Επιστολή παραίτησης του κ. Γ. Γιαννουλόπουλου από την Ειδική
Επιτροπή Ελέγχου-Προστασίας των Δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικές διαταραχές του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

                                                                        AΘΗΝΑ, 18-3-2009

 

Γιαννoυλόπουλος Γεώργιος*                                      Προς

Μέλος της Ειδικής Επιτροπής                                     τον Πρόεδρο της Ειδικής

Ελέγχου-Προστασίας των                                           Επιτροπής Ελέγχου-

Δικαιωμάτων των ατόμων με                                      Προστασίας των

ψυχικές διαταραχές                                                     ατόμων με ψυχικές διαταραχές

                                                                                    κ. Β. ΤΟΜΑΡΑ

 

                                                                                    Κοινοποίηση:  Προς τη

                    Γενική Γραμματέα                                                                                                        Πρόνοιας κ. ΤΡΟΧΑΝΗ

 

ΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗΣ

 

Κύριε Πρόεδρε,

            Παραιτούμενος από μέλος της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου-Προστασίας των Δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικές διαταραχές αισθάνομαι υποχρεωμένος να σας επισημάνω τους λόγους αυτής μου της απόφασης.

            Κατά πρώτον, οι αποφάσεις της Ειδικής Επιτροπής ναι μεν μπορεί να είναι σύμφωνες με το γράμμα του νόμου, αλλά ως χαρακτηρισμένος ψυχασθενής και ως συνειδητοποιημένος πολίτης του κράτους είμαι ιδεολογικά αντίθετος με τα κάθε μορφής κατασταλτικά μέτρα εναντίον οποιουδήποτε μη παρανομούντα πολίτη.  Οποιοδήποτε και να είναι το σκεπτικό της εκβολής τους και ιδιαίτερα αν ο εν λόγω πολίτης χαρακτηρίζεται και ως άρρωστος, όπως οι φυσικές και οι χημικές καθηλώσεις, τα ηλεκτροσόκ (εδώ σας θυμίζω ότι στη Βόρειο Ελλάδα υπάρχει ιδιώτης Κλινικάρχης, τον οποίον λόγω προφανώς εξοικείωσης και εμπειρίας με το αντικείμενο, καλούν ως ειδήμονα σε περιπτώσεις εφαρμογής ηλεκτροσόκ σε συναδέλφους μου) κάτι που θεωρώ ότι είναι πολύ πιο πέρα από αυτό που θα μπορούσα να κατανοήσω ως ιατρική δραστηριότητα, με τα λεγόμενα «ήσυχα δωμάτια θεραπευτικής απομόνωσης, γνωστά από τον τύπο ως «λευκά κελιά», με προδιαγραφές τις οποίες και βρίσκω ανατριχιαστικές με τις εισαγγελικές παραγγελίες για αναγκαστική νοσηλεία μη παρανομούντων πολιτών και με τον τρόπο και το σκεπτικό που εφαρμόζονται, με την τοποθέτηση καμερών στις νοσοκομειακές και εξωνοσοκομιακές στεγαστικές Δομές Δημόσιες και Ιδιωτικές με τη δικαιολογία της ασφάλειας και της έλλειψης προσωπικού. 

            ΄Όλα αυτά συσσωρευτικά μ’ έκαναν να αποφασίσω να παραιτηθώ από Μέλος της Επιτροπής γιατί η γωνία που βλέπω εγώ τα παραπάνω πιστεύω ότι διαφέρει ριζικά από τη γωνία που τα βλέπουν τα άλλα μέλη της Επιτροπής και η απόφασή μου αυτή είναι σύμφωνη με τις αρχές μου και πιστεύω και με το συμφέρον των συναδέλφων μου, αν και ομολογώ ότι ίσως και να καθυστέρησε.

            Κατόπιν τούτου, δε θεωρώ ότι η παρουσία μου στην Επιτροπή εξυπηρετεί κάποιον θετικό σκοπό, όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι, αντίθετα είναι δυνατόν να αποβεί αρνητική για το άτομό μου και να θεωρηθεί, και έχει θεωρηθεί, ότι και μόνον η παρουσία μου σημαίνει ότι έχω κάποιο βαθμό συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, με τις οποίες όπως προανέφερα είμαι και ιδιαίτερα αντίθετος.

