Κείμενο της Αφροδίτης Ζιάννη* στα πλαίσια των "Δράσεων κοινωνικής ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης" - Κάρπαθος 2009, σε σχέση με το στίγμα στην ψυχική υγεία.

 

 *Η Αφροδίτη Ζιάννη είναι Ψυχολόγος στο επαρχείο Καρπάθου και Κάσου και εξωτερική συνεργάτης της Κινητής Μονάδας Δωδεκανήσου

 

          Η διαφορετικότητα είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής. Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους που φέρουν κάποια χαρακτηριστικά τα οποία τους διαφοροποιούν από τον λεγόμενο «φυσιολογικό μέσο όρο». Στα πλαίσια της κοινωνικής ζωής η ιδιαιτερότητα και η διαφορετικότητα είναι στενά δεμένες με την έννοια του «κοινωνικού στίγματος» που οδηγεί τελικά στον κοινωνικό αποκλεισμό των ατόμων. Υπάρχουν διάφορα είδη κοινωνικού στίγματος:

          Το στίγμα που αναφέρεται σε σωματικά γνωρίσματα (όπως αναπηρία, σωματική δυσπλασία, γήρας), το στίγμα που αναφέρεται σε ψυχικά γνωρίσματα (όπως ψυχική ασθένεια, εθισμός σε ουσίες) ή σε κοινωνικοοικονομική κατάσταση (όπως μετανάστευση, φτώχεια, ανεργία) κ.ά.

          Το «κοινωνικό στίγμα» είναι μια ανεπιθύμητη, δυσφημιστική ιδιότητα που στερεί από κάποιον το δικαίωμα της κοινωνικής αποδοχής και της ισότιμης συμμετοχής στην κοινωνική ζωή.

          Τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις είναι έννοιες που βρίσκονται σε στενή συνάρτηση με την  έννοια του κοινωνικού στίγματος.

          Τα στερεότυπα ορίζονται ως αρνητικές κυρίως γνωστικές δομές που προκαθορίζουν τη συμπεριφορά του ατόμου (για παράδειγμα η αρνητική πεποίθηση ότι τα άτομα με σχιζοφρένεια  είναι επικίνδυνα).

          Οι προκαταλήψεις είναι γνωσιακές και συναισθηματικές αντιδράσεις που αναπτύσσονται όταν ένα άτομο ή ομάδα ενστερνίζεται τα αρνητικά στερεότυπα (για παράδειγμα όταν αποδέχομαι την άποψη ότι τα άτομα  με σχιζοφρένεια είναι επικίνδυνα και τα φοβάμαι). Συνήθως δεν ελέγχεται το κατά πόσον η αρνητική αυτή προκατάληψη είναι δικαιολογημένη.

          Διάκριση είναι η συμπεριφορά που ακολουθεί την προκατάληψη (για παράδειγμα πιστεύω ότι τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι επικίνδυνα, τα φοβάμαι και αποφεύγω να έρθω σε επαφή μαζί τους). Με λίγα λόγια οι διακρίσεις είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ξεκινά όταν κάποιος χαρακτηρίζεται ως διαφορετικός.

          Τα στιγματισμένα άτομα αντιμετωπίζονται αρνητικά από την κοινωνία και συχνά τους αποδίδεται άμεσα ευθύνη για την κατάστασή τους χωρίς να εξετάζονται άλλοι παράγοντες. Συνήθως γίνεται εστίαση στα διαφορετικά χαρακτηριστικά και στις υπάρχουσες μειονεξίες χωρίς παράλληλα να γίνεται προσπάθεια να κατανοηθεί το «γιατί»  της διαφορετικότητας και χωρίς να γίνεται παράλληλα εστίαση στα υπόλοιπα λειτουργικά και δημιουργικά χαρακτηριστικά του ατόμου.

          Η άνιση και άδικη αυτή αντιμετώπιση της διαφορετικότητας πηγάζει πολλές φορές από μια αίσθηση ανωτερότητας των ανθρώπων που θεωρούν τους εαυτούς τους φυσιολογικούς.

          Οι πιο συχνές διακρίσεις στην κοινωνία αφορούν τα άτομα με κάποιου είδους αναπηρία ή μειονεξία  και τα άτομα με κάποια εμπειρία ψυχολογικής ή ψυχιατρικής απόκλισης.

          Τα συγκεκριμένα ειδικά χαρακτηριστικά αυτών των κοινωνικών ομάδων μεγαλοποιούνται, γενικεύονται και απολυτοποιούνται σε ακραίο πολλές φορές βαθμό. Έτσι δημιουργούνται στερεοτυπικές εικόνες για τον «τρελό», για τον «ανάπηρο», τον «ξένο». Το άτομο που ανήκει σε κάποια από αυτές τις κοινωνικές ομάδες έχει ν' αντιμετωπίσει, εκτός από τη δυσκολία - μειονεξία και μία «δεύτερη αρρώστια», ίσως πιο δύσκολη από την κύρια, που δεν είναι άλλη από το κοινωνικό στίγμα .

          Το κοινωνικό στίγμα επιβαρύνει την κατάσταση του ατόμου και την συμπτωματολογία του και έχει βρεθεί σε έρευνες ότι σχετίζεται με την επιδείνωση της πορείας αποκατάστασής του. Επίσης επηρεάζει άμεσα την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση του ατόμου, καθώς αποτελεί ισχυρό πλήγμα στον αυτοσεβασμό του.

          Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι το δυσκολότερο ζήτημα που έχει να αντιμετωπίσει ένα άτομο το οποίο παρουσιάζει διαφορετικότητα  δεν είναι τόσο η διαφορετικότητα αυτή καθ' εαυτή, όσο η αρνητική στάση της κοινωνίας απέναντι στη διαφορετικότητά του.

          Σε πολλές περιπτώσεις τα άτομα με κάποια ιδιαιτερότητα αντιμετωπίζονται ως εντελώς ανίκανα όντα, πλήρως εξαρτώμενα και ανήμπορα. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με κάποιο άτομο με ιδιαιτερότητα.

          Στα παραπάνω συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τα Μ.Μ.Ε. (κυρίως η τηλεόραση), τα οποία δημιουργούν τη δημόσια εικόνα της «τρέλας» και της «αναπηρίας» και τη διαιωνίζουν. Μεγάλο επίσης ρόλο παίζει, όπως σε όλα τα ζητήματα, η ελλιπής και ανεπαρκής παιδεία, η έλλειψη ενημέρωσης και  ευαισθητοποίησης πάνω σε ζητήματα σχετικά με τη διαφορετικότητα.

          Είναι αλήθεια πως πολλά άτομα δε γνωρίζουν πώς να φερθούν σ' ένα άτομο με αναπηρία ή κάποιου είδους απόκλιση και γίνονται, χωρίς πάντα να το συνειδητοποιούν, φορείς στερεοτύπων και προκαταλήψεων με συχνές αντιδράσεις το επίμονο κοίταγμα, τις αδιάκριτες ερωτήσεις και τελικά τη συμπεριφορά απόρριψης των ατόμων αυτών.

          Όσον αφορά τα προβλήματα ψυχικής υγείας, είναι τελικά πολύ πιο συχνά από όσο πιστεύει η επικρατούσα κοινωνική αντίληψη. Σύμφωνα με διεθνείς επιστημονικές έρευνες το 1/5 των ενηλίκων έχει βιώσει τουλάχιστον μια φορά σε κάποιο στάδιο της ζωής του κάποια εμπειρία ψυχικής δυσλειτουργίας...

          Είναι γεγονός πως τα όρια ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και το «παθολογικό» είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα και  πολύ εύκολα μπορεί να περάσει ο καθένας από εμάς από τη μία κατηγορία στην άλλη.

          Οι έννοιες της «υγείας» και της «αρρώστιας», του «κανονικού» και του «μη κανονικού», του «φυσιολογικού» και του «μη φυσιολογικού» είναι σχετικές και όχι απόλυτες και εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, κυρίως από το κοινωνικό, πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο που επικρατεί κάθε φορά.

          Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου πως η υγεία και η αρρώστια έχουν μεταξύ τους σχέση ανταγωνισμού και ενότητας και αποτελούν δύο διαλεκτικούς πόλους ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ μέχρι τη στιγμή του θανάτου του είναι ταυτόχρονα φορέας  ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ, καθώς η αρρώστια αποτελεί πάντα μέρος της ζωής. (Franco Basaglia). Άρα λοιπόν οι παραπάνω έννοιες δε θα πρέπει να απολυτοποιούνται και να απομονώνονται ως φαινόμενα, αλλά να γίνεται κάθε φορά προσπάθεια να κατανοηθούν μέσα στο πλαίσιο στο οποίο εμφανίζονται.

