, της ματαίωσης και της απάθειας, 3) Το μοντέλο του Cherniss [Cherniss, C. (1980). Staff Burnout - Job Stress in the Human Services. Beverly Hills, California: Sage Publications, Inc], που αναφέρεται σε μια διαδραστική κατάσταση όπου παρατηρείται στο άτομο το εργασιακό άγχος, η εξάντληση και η απάθεια, και 4) Η προσέγγιση των Pines & Aronson, [Pines, A. & Aronson, E. (1981). Career burnout. New York: MacMillan], οι οποίοι διευρύνουν τους τομείς επαγγελματικής εξουθένωσης εκτός από τον τομέα της υγείας και σε άλλους τομείς. Εντοπίζουν και καταγράφουν συμπτώματα τόσο στο σωματικό όσο και  στο ψυχικό επίπεδο.

[4] «Η υγεία είναι ένα υπαρξιακό αγαθό. Είναι μία αξία χρήσης, η οποία στις κοινωνίες μας είναι συλλογική και δημόσια - όμοια με τον αέρα, το πόσιμο νερό, την εκπαίδευση ή την ασφαλή μετακίνηση και τη δικαστική ασφάλεια. Η φροντίδα υγείας είναι μία κοινωνική ανάγκη. Και η κοινωνική οργάνωση της φροντίδας υγείας πρέπει να είναι προσανατολισμένη προς αυτή την ανάγκη - και όχι προς άλλους στόχους και συμφέροντα τα οποία καθορίζονται από την αγορά και τα κέρδη.» [Deppe, H. U. (2007). Παρούσα κατάσταση και προοπτικές των καθολικών συστημάτων υγείας. Κοινωνία & ψυχική Υγεία, 6ο τεύχος, σ. 17].

Πανελλαδική Συσπείρωση για

την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

 


 

Η Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση καταγγέλλει το νέο κουκούλωμα κτηνώδους αστυνομικής βίας, που επιχειρείται με την απαλλακτική ΕΔΕ για τους αστυνομικούς του ΑΤ Καλλιθέας που κακοποίησαν βάναυσα, τον Μάιο του 2007, τον Χρήστο Χρονόπουλο, άτομο με προβλήματα ψυχικής υγείας, προκαλώντας του ανεπανόρθωτες εγκεφαλικές βλάβες, από τις οποίες κινδύνευσε σοβαρά η ζωή του και λόγω των οποίων και έχει καταστεί πλήρως ανάπηρος.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Τύπου (Ελευθεροτυπία 6-2-09), η ΕΔΕ που διενεργήθηκε, στέλνει, για μιαν ακόμη φορά, την υπόθεση στο αρχείο, αφού ‘δεν προέκυψε και η παραμικρή υπόνοια ενοχής και πειθαρχικής ευθύνης εις βάρος κανενός αστυνομικού’. Οτι ο Χρονόπουλος μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση, με περιπολικό από το ΑΤ στο «Θριάσιο»,  απ΄ όπου (μετά από 2 μήνες στην Εντατική και επακόλουθη μακρόχρονη νοσηλεία) βγήκε με σοβαρότατες και αμετάστρεπτες σωματικές και νοητικές αναπηρίες, είναι ‘ανεξήγητο’: προφανώς και πάλι ‘μόνος του χτύπησε’, ‘μόνος του έπαθε κρανιοεγκεφαλική κάκωση’, ‘αυτός φταίει που έμεινε σοβαρά και μόνιμα ανάπηρος’..

Αν και η υπόθεση εκκρεμεί ποινικά ενόψει τη δίκης που θα γίνει (αλλά που, χαρακτηριστικά, αργεί πολύ να γίνει), οι προθέσεις είναι σαφείς. Αυτοί που διενέργησαν την ΕΔΕ αγνόησαν όχι μόνο τις καταθέσεις των συγγενών (και τις μαρτυρίες ότι, όταν συνελήφθη, ήταν καλά στη σωματική υγεία), όχι μόνο την ‘κοινή λογική’ που δείχνει, ακόμα και για τον πιο αδαή, την αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στην κακοποίηση του Χρονόπουλου, αλλά και την αυτεπάγγελτη δίωξη που άσκησε ο εισαγγελέας.

Το νέο κουκούλωμα που επιχειρείται μέσα σε μια περίοδο που η αστυνομία είναι τελείως έκθετη, διάτρητη και κατεξευτελισμένη από τον απροκάλυπτο τρόπο με τον οποίο η ηγεσία της συγκαλύπτει  την βαναυσότητα και τις δολοφονικές ενέργειες των μελών της – ενέργειες τις οποίες, εν τέλει, αυτή η ηγεσία, με αυτή τη συμπεριφορά της, καθοδηγεί και ενθαρρύνει - είναι ένα ακόμα σημάδι που δείχνει ότι η πολιτική και φυσική ηγεσία της ΕΛΑΣ και η κυβέρνηση έχουν αποφασίσει να φτάσουν την αστυνομική βαρβαρότητα, απέναντι σε όλη την κοινωνία, μέχρι τα άκρα.

Η περίπτωση Χρονόπουλου πρέπει να σημάνει πραγματική εξέγερση : η αστυνομική βία κατά των ψυχικά πασχόντων είναι καθημερινή και πραγματοποιείται ως ρουτίνα.

Σαν το Χρονόπουλο, δεκάδες ψυχικά πάσχοντες πέφτουν καθημερινά θύματα ενός βάρβαρου κοινωνικού και ψυχιατρικού συστήματος, ενός συστήματος που έχει αναθέσει στην αστυνομία να εκτελεί εισαγγελικές παραγγελίες για μεταγωγή στα ψυχιατρεία και στις ψυχιατρικές κλινικές για εξέταση και εγκλεισμό. Η βία που ασκείται είναι, συχνά, άνευ προηγουμένου. Είναι οι μόνοι ασθενείς που τους πηγαίνουν στο γιατρό με χειροπέδες. Συχνά, για να μπουν αυτές οι χειροπέδες έχει προηγούμενα ασκηθεί η γνώριμη σε όλους μας αστυνομική βία. Ενίοτε τα σημάδια στο σώμα και στο πρόσωπο του ασθενή είναι εμφανή.

Σε άλλες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στην επαρχία ο ψυχικά πάσχων μπορεί να μείνει για μέρες στο κρατητήριο μέχρι να βρεθεί διαθέσιμη αστυνομική συνοδεία για να τον μεταφέρει στην πλησιέστερη (συνήθως πολύ απόμακρη) ψυχιατρική μονάδα.

Δεν μιλάμε για την ιδρυματική βία, στη βάση της οποίας εξακολουθεί να λειτουργεί ένα βάρβαρο και αναχρονιστικό ψυχιατρικό σύστημα  - μιλάμε για τη βία που υφίστανται μέχρι να εγκλεισθούν σ΄ αυτό.

Όπως η περίπτωση του Αλέξη Γρηγορόπουλου, της Κωνσταντίνας Κούνεβα και των μεταναστών που δολοφονούνται και βάναυσα κακοποιούνται, έτσι και η περίπτωση του Χρήστου Χρονόπουλου πρέπει να σημάνει συναγερμό: καλούμε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις που μάχονται για τα δικαιώματα και ενάντια στην αστυνομική βαρβαρότητα, όλους τους εργαζόμενους στο χώρο της ψυχικής υγείας, τις κινήσεις, τις ομάδες και τους συλλόγους ‘ληπτών των υπηρεσιών’ και οικογενειών για κοινό συντονισμό και οργάνωση της αντίδρασης του κινήματος ενάντια στο νέο κουκούλωμα.

 

14-2-09

Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 1827