 

 

                                                                                    Γιαννουλόπουλος Γεώργιος

                                                                                    Μέλος του Σωματείου

                                                                                    ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ  

*Ο Γιαννουλόπουλος Γιώργος είναι και

Ιδρυτικό μέλος της Πανελλήνιας Επιτροπής

(πρώην) Χρηστών και Επιζώντων της Ψυχιατρικής

ΨΝΑ ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ

ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343

Τηλ. Επαφής 210-5404162-163

e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.                      

Χαϊδάρι 13/12/2007

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ- ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

Η Γενική Συνέλευση των απασχολούμενων-χρηστών Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στα εργαστήρια και τις ΘΕραπευτικές ΣΥνεργατικές ΜΟνάδες (ΘΕ.ΣΥ.ΜΟ) του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής «ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ» αποφάσισε την πραγματοποίηση πενθήμερης ΣΤΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ από 14/12/2007 έως 20/12/2007 διεκδικώντας:

 

  1. Αμεση καταβολή του πενιχρού ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΥ επιδόματος (117-176 ευρώ το μήνα), το οποίο ΕΠΑΨΕ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΑ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο εδώ και 1 χρόνο, ενώ εμείς συνεχίζουμε να εργαζόμαστε κανονικά, ανασφάλιστοι και χωρίς καμία αύξηση εδώ και πολλά χρόνια.
  2. Αύξηση του παραπάνω ποσού (το οποίο για τους περισσότερους από εμάς αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος) ώστε να ανταποκρίνεται στοιχειωδώς στις ανάγκες μας.
  3. Εξομοίωση των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης με τις εργασιακές συνθήκες των θεσμοθετημένων από το Υπουργείο Υγείας,   ΚΟΙνωνικών  Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης. (ΚΟΙ.Σ.Π.Ε).

 

Ο καθένας από εμάς κάνει έναν αγώνα για ένταξη στο κοινωνικό σύνολο και ισότιμη μεταχείριση . Εμείς ανταποκρινόμαστε εδώ και χρόνια στις θεραπευτικές και εργασιακές υποχρεώσεις μας γι΄ αυτό ζητούμε και αντίστοιχη αντιμετώπιση από την πλευρά της πολιτείας.

 

Η ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΥΛΕΥΣΗ ΤΩΝ

ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΘΕ.ΣΥ.ΜΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ

ΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ «ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ»

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

-          Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

-          Γραφείο και Επιτροπή Προστασίας των δικαιωμάτων των

Ατόμων με Ψυχικές διαταραχές.

-          Δ.Σ. ΨΝΑ «ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ»

-          Γραφείο Διοικητή

-          Γραφείο Αναπληρωτή Διοικητή

-          Επιστημονικό Συμβούλιο

-          Διεύθυνση Ιατρικής Υπηρεσίας

-          Νοσηλευτική Διεύθυνση

-          Διοικητική Διεύθυνση

-          Υποδιεύθυνση Οικονομικού

-          ΘΕ.ΣΥ.ΜΟ.

-          Υπεύθυνους εργαστηρίων και Μονάδων

-          Σωματείο Εργαζομένων ΨΝΑ «ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ»

-          Τριμελή Επιτροπή ΕΙΝΑΠ

-          Κ.Σ. ΕΙΝΑΠ


 Ζητούνται Γιατροί...

και άλλοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, που να θέλουν να υποστηρίξουν ανθρώπους με ψυχιατρική εμπειρία στην σταδιακή απεξάρτησή τους από χημικά ψυχοφάρμακα και την απόκτηση ή  διατήρηση της ψυχικής τους υγείας χωρίς χημικά μέσα.

 Η πρόσκληση αυτή δεν αποτελεί παρότρυνση προς κάποια πρόσωπα να σταματήσουν τη χρήση ψυχοφαρμάκων, αλλά αποσκοπεί στη διευκόλυνση αυτών που έχουν ήδη αποφασίσει να το κάνουν, ώστε να το επιτύχουν μειώνοντας κατά το δυνατόν τους κινδύνους που απειλούν την υγεία τους από μια ξαφνική και χωρίς πληροφόρηση διακοπή.