          Σημαντικό επίσης είναι να μη γίνεται μονομερής εστίαση στο «σύμπτωμα» μιας αρρώστιας, μιας πάθησης, οποιασδήποτε μορφής διαφορετικότητας, να μην απομονώνεται δηλαδή το σύμπτωμα από την ιστορία του ατόμου, το να μην καταργείται η συνολική υπόσταση και προσωπικότητα του ατόμου όπως και το να μην παραβιάζονται , έστω και άθελά μας,  βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα όλων των ανθρώπων στην ισότιμη αντιμετώπιση. 

           Ένα άτομο με οποιουδήποτε είδους διαφορετικότητα (ψυχική, κινητική, οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική, αισθητηριακή - π.χ: προβλήματα όρασης, ακοής, ομιλίας) πέρα από τη διαφορετικότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από το κοινωνικό σύνολο, έχει και μια σειρά από άλλα λειτουργικά χαρακτηριστικά τα οποία αξίζει να πλησιάσουμε και να γνωρίσουμε , ξεπερνώντας το φόβο και την προκατάληψη για το «διαφορετικό» , υπερβαίνοντας στην πράξη τα  στερεότυπα που μας κρατάνε δέσμιους στην επαφή μας με το συνάνθρωπο.

          Η εμπειρία δείχνει ότι η επαφή με τα άτομα που βιώνουν κάποιου είδους διαφορετικότητα έχει τελικά να μας προσφέρει πολλά, καθώς μπορούμε ν' αντλήσουμε πολύτιμα διδάγματα ζωής.

          Αξίζει τον κόπο να κάνουμε  όλοι εμείς οι «φυσιολογικοί» ένα βήμα μπροστά, να συντελέσει ο καθένας από εμάς στο σπάσιμο των στερεοτύπων, στην κατάργηση των μύθων σχετικά με τη διαφορετικότητα, αξίζει τον κόπο ν' αγκαλιάσουμε ως κοινωνία όλους αυτούς τους συνανθρώπους μας που μέσα από τον αγώνα που διεξάγουν σε τόσο αντίξοες κοινωνικές συνθήκες, επιβεβαιώνουν κάθε στιγμή στην πράξη αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη δύναμη, αξιοπρέπεια, πάλη για ζωή!

 


           

         

           

         

 

 

 


Είναι γνωστό ότι η ανακάλυψη, στη δεκαετία του 50, των σύγχρονων ψυχοφαρμάκων και η σχετική επιτυχία που είχαν στον έλεγχο των συμπτωμάτων των σοβαρών ψυχικών διαταραχών, αλλά και η ανάπτυξη των τεχνικών λειτουργικής απεικόνισης του εγκεφάλου (μαγνητική απεικόνιση, τομογραφία ποζιτρονίου κλπ), οδήγησαν στην παγίωση και ισχυροποίηση της Βιολογικής Ψυχιατρικής, έτσι ώστε αυτή βαθμιαία να παρουσιαστεί ως ο αντιπρόσωπος των νευροεπιστημών στην Ψυχιατρική.


Η Βιολογική Ψυχιατρική αποτελεί παρακλάδι ενός ολόκληρου συστήματος αντιλήψεων και πρακτικών που βασίζεται στη βιολογικοποίηση των νοητικών λειτουργιών και ιδιαίτερα των δυσλειτουργιών. Αυτό το ρεύμα ιδεών και πρακτικών έχει μια μακρά ιστορία και πήρε πολλές ονομασίες στις βιολογικές και ιατρικές επιστήμες, ιδιαίτερα από το 19ο αιώνα και μέχρι σήμερα - από τις θεωρίες περί «εκφυλισμού» μέχρι τις σύγχρονες μοριακές θεωρίες.

 

Αυτό που διαφεύγει από τα γνωστά και επιτρεπόμενα σχήματα, νοητικά, πολιτικά, πολιτιστικά, ηθικά, αυτό που αντιτίθεται και αμφισβητεί, ή, απλώς, «διαφέρει», υπάρχει η ετοιμότητα να ετικετάρεται και να ταξινομείται (και επομένως, να στιγματίζεται και να περιθωριοποιείται), αλλά και να κατηγοριοποιείται ως «ακατανόητο» και αυτοαναφορικό, ως κενό νοήματος και στερούμενο επικοινωνιακής σημασίας και επομένως… «βιολογικό» – όπως, πχ, συμβαίνει με την επικρατούσα αντιμετώπιση της ψυχωτικής εμπειρίας. Βιολογικό, στη λογική της εν λόγω αναγωγιστικής σκέψης και κουλτούρας, σημαίνει «μειονεκτικό», «κατώτερο», «αμετάστρεπτο», «ανίατο», πράγμα που συνεπάγεται και τις αντίστοιχες πρακτικές (θεραπευτική και κοινωνική εγκατάλειψη, αποκλεισμός, εγκλεισμός - έως και εξόντωση).(Basaglia, 1982) Παρόμοιες λειτουργίες εξυπηρετεί και η ασύμμετρη ψυχολογικοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κοινωνικών διεργασιών και αλληλεπιδράσεων.

 

Η αναγωγή του κοινωνικού στο ατομικό/ψυχολογικό και αυτού στο εγκεφαλικό/βιολογικό (και τις τελευταίες δεκαετίες, στο μοριακό) ήταν πάντα και είναι σήμερα, περισσότερο από ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού, η κύρια στρατηγική της βιο-εξουσίας.

 

Αναφερόμαστε σ΄ αυτό τον όρο με την έννοια του Foucault (1978), που βλέπει την

εξουσία, από την κλασσική εποχή και ύστερα, να συνίσταται στην επιδίωξη μιας θετικής επιρροής πάνω στη ζωή, σε μια προσπάθεια να την διοικήσει και να την πλάσει, να την υποτάξει σε ακριβείς ελέγχους και ολόπλευρες ρυθμίσεις.

 

Η βιο-εξουσία, κατά τον Foucault, είναι ένα σχέδιο «υπολογισμένης διαχείρισης» της ατομικής ζωής του καθενός και του πληθυσμού ως σύνολο. Αυτό επρόκειτο να συμβεί σε διάφορα πεδία - στο εργοστάσιο, στο σχολείο, στα στρατόπεδα, στη φυλακή και στο ψυχιατρικό ίδρυμα, στο κρατικό ενδιαφέρον για το ρυθμό των γεννήσεων και για το προσδόκιμο επιβίωσης του πληθυσμού, για τη δημόσια υγεία, τη στέγαση και τη μετανάστευση. Η σεξουαλικότητα είναι ένα από τα αντικείμενα που εμφανίστηκαν στη λειτουργία της εξουσίας αυτού του τύπου.

 

Οι λειτουργίες (τεχνικές) της βιο-εξουσίας, συνεχίζει ο Foucault, αναδύθηκαν ως ένα

εκ των ουκ άνευ στοιχείων για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. «(Ο καπιταλισμός) δεν θα ήταν δυνατός χωρίς την ελεγχόμενη ένταξη των σωμάτων στο μηχανισμό της παραγωγής και την προσαρμογή των φαινομένων του πληθυσμού στις οικονομικές διαδικασίες»…«Η προσαρμογή της συσσώρευσης των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου, η συνάρθρωση της ανάπτυξης ανθρώπινων ομάδων με την επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων και τη διαφορική κατανομή του κέδρους, έγιναν δυνατά, ως ένα βαθμό, χάρη στην άσκηση της βιο-εξουσίας, με τις πολλαπλές μορφές και μεθόδους της. Η επένδυση του ζωντανού σώματος, η αξιοποίηση και η διανεμητική διαχείριση των δυνάμεών του, υπήρξαν, σ΄ εκείνη τη φάση, απαραίτητα». (Foucault, 1978).

 

Η νέα πραγματικότητα στην οποία πρέπει «ελεγχόμενα να ενταχθούν και να διοικηθούν τα ανθρώπινα σώματα» και να «προσαρμοστεί η συσσώρευση των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου», είναι αυτή της όψιμης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, με τη γενίκευση των επισφαλών σχέσεων εργασίας και συνθηκών ύπαρξης. 

 

Η προώθηση των βιο-τεχνικών και της βιο-ψυχιατρικής, με τη λογική που διέπει το νήμα της βιο-αναγωγιστικής σκέψης, αποκτά, στην περίοδο μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, διαρκώς επιταχυνόμενους ρυθμούς, υπό την αιγίδα του γνωστού ως «βιοτεχνο-φαρμακο-βιομηχανικού συμπλέγματος», που ωθεί αποφασιστικά τη ζωή των ανθρώπων, ως ατόμων και ως συλλογικότητας (ως πληθυσμού), προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση. (Di Paola, 2000).