 Είναι ευρέως γνωστό ότι περίπου το 50% των χαρακτηρισμένων ως ψυχικά αρρώστων σταματούν περιστασιακά ή οριστικά μόνοι τους τα ψυχοφάρμακα. Σύμφωνα με τον Νόμο 2071/92, άρθρο 47, κεφ. Δ΄, αυτό έχουν το δικαίωμα να το κάνουν, όπως και το να επιλέγουν ελεύθερα τις μορφές θεραπείας που θα επιτρέψουν να εφαρμοστούν πάνω τους σε περιπτώσεις ψυχικών κρίσεων. Είναι επίσης γνωστό ότι υπάρχουν παγκόσμια θεσμοποιημένες εναλλακτικές προτάσεις για ξεπέρασμα ψυχικών κρίσεων χωρίς ψυχοφάρμακα ή με χρήση τους αποκλειστικά και μόνο με πληροφορημένη συναίνεση των ενδιαφερομένων. Λόγω της γενικευμένης αρνητικής στάσης της κοινής γνώμης στην εκδοχή αυτή, επεξεργασίας ψυχικών κρίσεων χωρίς ψυχοφάρμακα, οι άνθρωποι που επιθυμούν να τα σταματήσουν και οι οικογένειές τους αναγκάζονται να βρεθούν εκτεθειμένοι σε σοβαρούς κινδύνους της ψυχικής και σωματικής τους υγείας, όταν αυτό το κάνουν απληροφόρητοι και χωρίς στήριξη.

 ΤΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, προσκαλεί ψυχιάτρους και άλλους γιατρούς, καθώς και άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, οι οποίοι ενδιαφέρονται να υποστηρίξουν αυτούς τους ανθρώπους στον αγώνα και το δικαίωμά τους για μια μη φαρμακευτική διαπραγμάτευση του ψυχικού τους πόνου, να επικοινωνήσουν με το Παρατηρητήριο, για να δηλώσουν τη διαθεσιμότητά τους, να ζητήσουν περισσότερες πληροφορίες, να συζητήσουν μαζί μας, και να συνδιαμορφώσουμε κριτικά και συλλογικά τη δημιουργία ενός δικτύου υποστήριξης προς άμεσα ενδιαφερομένους με αυτό το αίτημα, καθώς και προς τις οικογένειές τους, σε διάφορα μέρη της  χώρας.

To Παρατηρητήριο βρίσκεται σε διασύνδεση με αντίστοιχες πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και υπάρχει η δυνατότητα και η πρόθεση άμεσης ανταλλαγής εμπειριών και εκπαίδευσης της ομάδας που θα δημιουργηθεί από έμπειρους συναδέλφους άλλων χωρών.

 

Τηλ. Επαφής: 6949500133

Ηλ. Διεύθυνση επαφής: paratiritiriopsy@yahoo.com

Hλ. Διεύθυνση: http://www.paratiritiriopsy.org/                                     Οκτώβρης 2007

 

«Δωμάτια απομόνωσης η πλαίσιο θεραπείας;»

Γ. Κοκκινάκος

 

 

 

«Κάτι ήθελε να πει ο άνθρωπος εκείνος,

Κάτι τραύλιζε

Μα εγώ βιαζόμουν»

 

Τίτος Πατρίκιος 

 

 

Ίσως δεν παίρνουμε πολλές φορές υπ' όψη  ότι η αυτονόητη ικανότητα κάθε ατόμου να συνειδητοποιεί, να υπερασπίζεται και να καρπούται  κάθε βασικό του δικαίωμα, στον ψυχιατρικό ασθενή πολλές φορές χάνεται.

Αυτό είναι η αιτία της καταπάτησης δικαιωμάτων στα ψυχιατρεία -και όχι μόνο-. Είναι η διαμεσολάβηση της ψυχιατρικής που καθαγιάζει κάθε παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών και τα «τοποθετεί» σε θεραπευτική βάση.

Στη χώρα μας συμβαίνει ευρεία καταπάτηση δικαιωμάτων  και αυτό δεν είναι μόνο θέμα Διοίκησης,Υπουργείου. Είναι και θέμα της ψυχιατρικής κοινότητας η οποία πρέπει να πάψει να τοποθετεί το θέμα σε παρένθεση και να το ανοίξει για συζήτηση.

Κανείς δεν πιστεύει σήμερα ότι το  στύστημα μεταγωγών για τους ασθενείς με αναγκαστική νοσηλεία είναι κάτι επιτρεπτό για μια σύγχρονη ψυχιατρική κουλτούρα.

Κανείς δεν πιστεύει ότι οι καθηλώσεις και όλα τα περιοριστικά μέτρα που συμβαίνουν καθημερινά σε ολόκληρο το ελληνικό ψυχιατρικό σύστημα  έχουν θεραπευτική βάση.

Φυσικά και πρέπει οι συνθήκες νοσηλείας να παρέχουν ασφάλεια. Αλλά η εγκύκλιος  του Υπουργείου για τα  « δωμάτια απομόνωσης» βοηθά στο να μπει ο τόνος  στην «φυλακτική διάσταση» της ψυχιατρικής και δεν ευοδώνει  διεργασίες αλλαγής του ψυχιατρικού παραδείγματος που είναι το μεγάλο ζητούμενο.

Δεν είναι το θέμα οι εγκαταστάσειςαλλά μια άλλη ψυχιατρική . Μια διαφορετικού τύπου συνάντηση με την «τρέλα». Η τρέλα είναι τρόπος του υπάρχειν  στον κόσμο. Κάθε σύμπτωμα θέλει ανάγνωση, όχι καταστολή.

Μια ανάγκη του ικανοποιεί ο άρρωστος  άνθρωπος μέσα από τα συμπτώματα του.

Θεραπεία είναι η συνοδοιπορεία του ειδικού να βοηθήσει τον άρρωστο να ικανοποιήσει αυτή του την ανάγκη με έναν πιο συμβατό τρόπο. Και όχι να τον εγκλείει, να τον αποκλείει, να τον περιθωριοποιεί.

Η ανησυχία, η διέγερση και ότι πολιτογραφείται πολύ πρόχειρα από τον ειδικό στην πρώτη επαφή του οδυνώμενου πάσχοντος  υποκειμένου  ως ακραία και επικίνδυνη συμπεριφορά τις περισσότερες φορές είναι η απάντηση στην θεσμική βία. Και δεν είναι μόνο η ακραία σωματική βία, αλλά και η ογκώδης και αδυσώπητη βία της καθημερινότητας για όσους πήγαν για μια επίσκεψη και κάθισαν χρόνια ολόλκληραστο ψυχιατρείο.

Συνεπώς εκείνο που χρειαζόμαστε σήμερα -και το Υπουργείο μπορεί να διαμορφώσει  τους όρους- είναι να ανοίξει η συζήτηση για τη σχέση δικαιώματα ασθενών και θεραπεία.

 

Οκτώβρης 2007


 

Αν και στα λόγια, όλοι όσοι εμπλέκονται στην «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» συμφωνούν ότι δεν πρέπει να υπάρξει κανένας συμβιβασμός με το ρατσιστικό φαινόμενο και ότι το δικαίωμα της κοινωνικής επανένταξης των ψυχικά πασχόντων είναι αδιαπραγμάτευτο, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι, όπως πάντα, τα λόγια και οι διακηρύξεις δεν φτάνουν και ότι, παρά τις λεγόμενες «εκστρατείες κατά του στίγματος», η πολιτική που ακολουθούν το Υπουργείο Υγείας και οι τεχνοκράτες που σχεδιάζουν και υλοποιούν τα σχετικά προγράμματα, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην αντιμετώπιση του φαινομένου, αλλά μάλλον το πυροδοτεί και το αναπαράγει.  

Παρόλο που είναι φανερό  ότι οι αντιδράσεις ενάντια στην εγκατάσταση, σε διάφορες περιοχές, ξενώνων και οικοτροφείων έχουν κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές ρίζες, η εκστρατεία για την «καταπολέμηση του στίγματος» και για την «ευαισθητοποίηση» της «κοινής γνώμης» εξακολουθεί να περιορίζεται 

-  σε συμβολικές εκδηλώσεις, που παίρνουν τη μορφή πολυδάπανων «γκαλά» όπου, εν απουσία, ή με περιθωριακή / προσχηματική παρουσία, των ίδιων των ενδιαφερομένων, διάφοροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες επιδίδονται στη φιλανθρωπία, την ίδια στιγμή που, με την πολιτική, την ψηφοθηρική και την οικονομική τους δραστηριότητα, αναπαράγουν τους όρους του κοινωνικού αποκλεισμού