 

Αν γυρίσουμε λίγο πίσω θα δούμε ότι, γύρο στη δεκαετία του 70, κορυφώνεται (με επίκεντρο τις ΗΠΑ και άλλες προηγμένες καπιταλιστικές χώρες) μια διεθνής τάση που έγκειται στη ραγδαία άνοδο του αιτήματος για προσφορά ψυχολογικών/ ψυχιατρικών υπηρεσιών. Αρχικά, αυτό εμφανίστηκε ως μια τάση, με τη συμβολή της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής, να ψυχολογικοποιείται η δυσφορία που νοιώθει κανείς στη ζωή του. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, περισσότερο από το ένα τέταρτο του ενήλικα πληθυσμού των ΗΠΑ θα ζητούσε επαγγελματική βοήθεια στη διάρκεια του βίου του. (Shorter, 1997).

 

Με το DSM III (την τρίτη, δηλαδή, έκδοση του Διαγνωστικού Ταξινομικού Συστήματος της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας, το 1980) πραγματοποιείται μια ανατροπή, η οποία έλαβε χώρα μέσα σ΄ σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Οι αδιαφοροποίητοι και ασαφείς ασυνείδητοι μηχανισμοί της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής αντικαθίστανται μ΄ ένα σύστημα επακριβώς καθορισμένων και βασισμένων στο σύμπτωμα νοσολογικών οντοτήτων. Σκοπός είναι, μεταξύ άλλων, η κατασκευή διαταραχών που είναι μετρήσιμες, ποσοτικοποιήσιμες και κατάλληλες ως αντικείμενο έρευνας (βιοχημικής, μοριακής, γενετικής) με στόχο την παραγωγή φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά και τροποποιητικών παρεμβάσεων στο γενετικό υλικό. Με την επικράτηση, ωστόσο, του «βιολογικού μοντέλου» όχι μόνο διατηρήθηκε το πλήρες φάσμα των εκδηλώσεων προσωπικής δυσφορίας και των διαταρακτικών συμπεριφορών που κρινόταν ότι έχρηζαν θεραπευτικής αντιμετώπισης, αλλά επεκτάθηκε σε βαθμό χωρίς προηγούμενο. (Horwitz, 2002)

 

Ετσι, δεν είναι εκπληκτικό ότι από τις 180 διαφορετικές διαταραχές που περιείχε το DSM II (1968), φτάσαμε στις 374 του DSM IV (1994).

 

Θ΄ αναφερθούμε στο παράδειγμα της κατάθλιψης, που έφτασε να ισοδυναμεί με τη δυσφορία, με το αίσθημα δυστυχίας, την αϋπνία και την ανορεξία. Δεν είναι τυχαίο ότι η διάγνωση της, μ΄ αυτό τον τρόπο οριζόμενης, κατάθλιψης αυξάνει διαρκώς και μάλιστα σε όλο και νεότερες ηλικίες. Από το 1991, οργανώνεται στις ΗΠΑ η «Εθνική Ημέρα για τη Διάγνωση της Κατάθλιψης». Κάθε χρόνο σημειώνονται νέα ρεκόρ. Το αποτέλεσμα ήταν η κατάθλιψη να αντιπροσωπεύει το 28% όλων των ιατρικών επισκέψεων. Με την εμφάνιση αντικαταθλιπτικών όπως το Prozac, η διάγνωση της κατάθλιψης και των λεγόμενων συναισθηματικών διαταραχών αυξήθηκε κατακόρυφα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η «National Depression Screening Day» του 2006 οργανώθηκε, όπως άλλωστε κάθε χρόνο, με ευρεία εκστρατεία μέσω των ΜΜΕ και με σπόνσορες όλους τους φαρμακευτικούς κολοσσούς, όπως η Eli Lilly, η Forest Laboratories, η GlaxoSmithKline, η Pfizer και η Wyeth, η καθεμιά παραγωγός γνωστών αντικαταθλιπτικών. (Warner, 2006).

Είναι σημαντικό, σ΄ αυτό το σημείο, να επισημάνουμε τη διπλή διαδρομή της «κλινικής οπτικής», στην αλληλεπίδρασή της με τον ψυχικό πόνο. Από τη μια, το «ιατρικό βλέμμα» που, όπως λέει ο Umberto Galimberti, «δεν συναντά τον άρρωστο, αλλά την αρρώστια του», με τρόπο που «η υποκειμενικότητα του αρρώστου εξαφανίζεται πίσω από την αντικειμενικότητα των παθογνωμονικών σημείων». (Galimberti, 1996). Από την άλλη, η «κλινική οπτική» δεν θεμελιώνεται μόνο στο «ιατρικό βλέμμα», αλλά έρχεται «από μακριά», από την «εξουσία που παράγει», από την επιδίωξη της «θετικής επιρροής» στη ζωή και της «υπολογισμένης διαχείρισής της», η οποία λειτουργεί με τρόπο που οδηγεί σε μια βαθιά εσωτερίκευση, η οποία ενσωματώνει το «ιατρικό βλέμμα» μέσα στην εμπειρία του ψυχικού πόνου, έτσι ώστε αυτό ν΄ αποτελεί συστατικό στοιχείο της γλώσσας με την οποία αυτός εκφράζεται. Μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό/ πολιτιστικό πλαίσιο και με τη διεισδυτική επίδραση των ποικίλων παραμέτρων της βιο-πολιτικής, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, των ΜΜΕ κλπ, η γλώσσα της οδύνης συχνά μορφοποιείται και διατυπώνεται στο ιατρικό, ή ψυχολογικό, ιδίωμα, απαιτώντας  τις αντίστοιχες απαντήσεις (φάρμακο και τεχνικές κάθε είδους).(Rotelli, 1988).

 

Μπορεί, όμως, η απάντηση στον ψυχικό πόνο να είναι το «χάπι της ευτυχίας», το «χάπι που ναρκώνει», το χάπι που μας κάνει να ξεχνάμε την πηγή των προβλημάτων;

 

Θα επικεντρώσουμε στην εφαρμογή αυτών των προσεγγίσεων στα παιδιά και συγκεκριμένα σ΄ ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει τεράστια συζήτηση διεθνώς, αυτό των «υπερκινητικών» και «απρόσεχτων» παιδιών που αποτυγχάνουν στο σχολείο, καθώς και στη φαρμακολογική αντιμετώπισή τους με τη ριταλίνη.

 

Η διαγνωστική κατηγορία πίσω από την οποία ομαδοποιούνται αυτές οι συμπεριφορές των παιδιών αναφέρεται στα Ταξινομικά Συστήματα ως «Διαταραχή Υπερκινητικότητας και Ελλειμματικής Προσοχής» (ADHD), η οποία χαρακτηρίζει καταστάσεις όπου συνυπάρχουν κινητική υπερδραστηριότητα, παρορμητικότητα και απροσεξία.

 

Γνωρίζουμε ότι οι δάσκαλοι, καθηγητές κλπ, έρχονται συχνά σε μεγάλη δυσκολία να διαχειριστούν καταστάσεις που δημιουργούνται στην τάξη από κάποια «διαφορετικά», ή «προβληματικά», όπως αμέσως χαρακτηρίζονται, παιδιά – παιδιά που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την επιθυμητή γενική πρόοδο της τάξης, δυσκολεύονται στη μάθηση και λειτουργούν διαταρακτικά - παιδιά ανήσυχα, απρόσεχτα, που δεν «υπ-ακούνε», δεν φέρνουν σε πέρας τα καθήκοντά τους, ή δεν ακολουθούν τις οδηγίες, δεν έχουν θέληση, χάνουν τα πράγματά τους, είναι παρορμητικά, ακατάστατα, ενοχλητικά, μιλάνε πολύ, διακόπτουν τους άλλους, μπερδεύονται στα πόδια των άλλων.

 

Μια από τις «εύκολες απαντήσεις» σ΄ αυτή τη δυσκολία, όπως σε πολλές άλλες ανθρώπινες αντιφάσεις, είναι το φάρμακο (ριταλίνη, Stratera κλπ).

 

Ειδικότερα η ριταλίνη (μια αμφεταμίνη που η φαρμακολογική της επίδραση δεν είναι μόνο στα παιδιά με υπερκινητικότητα, αλλά απλώνεται σε μια γενική ευνοϊκή δράση στη σχολική επίδοση), η οποία είχε αποσυρθεί παλιότερα, λόγω των σοβαρών ανεπιθύμητων παρενεργειών της (εθιστικό κλπ), έχει γίνει το σύμβολο του γρήγορης και επαρκούς διαχείρισης του προβλήματος, κάνοντας πιο προσεχτικό αυτόν που δεν είναι και πιο ήσυχο αυτόν που είναι πολύ ανήσυχος : το «χάπι της υπακοής».