- σε κάποιες ενημερωτικές ομιλίες και άλλες «διαφωτιστικού» περιεχομένου δραστηριότητες, που, παρά τη χρησιμότητά τους ως επικουρικού μέσου, δεν εντάσσονται παρά στο απλοϊκό μοντέλο μεταβολής της συμπεριφοράς, που θεωρεί σαν δεδομένο ότι, «αν πληροφορήσεις τους ανθρώπους, αυτοί θα ενεργήσουν σύμφωνα με αυτές τις πληροφορίες».(1) Ένα τέτοιο μοντέλο αποτυγχάνει να ενσωματώσει την καθοριστική δομική παράμετρο της κοινωνικής δράσης - είναι ατομικιστικό (απευθύνεται στον πληθυσμό ως άτομα) και ιδεολογικά προσαρμοσμένο στην ίδια την κοινωνική (ταξική, ανταγωνιστική) βάση από την οποία πηγάζει το φαινόμενο, που υποτίθεται ότι θέλει να καταπολεμήσει.(2) 

Οι αντιδράσεις ενάντια στην εγκατάσταση των ξενώνων έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τις ρατσιστικές διακρίσεις κατά των μεταναστών και άλλων ομάδων. Εχει, ωστόσο, σημασία να γίνεται η διάκριση ανάμεσα στο φόβο και την άγνοια, που υπάρχουν σε πλατειά φτωχά στρώματα (πιεσμένα από την ανεργία, την ανέχεια και την υποβάθμιση) και στην επεξεργασία / εκμετάλλευση αυτών των φόβων και της άγνοιας από διάφορες ελίτ με συγκεκριμένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα (ας μην ξεχνάμε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, δημοτικές παρατάξεις ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, της καθεστωτικής αριστεράς συμπεριλαμβανομένης, ψήφισαν κατά της ίδρυσης στεγαστικών δομών στην επικράτεια του Δήμου τους).

Το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού και των ρατσιστικών διακρίσεων κατά των ψυχικά πασχόντων δεν είναι καινούργιο : αυτό ήταν η πηγή του μακρόχρονου εγκλεισμού των «μη παραγωγικών» πολιτών στο ψυχιατρικό άσυλο, με τη μεσολάβηση μιας ψυχιατρικής πρακτικής, που λειτουργεί για τον έλεγχο των ανεπιθύμητων συμπεριφορών και των ποικίλων απειλών για την κοινωνική Τάξη.

Η Ψυχιατρική, όπως βαθμιαία συγκροτείται από τις αρχές του 19ου αιώνα, σύντομα «μολύνεται», στις έννοιες και στις πρακτικές της, από ρατσιστικές προκαταλήψεις  - που πηγάζουν από ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων ταξικό, ανταγωνιστικό και εκμεταλλευτικό και διαποτίζουν τη βιολογία και τις κοινωνικές επιστήμες (κοινωνικός δαρβινισμός κλπ) - ανάμεσα στις οποίες προεξάρχουσα είναι η αντίληψη της ψυχικής αρρώστιας ως «κατωτερότητας» (αντίληψη που προήλθε από τις θεωρίες περί «εκφυλισμού» του 19ου αιώνα) και της «διαφορετικότητας» ως μιας αρνητικής ιδιότητας.

Όπως όλα τα κοινωνικά στρώματα που ορίστηκαν ως «παρεκκλίνοντα» (όλοι αυτοί που αδυνατούν ή αρνούνται να προσαρμοστούν στον εκάστοτε, ιστορικά δοσμένο, καταμερισμό της εργασίας), έτσι και ο ψυχικά πάσχων, ο τρελός (ως μια από τις κατ΄ εξοχήν εκφράσεις του ευρέως φάσματος των παρεκκλινόντων) αντιμετωπίστηκε, από παλιά, με δύο, συμπληρωματικούς μεταξύ τους, τρόπους: η θεραπεία, από τη μια, η εκμηδένιση, από την άλλη.