 

Θεωρείται από τη διαταραχή πάσχει το 4% των παιδιών ηλικίας από 7 έως 15 ετών – ενώ δεν θεωρείται επιτρεπτό να τεθεί η διάγνωση του ADHD σε ηλικία κάτω των τεσσάρων ετών. Για να μπει η διάγνωση (που πρέπει να τίθεται μόνο μετά από σοβαρή κλινική εξέταση) πρέπει, όχι μόνο τα συμπτώματα να είναι σοβαρού βαθμού, αλλά και να υπάρχουν σε περισσότερα περιβάλλοντα ζωής ταυτόχρονα και, πάνω απ΄ όλα, να εμποδίζουν το παιδί να λειτουργήσει όπως θα έπρεπε, στο σπίτι, στο σχολείο, με τους φίλους, από μόνο του κλπ. Ορισμένοι, πάντως, θεωρούν το ADHD έναν απλό κατάλογο συμπεριφορικών δυσλειτουργιών, ως κάτι, δηλαδή, που δεν αρκεί για την ταυτοποίηση μιας αρρώστιας.

 

Η προσοχή και η απουσία προβλημάτων συναισθηματικού χαρακτήρα είναι τα γενικά προαπαιτούμενα για οποιουδήποτε τύπου μάθηση. Η ταυτοποίηση, ωστόσο, μιας παθολογίας της προσοχής και της κίνησης, που εμποδίζει τη μάθηση, χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί αντιπροσωπεύει μια κωδικοποίηση (μια περιγεγραμμένη νόσο, ένα σύνδρομο) που έχει δραματικές συνέπειες σε όλα τα επίπεδα, προσωπικό (για το παιδί), οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό.

 

Μια από τις δυσκολίες για τη διάγνωση του ADHD έγκειται στο γεγονός ότι, καθώς εξαρτάται από την παρατήρηση της συμπεριφοράς των παιδιών από μέρους διαφορετικών πηγών (τους γονείς, τους δασκάλους), που συχνά διαφωνούν μεταξύ τους, γίνεται αισθητή έλλειψη μιας σαφούς μεθόδου για να αντιμετωπίζονται και να λύνονται αυτές οι αποκλίσεις. Μια από τις πηγές των αποκλίσεων είναι ότι οι συμπεριφορές επηρεάζονται από το περιβάλλον. (Wolraich, 2000). Η σχολική τάξη, επομένως, θα μπορούσε να δώσει ώθηση σε συμπεριφορές διαφορετικές από αυτές παρατηρούνται στο σπίτι, πέρα από τις υποκειμενικές διαφορές και τα ελλιπή εφόδια των παρατηρητών.

 

Ως αιτία του ADHD θεωρείται η γενετική προδιάθεση στην αλληλεπίδρασή της με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Δηλαδή, ο κίνδυνος νόσησης αυξάνεται όταν υπάρχουν αρνητικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες και μειώνεται όταν υπάρχουν προστατευτικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες. (Wolraich, 2000). Αλλά και η γενετική προδιάθεση δεν σημαίνει κάποιον φαταλιστικό υπερπροσδιορισμό : σημαίνει την παρεμβολή της σύνθεσης κάποιων πρωτεϊνών που, με τη σειρά τους, επηρεάζονται από παράγοντες περιβαλλοντικούς, όπως το στρες, τα τραύμα, η έλλειψη γονικής φροντίδας.

 

Μια ανάλυση των πειραματικών δοκιμασιών που χρησιμοποιούνται για την προσοχή και την υπερδραστηριότητα αναδεικνύει δεδομένα που δείχνουν ότι τα παιδιά είναι σε θέση να δώσουν προσοχή σε δραστηριότητες που τους είναι ευχάριστες, ενώ είναι απρόσεχτα σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τη μάθηση, αν στη δική τους αντίληψη είναι λιγότερο ευχάριστες. Μπορούμε, τότε, να μιλήσουμε για «έλλειψη προσοχής σ΄ ένα περιβάλλον με μικρά κίνητρα», ή για «άγχος της μάθησης». ΄Η για συμπεριφορές υπερκινητικές σ΄ ένα οικογενειακό πλαίσιο με παθολογική επικοινωνία και άλλου τύπου σοβαρά ψυχοπαθολογικά προβλήματα. (Consensus Internazionale, 2005)*.

 

Θεραπευτικά, οι κύριες παρεμβάσεις είναι, από τη μια, αυτές που ενεργούν πάνω στο περιβάλλον του παιδιού, το οποίο τροποποιούν για ν΄ ανταποκριθεί καλλίτερα στις ανάγκες του και, από την άλλη, υποστηρίζουν το παιδί στην ανάπτυξη στρατηγικών που του επιτρέπουν να παρακάμψει το πρόβλημα. Κανονικά το φάρμακο θα έπρεπε να επιφυλάσσεται για ένα πολύ μικρό ποσοστό πολύ βαριών περιπτώσεων.

 

Η θεραπεία με τη ριταλίνη, αν και βοηθά στην καλλίτερη κοινωνική αποδοχή του παιδιού, δεν βελτιώνει καθαυτή τη σχολική απόδοση των παιδιών, στο βαθμό που οι διαδικασίες που συνδέονται με τη μάθηση είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από το απλώς να «προσέχει κανείς». (Breggin, 2001). Λειτουργώντας, μάλιστα, σε αντίστροφη κατεύθυνση, η ευρεία χρήση της ριταλίνης, ως πρωταρχικής, ή και μονομερούς, απάντησης στο πρόβλημα, θα έχει ως συνέπεια την ακύρωση της δημιουργίας παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών, πράγμα που θα μετατρέψει τη χρήση της σε κοινωνικό έλεγχο.

 

Το ζήτημα είναι, ωστόσο, να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας και να προάγουμε παρεμβάσεις σε μια οπτική που ν΄ ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα του προβλήματος. Πρέπει, επομένως, ν΄ αναρωτηθούμε για τη λειτουργία του σχολείου, τα επίπεδα ανοχής του, τις ακαμψίες του και ταυτόχρονα ν΄ αναπτύξουμε τα μέσα για να μπορούμε  ν΄ αναγνωρίζουμε με ακρίβεια τον πληθυσμό που έχει πραγματικά ανάγκη το φάρμακο.

 

Η εμπειρία έχει δείξει, πέραν πάσης αμφισβητήσεως, ότι το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών με αυτό το πρόβλημα μπορεί να βελτιωθεί με διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται γονείς, σχολείο, υπηρεσίες ψυχικής υγείας. (Consensus Internazionale, 2005).

 

Η απάντηση που επικεντρώνεται στη φαρμακολογική παρέμβαση, συλλαμβάνει και απαντά στο πρόβλημα μονοδιάστατα και απλοποιητικά, αντιμετωπίζοντάς το ως ατομικό, ψυχολογικό/βιολογικό πρόβλημα. Το σχολείο ως τέτοιο, η οργάνωσή του, η λειτουργία του, οι στόχοι του, το περιεχόμενο και η μεθοδολογία της διδασκαλίας, οι σχέσεις ανάμεσα σε διδάσκοντες και διδασκόμενους, το «κλίμα» και η «ατμόσφαιρα» μέσα στην τάξη, η καλλιέργεια, ή όχι, της δημιουργικότητας, της συμμετοχής και της πρωτοβουλίας ενάντια στην παθητικότητα και τη μηχανική αποστήθιση - όλα αυτά μένουν απ΄ έξω (Listanti et al. 2003, P. Vanini, 2003, Feuerstein et al, 1995, Bassi et al. 2007). Κανένας προβληματισμός, πχ, για το παραδοσιακό σχολικό πλαίσιο, με τη μετωπική διάταξη για τη διεξαγωγή του μαθήματος και τα παιδιά ακίνητα στα θρανία, διάταξη που λειτουργεί εκρηκτικά για τα παιδιά με το ADHD, όπως και για τα αυτιστικά, τα σπαστικά κλπ. Εχει, ωστόσο, παρατηρηθεί ότι, σ΄ ένα περιβάλλον που απαιτεί πολλή κίνηση και ταχύτητα σχέσεων και δράσεων, το παιδί με ADHD λειτουργεί καλλίτερα από τα κανονικά….

 

Τα υπερκινητικά παιδιά έχουν, προφανώς, ανάγκη συγκεκριμένων τροποποιήσεων του περιβάλλοντος τους, πάνω απ΄ όλα του σχολικού (διδακτικές δραστηριότητες δομημένες και προβλέψιμες, οργανωμένες για μικρά χρονικά διαστήματα εναλλασσόμενα από διαλείμματα, διευκολυντική οργάνωση των χώρων της τάξης, ισχυρή υπογράμμιση των θετικών  πλευρών). (Listanti et al. 2003, Feuerstein et al. 1995).

 

Τελευταία, στις ΗΠΑ και Αγγλία αναπτύσσεται η «κουλτούρα του ADHD», ότι αυτό είναι ένα οργανικό σύνδρομο, που δεν έχει τύχει της αναγκαίας αναγνώρισης και από την άλλη, κινητοποίησης των οικογενειών για ν’ αναγνωρισθεί.

 

Η κατασκευή του συνδρόμου ως προβλήματος προωθείται στον ίδιο βαθμό που καταρρέει το σχολείο ως «χώρος ζωής», προς χάριν ενός «άλλου σχολείου», προσαρμοσμένου, πλέον, στις ανάγκες της αγοράς - την ίδια στιγμή που η κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος το οδηγεί στην παράλυση, καθιστώντας αδύνατη ακόμα και την πιο υποτυπώδη, την πιο στοιχειώδη, καθημερινή λειτουργία του. Το σχολείο γίνεται πεδίο επιλογών στο επίπεδο της αξιολόγησης και του διαχωρισμού στη βάση της ικανοτήτων του καθενός - με το δάσκαλο περισσότερο ένα προμηθευτή πληροφοριών που προετοιμάζει τους νέους για την αγορά και λιγότερο ένα πρόσωπο που «ζει μαζί και αλληλεπιδρά με άλλους ομοίους», δημιουργώντας κουλτούρα και κοινωνικές σχέσεις. Ο ειδικός και το φάρμακο κινδυνεύουν, έτσι, να παρουσιάζονται ως η μόνη και εύκολη απάντηση σε όλα τα κακά, που δεν βρίσκουν πραγματική απάντηση στο κοινωνικό πεδίο, την ίδια στιγμή που οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας διαιωνίζουν ένα φτωχό περιεχόμενο δουλειάς (που περιορίζεται στη λειτουργία «εξωτερικού ιατρείου») και υιοθετώντας ιδιωτικοοικονομικές λογικές, σε μια διαδικασία ανοιχτής, ή συγκαλυμμένης ιδιωτικοποίησης. (Giannichedda, 2004).

 

Αυτό που απαιτείται είναι μια ριζικά διαφορετική κοινωνική και πολιτική κατεύθυνση σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της θεωρητικής και πρακτικής απόρριψης του επικρατούντος επιστημονικού παραδείγματος της ψυχιατρικής (και της ψυχολογίας). Μόνο μ΄ αυτούς τους όρους είναι δυνατό να φανταστεί κανείς την ανατροπή του κλίματος και των πρακτικών στο χώρο των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας, σε κατεύθυνση αντίθετη με αυτή της ιατρικοποίησης (και της ψυχολογικοποίησης) του ψυχικού πόνου και ενεργού αντίστασης, ιδιαίτερα των ψυχιάτρων, στη μετατροπή τους σε εκούσιους διαμεσολαβητές των προϊόντων των φαρμακευτικών εταιρειών προς αυτούς που καταφεύγουν στη βοήθειά τους και ανάκτησης της θεραπευτικής σχέσης μαζί τους.

 

 

 

 

 

  ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ:

* Consensus Internazionale, 2005 : ADHD e abuso nella prescrizione di psicofarmaci ai minori”. Αναλυτικό κείμενο για το ζήτημα της επανακυκλοφορίας, στη Ιταλία, της ριταλίνης, το οποίο συντάχθηκε και κυκλοφόρησε με πρωτοβουλία της οργάνωσης ‘Giu le mani dai bambini” και το οποίο συνυπέγραψαν δεκάδες οργανώσεις και φορείς στο χώρο της ψυχικής υγείας, των εναλλακτικών μεθόδων ιατρικής και θεραπείας, πανεπιστημιακοί φορείς, η Ευρωπαϊκή Ψυχαναλυτική Εταιρεία και πλήθος άλλοι.

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

1. Basaglia, Franco, 1982 : «Deliri primari e deliri secondari e problemi fenomenologici di inquadramento”. Scritti, vol I, Einaudi.

2. Bassi Elena, Firolamo Grigorio, Di Pietro Mario, 2007 : “L’ alunno iperattivo in classe. Problemi di comportamento e strategie educative”. Edizioni Erickson.

3. Breggin, Peter, 2001 : “Talking back to Ritalin. What Doctors aren’ t telling you about stimulants and ADHD”. Perseus Books.

4. Di Paola, Furio, 2000 :” L’ istituzione del male mentale. Critica dei fondamenti scientifici della psichiatria biologica”. Roma, Manifesto Libri.

5. Feuerstein R. e coll, 1995 : “Non accetarmi come sono”, Sansoni Editrice.

6. Foucault, Michel, 1978 : «Ιστορία της σεξουαλικότητας.1. Η δίψα της γνώσης». Ελληνική Εκδοση, Ράππας, 1982.

7. Galimberti, Umberto, 1996 : «Τοπία Ψυχής». Ελληνική έκδοση, Ιταμός, 2001.

8. Giannichedda, Maria Grazia, 2004 :”Arriva in Italia il Ritalin, le diverse voci in campo. Come “trattare” l’ alluno terribile”. Roma, Il Manifesto, 26 Νοέμβρη 2004.

9. Horwitz, V. Allan, 2002 : “Creating Mental Illness”. The University of Chicago Press.

10. Listanti Fiorella e coll, 2003 : “ Psicologia Scolastica : nascita di una presenza nella realta di Terni. Implementazione di un modello di intervento”. Psicologia Scolastica, vol. 2, anno 2003. Ed. Carlo Amore.

11. Shorter, Edward, 1997 :”A History of Psychiatry”. USA, John Wiley & Sons.

12. Rotelli, Franco, 1988 :” L’ istituzione inventata”. Περιλαμβάνεται στο τόμο «Per La Normalita”, Τεργέστη, Edizioni e, 1994.

13.Vanini P. 2003 : “Potenziare la mente? Una scomessa possible, l’ appredimento mediato secondo il metodo Feuerstein”. Editrice Vannini, Brescia.

14. Warner, Richard, 2006 :”National Depression Screening Day - A Scary Day”., Independent Media Center, indymedia.οrg, 4 Οκτώβρη 2006.

11. Wolraich, L. Mark, MD, 2000 :”ADHD: Current Diagnosis and Treatment”. American Academy of Pediatrics, Annual Meeting. Medscape Today.

 

 

 

 

Σε όλη τη γνωστή ιστορία οι διάφορες κοινωνικές ομάδες έκριναν πάντα ορισμένα φαινόμενα ως ευρισκόμενα έξω από τα όρια του εκάστοτε αποδεκτού ως «κανονικού» και «υγιούς» και τα χαρακτήριζαν ως «ψυχική αρρώστια» (mental illness),* ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα ονόματα που τους απέδιδαν και τα ιδιαίτερα πλαίσια που χρησιμοποιούσαν για να τα ταξινομήσουν. Ιστορικά, όμως, πάντα αυτοί οι χαρακτηρισμοί και οι ταξινομήσεις εφαρμόζονταν μόνο σ΄ ένα μικρό αριθμό σοβαρά διαταραγμένων  και διαταρακτικών καταστάσεων. Αυτό μέχρι σχετικά πρόσφατα  Γιατί αυτή η σχετικά περιορισμένη η χρήση της ετικέτας «ψυχική αρρώστια» φαίνεται ότι έχει αλλάξει σε σημείο που ξεπερνά κάθε φαντασία. Η μεγάλη ποικιλία των συνθηκών που θεωρούνται «ψυχικές αρρώστιες», ο μεγάλος αριθμός και η ευρεία κατανομή των ανθρώπων που υποτίθεται ότι πάσχουν από αυτές, είναι χωρίς προηγούμενο (1). Οι λόγοι που οι «ψυχικές αρρώστιες» έχουν τόσο πολλαπλασιαστεί στη σύγχρονη κοινωνία έχουν τη ρίζα τους στις ιστορικά συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες και στα ποικίλα συμφέροντα που συναρθρώνονται γύρω από την προεξάρχουσα επιρροή του βιο-φαρμακο-βιομηχανικού συμπλέγματος και επωφελούνται από την ταξινόμηση «ψυχολογικών καταστάσεων» ως «νοσηρών καταστάσεων», ως νόσων (diseases).