Θεραπεία, υπό μιαν ευρεία, κοινωνιολογική έννοια, είναι η εφαρμογή ενός συστήματος εννοιών και πρακτικών που εξασφαλίζει ότι οι πραγματικοί (ή, οι εν δυνάμει) παρεκκλίνοντες θα παραμένουν εντός των λεγόμενων «θεσμοποιημένων ορισμών της πραγματικότητας»,(3) της «κανονικότητας» που αποδέχεται και επιβάλει η εκάστοτε επικρατούσα κοινωνική Τάξη (ορισμών, ερμηνειών και μηχανισμών που δεν επιβάλλονται μόνο, αλλά και εσωτερικεύονται μέσα από την διαδικασία της κοινωνικοποίησης του ατόμου από την παιδική του ηλικία). Σ΄ αυτό τον ορισμό είναι προεξάρχουσα η παράμετρος της «συμμόρφωσης», που, στο πεδίο της Ψυχιατρικής, αποτελεί, διαχρονικά, βασική συνιστώσα, ενίοτε μοναδική, της θεραπευτικής της πρακτικής. Γι΄ αυτό χρειάζεται να υπάρχει κριτική στάση, εγρήγορση και ανίχνευση των εκάστοτε «νομιμοποητικών», κανονιστικών μηχανισμών, στο εσωτερικό των ασκούμενων θεραπευτικών πρακτικών και της λειτουργίας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας - μηχανισμών, οι οποίοι δρουν «ομαλοποιητικά», ως προσαρμογή στο εκάστοτε δοσμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, στο εσωτερικό των αντιφάσεων του οποίου αναδύεται ο ψυχικός πόνος («Επανορθωτική» Ψυχιατρική και ΨΚΑ). 

Αλλά, ενώ η θεραπεία χρησιμεύει για να  κρατάει τους πάντες μέσα στην επικρατούσα κοινωνική Τάξη και στους ορισμούς που αυτή δίνει για τα πραγματικό και το κανονικό, η εκμηδένιση αποκοπεί στη εξολόθρευση οποιουδήποτε είναι (ή ωθείται) εκτός αυτής της Τάξης.(4) Η εκμηδένιση αρνείται την πραγματικότητα κάθε φαινομένου και κάθε ερμηνείας που δεν ταιριάζει την επικρατούσα κοινωνική Τάξη.  Αποδίδει στον παρεκκλίνοντα μιαν αρνητική ιδιότητα και χρησιμοποιείται εκεί όπου κρίνεται άσκοπη (ή, μη επιθυμητή, πλέον) η, υπό την ευρεία έννοια, θεραπευτική αντιμετώπιση (ξένοι, ψυχασθενείς κλπ).  Μ΄ αυτό τον τρόπο, η απειλή εξουδετερώνεται με την απόδοση ενός κατώτερου οντολογικού καθεστώτος σε κάθε τι που υπάρχει έξω, ή που αμφισβητεί την επικρατούσα Τάξη πραγμάτων και τους ορισμούς της για το «κανονικό».(5) Οι άνθρωποι αυτοί ορίζονται ως μετέχοντες λιγότερο στο  «ανθρώπινο».

Η κίνηση από την  εκμηδένιση στη θεραπεία, ή, αντίθετα, το προχώρημα στη φυσική  εξόντωση, όπως έχουμε δει μέσα στην ιστορία, δεν είναι παρά ένα πρακτικό ζήτημα πολιτικής και συγκυρίας.

Είναι, επομένως, σημαντικό να μπορέσουμε, ενάντια στην κρατούσα λογική, να δούμε τον ψυχικά πάσχοντα πέρα από διαγνωστικές ετικέτες,  ως μια ανθρώπινη ύπαρξη, που μετέχει στον ίδιο κόσμο στον οποίο μετέχει και ο «υγιής». Και είναι, επίσης, σημαντικό να δούμε ότι η ταυτότητα του «υγιή», αυτού που αποκλείει, είναι μια αντιφατική ταυτότητα. Είναι, δηλαδή, μια «επισφαλής» ταυτότητα (της αποδεκτής «υγείας», όπως της θρησκείας, του έθνους, της φυλής, του σεξουαλικού προσανατολισμού κλπ) που κάνει ν΄ αναδυθεί η επιθυμία της «καθαρότητας»,(6) η ανάγκη απομάκρυνσης εκείνου του κομματιού του εαυτού που προκαλεί φόβο, δεν ξέρουμε πώς να το ελέγξουμε και που οδηγεί στην προβολή του στον «άλλο». Μέσα σε μια κοινωνία που βασίζεται στον ταξικό ανταγωνισμό, κατασκευάζονται πάντα περιοχές για τον έλεγχο των εσωτερικών της αντιφάσεων - στρατόπεδα συγκέντρωσης, ψυχιατρεία, διάφορα απαρτχάϊντ και γκέτο, αλλά και πιο αφανείς μορφές διακρίσεων - όπου υλοποιείται ο αποκλεισμός του «άλλου».(7) Η «επισφαλής ταυτότητα» πηγάζει από ιστορικά προσδιορισμένες «επισφαλείς κοινωνικές συνθήκες» (επισφαλής εργασία, ανεργία, μετανάστευση, εθνικές  διαιρέσεις, πόλεμος και καταστολή, κατάρρευση των παραδοσιακών συλλογικοτήτων κλπ). Η «καταπολέμηση του στίγματος» δεν είναι, επομένως, ένα ζήτημα «πειστικής επιχειρηματολογίας»: το πρόβλημα πρέπει ν΄ αντιμετωπιστεί στην πηγή του.   