 

Σ΄ όλη την ιστορική της διαδρομή η ψυχιατρική, ιδιαίτερα από την εποχή του Κρέπελιν μέχρι τη σημερινή του DSM IV, κουβαλάει μαζί της, στην προσέγγισή της στο φαινόμενο του ψυχικού πόνου, μια δομική σύγχυση ανάμεσα σε τρία επίπεδα, το φαινομενολογικό, το νοσολογικό και το αιτιολογικό (2). Ολη η ιστορία της μπορεί να ιδωθεί και ως ένας διαρκής διάλογος, μια διαμάχη, ανάμεσα σε προσπάθειες χειραφέτησης από αυτή τη σύγχυση και στο διαδοχικό κατρακύλισμα σ΄ αυτό το αδιέξοδο.

 

Παρόλο που η ψυχιατρική προσπάθησε ν΄ αποχτήσει επιστημονική νομιμοποίηση με την υιοθέτηση της επιστημονικής γλώσσας της ιατρικής, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να πάρει ένα δρόμο σε αντίθετη κατεύθυνση απ΄ αυτόν της ιατρικής. - ακριβώς πάνω στο κρίσιμο ζήτημα της σχέσης νοσολογίας - αιτιολογίας. Ενώ η ιατρική αποδεικνυόταν τόσο περισσότερο επιστημονική όσο μπορούσε να συσχετίσει τη νοσολογία με μιαν ορισμένη αιτιολογία - προσδιορίζοντας πάντα καλλίτερα τις διάφορες νόσους σε σχέση με τις αιτίες ή τους παθογενετικούς παράγοντες (πχ, πνευμονία από πνευμονιόκοκκο)- η ψυχιατρική, αντίθετα, φάνηκε αναγκασμένη να παράγει μία νοσολογία πάντα τελείως αποσυνδεδεμένη από την αιτιολογία. (3)

 

Αυτό αντανακλάται στην ιστορική διαδρομή των νοσολογικών προτύπων του αμερικανικού ταξινομικού συστήματος, από το DSM I μέχρι το DSM IV. Η εμφάνιση, το 1980, του DSM III, σήμανε την εγκαθίδρυση της λεγόμενης «διαγνωστικής ψυχιατρικής», ως επικράτηση του βιο-ιατρικού νοσολογικού μοντέλου απέναντι στην επιρροή της ψυχοδυναμικής (ψυχαναλυτικής) ψυχιατρικής, που επικρατούσε μέχρι τότε στις ΕΠΑ και είχε προσδιορίσει τη μορφή και το περιεχόμενο του DSM Ι (1952) και του DSM II (1968) (4).

 

Το DSM IV, βαδίζοντας περαιτέρω σ’ αυτή την κατεύθυνση, διακηρύσσει ανοιχτά την αποσύνδεση νοσολογίας και αιτιολογίας υπογραμμίζοντας ότι, ακριβώς η συγκρότηση μιας νοσολογίας «ουδέτερης», χωρίς καμιάν αιτιολογική δέσμευση, αποτελεί μιαν «ώριμη κατάληξη», ύστερα από μια ταραχώδη περίοδο διαπάλης των διαφόρων σχολών, που η κάθε μια τους προσπαθούσε να επιβάλλει το ταξινομικό σύστημα της προτίμησής της, βασισμένη πάνω στις αντίστοιχες ψευδο-αιτιολογικές της προτιμήσεις. Το ζήτημα της νοσολογίας διακρίνεται, πλέον, πλήρως από το ζήτημα των αιτιών, το οποίο πρόκειται να κριθεί στο μέλλον –δεδομένου ότι, προς το παρόν, υπάρχουν μόνο αιτιολογικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται να εξακριβωθεί η όποια υλική/εμπειρική τους βάση (5).

 

Γυρίζοντας λίγο πιο πίσω, βλέπουμε ότι, στη διάρκεια του 20ου αιώνα (και μέχρι τη δεκαετία του 60), η ψυχοδυναμική ψυχιατρική είχε ήδη παθολογικοποιήσει ένα ευρύ και ετερογενές φάσμα καταστάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης, διευρύνοντας τον ορισμό του παθολογικού ώστε να περιλάβει, πέρα από τις ψυχώσεις και καταστάσεις, όπως το άγχος, η υστερία, η σεξουαλική διαστροφή, οι χαρακτηρολογικές διαταραχές. Κοινές διαδικασίες

(ασυνείδητοι μηχανισμοί) οδηγούσαν και στις νευρωτικές και στις θεωρούμενες ως φυσιολογικές συμπεριφορές και έτσι αυτές οι παθολογικές καταστάσεις περιγράφτηκαν στα πλαίσια ενός συνεχούς (continuum) και όχι ως κάτι το διακριτό από το κανονικό (6).

 

Η επιρροή, ωστόσο, της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής ξεπέρασε τα όρια των τυπικά ασθενών για να επηρεάσει διανοούμενους και καλλιτέχνες που χρησιμοποιούσαν τις ψυχοδυναμικές εξηγήσεις για να εστιάσουν πάνω στην εσωτερική τους ζωή και για ν΄ απορρίψουν τις παραδοσιακές ηθικές αξίες και συστήματα. Στα μέσα του 20ου αιώνα, η ψυχοδυναμική ψυχιατρική ασκούσε, πλέον, σημαντική επιρροή στην επικρατούσα κουλτούρα και οι ψυχοδυναμικοί λειτουργοί κατέληξαν να θεραπεύουν ανθρώπους όχι μόνο για τα συμπτώματά τους, αλλά και για την έλλειψη ικανοποίησης από την επαγγελματική τους καριέρα, το γάμο τους, τη ζωή τους και τον εαυτό τους, για το νόημα της ζωής, όπως και ακούσιους πελάτες, όπως παρεκλίνοντες διαφόρων ειδών κλπ (7).

 

Το χαλαρό ταξινομικό σύστημα της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής είχε τη θέση

του στη διάρκεια μιας περιόδου που τα επαγγέλματα ψυχικής υγείας δεν απαιτούσαν ένα εξορθολογισμένο και ποσοτικοποιημένο σύστημα σκέψης σχετικά με την ψυχική διαταραχή. Όταν οι οικονομικές, οργανωτικές και επαγγελματικές συνθήκες άλλαξαν, οι αδυναμίες του ψυχοδυναμικού συστήματος έγιναν προφανείς: οι ψυχοδυναμικές ταξινομήσεις δεν  προσφέρονταν σε ακριβή συστήματα μέτρησης (8). Αυτή η αδυναμία έκανε δύσκολη τη μέτρηση της έκβασης μιας θεραπείας, ένα μειονέκτημα που έγινε πιο πιεστικό όταν τέθηκε ζήτημα πληρωμής των θεραπειών από τα ασφαλιστικά ταμεία (κατ΄ αρχήν και κυρίως στις ΕΠΑ, αλλά και αλλού) και απαιτήθηκε έλεγχος και ανταποδοτικότητα, την ίδια στιγμή που εισάγονταν στην αγορά τα νέα ψυχοφάρμακα, αγχολυτικά και αντικαταθλιπτικά, προσφέροντας ταχύτερες και πιο μετρήσιμες λύσεις..

 

Η αντικατάσταση, που επέφερε το DSM III, των αδιαφοροποίητων και ασαφών ασυνείδητων μηχανισμών, μ΄ ένα σύστημα επακριβώς καθορισμένων, βασισμένων στο σύμπτωμα νοσολογικών οντοτήτων, δεν έγινε βαθμιαία – ήταν ένας καθολικός μετασχηματισμός του συστήματος της ψυχιατρικής σκέψης σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Στη θέση των πολύ γενικών ταξινομήσεων της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής, η «διαγνωστική ψυχιατρική» ορίζει, όπως είπαμε, τις νόσους μέσα από την παρουσία έκδηλων συμπτωμάτων, ανεξάρτητα από τις αιτίες τους. Βλέπει τις νόσους ως διακριτές φυσικές οντότητες που υπάρχουν στον εγκέφαλο και οι οποίες παράγουν τα συμπτώματα που παρουσιάζει το άτομο. Αυτή η προσέγγιση στην ψυχική νόσο επιτρέπει την αντιμετώπισή της ως αντικειμένου ανεξάρτητου από το όλο της ανθρώπινης .ύπαρξης και από το κοινωνικό πλαίσιο στο εσωτερικό των οποίων αναδύεται. Αναζητώντας τις αιτίες των διαταραχών στον εγκέφαλο αντί στην ιστορία και τις σχέσεις του ατόμου, το διαγνωστικό μοντέλο προσανατολίζει τη θεραπεία στην αναζήτηση του καλλίτερου φαρμάκου για την ανακούφιση των συμπτωμάτων.

 

Γνωρίζουμε ότι η αναγωγή του κοινωνικού στο ατομικό/ψυχολογικό και αυτού στο εγκεφαλικό/βιολογικό (και τις τελευταίες δεκαετίες, στο μοριακό) ήταν πάντα και είναι σήμερα, περισσότερο από ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού, η κύρια στρατηγική της βιο-εξουσίας.