Με την Αποϊδρυματοποίηση, ο χρόνιος έγκλειστος του ασύλου εντάσσεται σε μια κοινωνία όπου λειτουργούν οι ίδιοι νόμοι της κερδοφόρας αναπαραγωγής του κεφαλαίου, οι ίδιες αλλοτριωμένες και αλλοτριωτικές σχέσεις, οι ίδιες διαδικασίες του κοινωνικού αποκλεισμού, που βρίσκονταν και πίσω από το γεγονός του εγκλεισμού - και μάλιστα, στις συνθήκες, πλέον, της όψιμης παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού, στο πλαίσιο της οποίας εκδηλώνονται με πρωτοφανώς βάρβαρες μορφές.

Αυτό σημαίνει ότι, όπως η πρακτική του μακρόχρονου εγκλεισμού των ψυχικά πασχόντων δεν ήταν μόνο ένα επιστημονικό / τεχνικό ζήτημα, αλλά, επίσης, μια κοινωνική πρακτική (ένα ζήτημα νομικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό), έτσι και η κοινωνική τους αναπαραγωγή δεν μπορεί να αναχθεί σε μια μονοδιάστατη τεχνική / θεραπευτική διαδικασία. Είναι συνυφασμένη με μια βαθιά κοινωνική μεταρρύθμιση όπου, ο άνθρωπος που υποφέρει ψυχικά, βρίσκει «χώρο» για να βιώσει την οδύνη του και τη «διαφορετικότητά» του χωρίς τον κίνδυνο του εξοστρακισμού από το κοινωνικό σώμα - χωρίς, δηλαδή, αυτή η οδύνη να γίνεται αφορμή για να χάσει τα δικαιώματά του και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. 

Αυτό, όμως, που βλέπουμε να πλασάρεται ως «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», είναι η μεταφορά μοντέλων μιας εκσυγχρονιστικής διαχείρισης της ψυχικής υγείας, που αποβλέπει στη μείωση του κόστους, στην εμπορευματοποίηση και στην ιδιωτικοποίηση, με την προώθηση της «ψυχο-επιχειρηματικότητας» - με όλη αυτή την πληθώρα ιδιωτικών («μη κερδοσκοπικών») εταιρειών, που τροφοδοτούνται από τα κοινοτικά κονδύλια. 

Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι, ενώ μιλάμε για «κοινωνική επανένταξη», η κοινωνία παραμερίζεται πλήρως (όπως και η Τοπική Αυτοδιοίκηση). Καμιά ουσιαστική ενημέρωση, καμιά προσπάθεια ν΄ «ανοίξει» το ζήτημα της ψυχικής υγείας στις τοπικές κοινωνίες, που κρύβουν στους κόλπους τους τεράστια προβλήματα ψυχικού πόνου. Είναι τελείως έξω από τη φύση και τις επιδιώξεις της επικρατούσας διαχειριστικής πολιτικής να γίνει το ζήτημα της ψυχικής υγείας υπόθεση των κοινωνικών υποκειμένων, έτσι ώστε οι πολίτες να έχουν λόγο και να κινητοποιούνται για ν΄ αλλάξουν τους κοινωνικούς όρους της ζωής τους (στη γειτονιά, στο χώρο εργασίας, στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον κλπ) - όρους που παράγουν αρρώστια, υλική και πνευματική φτώχια, κοινωνική απομόνωση και περιθωριοποίηση, αλλά και καταφυγή στο ψυχοφάρμακο και την άνθηση της μικροαστικής «ψ» κουλτούρας. Η Κοινωνική Ψυχιατρική θα μπορούσε ν΄ αποχτήσει σάρκα και οστά μόνο ως επερώτηση, όχι απλώς θεωρητική, αλλά και πρακτική, των μικρο και μακρο-κοινωνικών όρων, μέσα στους οποίους αναδύεται ο ψυχικός πόνος.

Αντίθετα, το υπό διαμόρφωση νέο τοπίο της ψυχικής υγείας συνίσταται σε μια μονόπλευρη προώθηση της «αποασυλοποίησης», που τείνει να πραγματοποιείται ως  κατακερματισμός και διασπορά του ασύλου στην κοινότητα, με φιλοξενούμενους χωρίς αναγνωρισμένα κοινωνικά δικαιώματα, χωρίς προοπτικές και ευκαιρίες να προχωρήσουν πέρα από το χώρο του κοινωνικού περιθωρίου. Ετσι, από τη μια, ξεφυτρώνουν δεκάδες ξενώνες και οικοτροφεία, χωρίς διασύνδεση μ΄ ένα (ούτως ή άλλως, ανύπαρκτο) δίκτυο υπηρεσιών ψυχικής υγείας μιας ορισμένης περιοχής. Στεγαστικές δομές ευμεγέθεις και διάσπαρτες σε περιοχές όπου «έτυχε» να βρεθεί κτίριο, συχνά στις λεγόμενες «υποβαθμισμένες» περιοχές (πχ, υπερσυγκέντρωση στεγαστικών δομών στα πέριξ της πλατείας Βάθης) ή «στη μέση του πουθενά». Μ΄ αυτό τον τρόπο, αντί για αποστιγματισμό, έχουμε την αναπαραγωγή του στιγματισμού, καθώς, μάλιστα, η «κοινωνική» πολιτική που ακολουθείται (συνδυασμός συρρίκνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων για όλους και «επιλεκτικών πολιτικών» για τους «πιο αδύναμους»), όχι μόνο δεν προάγει την «κοινωνική συνοχή», αλλά καλλιεργεί τη γκετοποίηση και τις διακρίσεις.

Από την άλλη, παραμένει σταθερά παρωχημένο, αρχαϊκό (φυλακτικό, ασυλικό), το πιο σημαντικό, το σκέλος, δηλαδή, που αφορά τους ψυχικά πάσχοντες που, από εδώ και πέρα, έρχονται σε επαφή με το ψυχιατρικό σύστημα : δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα (δίκτυο πρόληψης, εναλλακτική φροντίδα) ανάμεσα στον άνθρωπο που πάσχει από μια σοβαρή ψυχική διαταραχή και στον εγκλεισμό, ή την εγκατάλειψη.

Είναι επόμενο ότι οι τοπικές κοινωνίες, που αντιδρούν στην εγκατάσταση των ψυχικά πασχόντων, δεν είχαν ευκαιρίες για οποιουδήποτε τύπου αλληλεπίδραση με υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ώστε να επωφεληθούν από αυτές για την αντιμετώπιση της πληθώρας των προβλημάτων, που υπάρχουν στους κόλπους τους. Αυτό θα συντελούσε στην απομυθοποίηση της ψυχικής αρρώστιας και του φαντασιακού της, καθώς η υπηρεσία θα είχε τη δυνατότητα να διαμεσολαβεί τις εμπειρίες και τα βιώματα των πολιτών, έτσι ώστε οι δεσμοί ανάμεσα στην υγεία την αρρώστια να μη διαρρηγνύονται, αλλά να επαναβεβαιώνονται και να στηρίζονται.

 Συμπερασματικά, ο δρόμος πέρα από τα αδιέξοδα, στα οποία έχει οδηγηθεί η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», είναι ο ίδιος στον οποίο καλείται να βαδίσει και η «καταπολέμηση του στίγματος» : η κινητοποίηση της κοινωνίας - το κοινωνικό κίνημα για την διεύρυνση των δικαιωμάτων και την κοινωνική χειραφέτηση.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

 

1.      Sarah Nettleton : «Κοινωνιολογία της Υγείας και της Ασθένειας», εκδ. Δαρδανος».

2.      οππ.

3.      Peter L. Berger & Thomas Luckmann : «Η Κοινωνική Κατασκευή της Πραγματικότητας», εκδ. «νήσος».

4.      οππ.

5.      οππ.

6.      Richard Sennett : «Οι Χρήσεις της Αταξίας», εκδ. «τροπή».

7.      Franco Basaglia : «Un problema della psichiatria istituzionale : l΄ escluzione come categoria socio-psichiatrica», Scritti Vol I, εκδ. Einaudi.

 

Θ. Μεγαλοοικονόμου

Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 1827