 

Αναφερόμαστε σ΄ αυτό τον όρο με την έννοια του Φουκώ, που βλέπει την εξουσία, από την κλασσική εποχή και ύστερα, να συνίσταται στην επιδίωξη μιας θετικής επιρροής πάνω στη ζωή, σε μια προσπάθεια να την διοικήσει και να την πλάσει, να την υποτάξει σε ακριβείς ελέγχους, ταξινομήσεις και ολόπλευρες ρυθμίσεις (9). 

 

Η νέα πραγματικότητα στην οποία πρέπει, σήμερα, «ελεγχόμενα να ενταχθούν και να διοικηθούν τα ανθρώπινα σώματα», όπως λέει ο Φουκώ και να «προσαρμοστεί η συσσώρευση των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου», είναι αυτή της όψιμης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, με  τη

γενίκευση των επισφαλών σχέσεων εργασίας και συνθηκών ύπαρξης. 

 

Είναι ακριβώς σ΄ αυτή την περίοδο που η προώθηση των βιο-τεχνικών και της βιο-ψυχιατρικής αποκτά διαρκώς επιταχυνόμενους ρυθμούς, υπό την αιγίδα του γνωστού ως «βιοτεχνο-φαρμακο-βιομηχανικού συμπλέγματος», το οποίο χειραγωγεί αποφασιστικά τη ζωή των ανθρώπων, ως ατόμων και ως συλλογικότητας (ως πληθυσμού), προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση.

 

Στο χώρο της ψυχικής υγείας ο σκοπός είναι, μεταξύ των άλλων, η κατασκευή διαταραχών που είναι μετρήσιμες, ποσοτικοποιήσιμες και κατάλληλες ως αντικείμενο έρευνας (βιοχημικής, μοριακής, γενετικής έρευνας), με στόχο την παραγωγή φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά και τροποποιητικών παρεμβάσεων στο γενετικό υλικό.

 

Είναι σ΄ αυτά τα πλαίσια, επομένως, που οι θολές κατηγοριοποιήσεις του ψυχοδυναμικού μοντέλου επαναταξινομούνται σε ειδικές, διακριτές κατηγορίες διαταραχών. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι ο μεγάλος αριθμός των κατηγοριοποιημένων, πλέον, διαταραχών του DSM διατήρησε και επεξέτεινε όλο το φάσμα των εκδηλώσεων της προσωπικής δυσφορίας και των διαταρακτικών συμπεριφορών, που μέχρι τώρα αποτελούσαν αντικείμενο θεραπευτικής αντιμετώπισης (10).

 

Ετσι, δεν είναι εκπληκτικό ότι το DSM, περιείχε στη έκδοση του 1968 (DSM II) 180 διαφορετικές διαταραχές, στην έκδοση του 1980 (DSM III) 265, στην έκδοση του 1987 (DSM III R) 292 και στην έκδοση του 1994 (DSM IV) 297 (Ο πραγματικός αριθμός των κωδικών στην ταξινόμηση του DSM IV είναι 374!).

 

Παραθέτουμε μερικά παραδείγματα. Καταστάσεις όπως η ζωηράδα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, ο ενθουσιασμός τύπου «Τομ Σώγιερ», αντιμετωπιζόταν ως μέρος του φυσικού πνεύματος της ηλικίας. Μετά την δεκαετία του 60 αυτή η συμπεριφορά άρχισε να παίρνει μια σειρά από διαγνώσεις, που την ορίζουν ως παθολογική: «ελαφρά εγκεφαλική δυσλειτουργία», αρχικά και «διαταραχή της προσοχής και υπερκινητικότητα» (ADHD), εν συνεχεία (11).

 

Ως προς την τελευταία, η εκτατική χρήση της ως διάγνωσης τείνει να συμπεριλάβει, πέρα από το πραγματικό πρόβλημα,  κάθε κατάσταση παιδιών ανήσυχων, απρόσεχτων, που δεν «ακούνε», που «δεν φέρνουν σε πέρας τα καθήκοντά τους», ή «δεν ακολουθούν τις οδηγίες», «δεν έχουν θέληση», «χάνουν τα πράγματά τους», είναι «παρορμητικά», «ακατάστατα», «ενοχλητικά», «μιλάνε πολύ», «διακόπτουν τους άλλους», «μπερδεύονται στα πόδια των άλλων». Τελευταία, στις ΕΠΑ και στην Αγγλία αναπτύσσεται η κουλτούρα του ADHD, ότι, δηλαδή, αυτό είναι ένα οργανικό σύνδρομο που δεν έχει τύχει της αναγκαίας αναγνώρισης, με αποτέλεσμα την κινητοποίηση των οικογενειών για την αναγνώρισή του. Η κατασκευή του συνδρόμου ως προβλήματος προωθείται  στον ίδιο βαθμό που καταρρέει το σχολείο ως χώρος ζωής – οπότε ο ειδικός και το φάρμακο παρουσιάζονται ως η μόνη και εύκολη απάντηση σε όλα τα κακά που δεν βρίσκουν πραγματική απάντηση. Η ριταλίνη, με τις τόσες παρενέργειες, έχει γίνει το σύμβολο του γρήγορου ναρκωτικού, επαρκούς, σιωπηλού, συμπτωματικού, το «χάπι της υπακοής».

 

Το αν υπάρχει η «Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες» (PTSD) ως διακριτή νοσολογική οντότητα (που παγιώθηκε ως τέτοια σε σύνδεση με το Βιετνάμ και τις συνέπειές του) είναι ένα άκρως αμφιλεγόμενο ζήτημα. Το πρόβλημα αποχτά μια χωρίς προηγούμενο διάσταση όταν τίθεται αυτή η διάγνωση σε παιδιά που είχαν τρομάξει με ταινίες όπως ο Batman. Όταν η ψυχιατρική προσπαθεί να πείσει τους γονείς ότι τα άγχη των παιδιών από καθημερινά προβλήματα ωρίμανσης πρέπει να επαναπροσδιοριστούν ως διακριτή ιατρική διαταραχή (12).

 

Το ίδιο ισχύει με τον ορισμό της κατάθλιψης, που έφτασε να ισοδυναμεί με τη δυσφορία, με το αίσθημα δυστυχίας, την αϋπνία και την ανορεξία.

 

Οσο για τις λεγόμενες διαταραχές προσωπικότητας, κατέληξαν ν΄ αποτελούν μιαν εύκολη ετικέτα, με την οποία αποδίδεται το status του ασθενή ακόμα και σ΄ όποιον είναι ενοχλητικός στους διπλανούς του, παθολογικοποιώντας, συχνά, μια κατά άλλα κανονική, αν και ερεθιστική συμπεριφορά. Οι διαγνώσεις της «αντικοινωνικής προσωπικότητας», όπως και της «πολλαπλής διαταραχής προσωπικότητας» έγιναν επιδημία από τη δεκαετία  του 80, όταν η λεγόμενη «ανεκτική κοινωνία» έφτανε στο τέλος της (ως κουλτούρα και ως κοινωνική/αστυνομική πρακτική).

 

Κλασσικό παράδειγμα σύγχρονης «κατασκευής νόσου» αποτελεί το γνωστό ως σύνδρομο”burnout, που αποτελεί άλλοθι για τη διατήρηση αμετάβλητων των εργασιακών όρων και της κουλτούρας του εργασιακού πλαισίου, διατυπώνοντας την κόπωση (ή εξουθένωση) του υπ΄ αυτούς τους όρους εργαζόμενου, ως «αρρώστια» (σύνδρομο) που, εκτός από την διαγνωστική ετικέτα, χρειάζεται και θεραπεία (13).

 

Τέλος, μια υπό σύσταση «νόσος» είναι η «κατάθλιψη των έγκυων γυναικών». Υπάρχει μια σοβαρή κίνηση στις ΕΠΑ που επιδιώκει να εγκαθιδρύσει ότι όλες οι έγκυες γυναίκες πάσχουν από κατάθλιψη. Πολλές εγκυμονούσες μπορούν, βέβαια, να παρουσιάσουν κατά καιρούς καταθλιπτικά συμπτώματα, όπως αίσθημα κόπωσης, διαταραχή του ύπνου, άγχος, έλλειψη επιθυμίας για ερωτική συνεύρεση. Αλλά, άλλο είναι «καταθλιπτικού τύπου συμπτώματα» και άλλο «κατάθλιψη». Σύμφωνα, όμως, με ένα νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί για έγκριση στο Ιλλινόϊς (και το οποίο έχει ήδη κατατεθεί, ή υιοθετηθεί και σε άλλες πολιτείες των ΕΠΑ), θα απαιτείται από τους επαγγελματίες της υγείας να αξιολογούν τις γυναίκες για συναισθηματικές διαταραχές, τουλάχιστον τέσσερις φορές: μια στο προγεννητικό στάδιο (στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης), μια δεύτερη πριν πάρουν εξιτήριο από την κλινική που γέννησαν, μια τρίτη στην αρχική φάση της επιλόχειας περιόδου και τουλάχιστον μια τέταρτη σε κάθε μεταγεννητικό έλεγχο μέχρι τα πρώτα γενέθλια του παιδιού. «Κάθε γυναίκα που σκέπτεται να μείνει έγκυος, είναι έγκυος, ή απέκτησε παιδί πριν ένα χρόνο, μπορεί να πάθει κατάθλιψη ή άλλες συναισθηματικές διαταραχές», προειδοποιεί το Advocate Good Samaritan Hospital, στο Downers Grove του Ιλλινόϊς, που ήδη επιβάλει αυτό τον έλεγχο και τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών. Ετσι, η νέα εν δυνάμει βάση καταναλωτών των SSRI s (μ΄ όλες τις επικίνδυνες επιπτώσεις που μπορεί να έχουν, πχ, για την εγκυμοσύνη και το έμβυο) δεν περιορίζεται στην περίπτωση της «επιλόχειας κατάθλιψης», αλλά διευρύνεται για να περιλάβει τις συναισθηματικές διαταραχές (14).

 

Για τις φαρμακοβιομηχανίες, η προώθηση της επαναταξινόμησης στο νοσολογικό σύστημα του DSM III (και εν συνεχεία του DSM IV) μιας σειράς καταστάσεων ως  ειδικών νόσων (special diseases), είχε μια κρίσιμη σημασία. Οι φαρμακευτικές βιομηχανίες μπορούν να παίρνουν έγκριση και να προωθούν στην αγορά προϊόντα που θεωρείται ότι θεραπεύουν συγκεκριμένες νοσολογικές οντότητες. Για να μπορέσουν να πουλήσουν οι φαρμακοβιομηχανίες πρέπει τα γενικά ανθρώπινα προβλήματα να επαναδιατυπωθούν ως νόσοι που μπορούν να γίνουν αντικείμενο φαρμακευτικής θεραπείας. Παράδειγμα: με την τεράστια διαφήμιση, από τον Τύπο και την Τηλεόραση, τρία από τα επτά πιο συνταγογραφούμενα φάρμακα κάθε είδους ήταν (στις ΕΠΑ, στις αρχές του 21ου αιώνα) από αυτά που ανεβάζουν τη διάθεση (15). Ψυχίατροι και άλλες ομάδες συμμετέχουν στη διάδοση της κουλτούρας που ωθεί στη χρήση των ψυχοφαρμάκων για την αντιμετώπιση των καταστάσεων δυσφορίας.

 

Επιπλέον, οι φαρμακευτικές εταιρείες ενδιαφέρονται να δείχνουν ότι όχι μόνο τα γενικά ανθρώπινα προβλήματα είναι νόσοι, αλλά και ότι αυτές οι νόσοι είναι ευρέως διαδεδομένες στον πληθυσμό. Για παράδειγμα, διάφορες. έρευνες δείχνουν ότι 19 εκατ. αμερικανοί έχουν γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, 19 εκατ. πάσχουν από κοινωνική φοβία και πάνω από 19 εκατ. πάσχουν από μείζονα κατάθλιψη (16). Εξαιτίας του γεγονότος ότι χρησιμοποιούν την ίδια (τη βασισμένη στα συμπτώματα) λογική που διέπει το DSM, οι έρευνες  περιλαμβάνουν στους ορισμούς τους για τις ψυχικές διαταραχές, εκτός από αυτούς που υποφέρουν από εσωτερικού χαρακτήρα ψυχολογικές δυσλειτουργίες και. άτομα των οποίων τα συμπτώματα πηγάζουν από μια ποικιλία στρεσογόνων κοινωνικών καταστάσεων, ή ελεύθερα επιλεγμένων συμπεριφορών. Η σύγχυση της δυσφορίας με την ψυχική διαταραχή είναι ένα συχνό και καθόλου αθώο πρόβλημα στις επιδημιολογικές μελέτες στην κοινότητα. H επακόλουθη υψηλή επικράτηση των ψυχικών διαταραχών είναι, ακριβώς, το ζητούμενο για τις πωλήσεις των φαρμακοβιομηχανιών (17).

 

Η αναπαραγωγή καταστάσεων κατάθλιψης, κατάχρησης αλκοόλ, διατροφικών διαταραχών, κρίσεων πανικού κλπ από τα ΜΜΕ (έντυπα και ηλεκτρονικά), τις θέτει στη διάθεση του «κοινού» με τρόπο που μπορεί ν΄ αποτελέσουν το υλικό στη βάση του οποίου, άνθρωποι υπό ψυχοπιεστικές κοινωνικές και διαπροσωπικές συνθήκες, να μορφοποιούν και να συμμορφώνουν τα συμπτώματά τους προς τις νοσολογικές καταστάσεις για τις οποίες διαβάζουν και τις οποίες βλέπουν. Σε τελευταία ανάλυση, το ταξινομικό σύστημα της «διαγνωστικής ψυχιατρικής» μπορεί να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ισχυρίζεται ότι αναπαριστά, υποδεικνύοντας και τις κατάλληλες θεραπείες(18).

Σε κάθε περίπτωση και για να μην αφήνεται ποτέ τίποτα στην τύχη, οι φαρμακοβιομηχανίες έχουν φροντίσει να ελέγχουν τα ίδια τα επιστημονικά σώματα που αποφασίζουν για το DSM. Όπως έγινε γνωστό από μια έρευνα που είδε το φως της δημοσιότητας τον περασμένο Απρίλη (2006), οι αποφάσεις για τα περιεχόμενα του DSM γίνονται από ομάδες ψυχιάτρων, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν οικονομικούς δεσμούς με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Περίπου 170 εμπειρογνώμονες εργάσθηκαν για το DSM IV. Απ΄ αυτούς, οι μισοί χρηματοδοτήθηκαν για τις έρευνές τους από τις φαρμακευτικές εταιρείες, το 22% ήταν σύμβουλοι και το 15 % ομιλητές σε πάνελ. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο αμερικάνικο ιατρικό περιοδικό «Ψυχοθεραπεία και Ψυχοσωματική» (19).

 

Η βιολογική εξήγηση των προβλημάτων, ιδιαίτερα των προσωπικών προβλημάτων, έχει αυτή την περίοδο πρωτοφανή πολιτιστική απήχηση στις δυτικές χώρες. Αντιλήψεις που ορίζουν την ψυχική αρρώστια ως προερχόμενη από μια χημική ανισορροπία, ή από νόσους του εγκεφάλου, είναι συμβατές προς ευρύτερα πνευματικά ρεύματα που δίνουν έμφαση στους βιολογικούς παράγοντες και υποβαθμίζουν το ρόλο των κοινωνικών συνθηκών στην εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Για πολλούς, η πίστη ότι υποφέρουν από μια χημική ανισορροπία που μπορεί να διορθωθεί με τη φαρμακοθεραπεία ορίζει το πρόβλημά του μ΄ ένα τρόπο που όχι μόνο τους απαλλάσσει από κάθε ευθύνη ή μομφή, αλλά τους προσφέρει και την ελπίδα για γρήγορη ανάρρωση.

 

Είναι σαφές ότι στη συγκρότηση των διαφόρων μορφών «προσωπικής δυσφορίας» υπό κοινωνικές ψυχοπιεστικές συνθήκες, σε «διακριτές νόσους» του διαγνωστικού συστήματος υπάρχει μια διαδικασία κοινωνικής κατασκευής (20). Για να μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μια ανθρώπινη κατάσταση ως καθαυτό (έγκυρη - valid) ψυχική διαταραχή πρέπει να υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη λειτουργία ενός ψυχολογικού μηχανισμού και αυτή η δυσλειτουργία να ορίζεται ως  κοινωνικά ακατάλληλη. Αυτός ο ορισμός διακρίνει την καθαυτό ψυχική διαταραχή από τις λεγόμενες φυσιολογικές αντιδράσεις σε στρεσογόνες κοινωνικές συνθήκες (όσο και από τις καταστάσεις κοινωνικής παρέκλισης, που αποτελούν ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που ξεφεύγει από τους σκοπούς του παρόντος)(21). Οι τρέχουσες ταξινομήσεις των ψυχικών ασθενειών συμπεριλαμβάνουν τις δυσφορικές καταστάσεις, που είναι οι κατάλληλες αντιδράσεις σε στρεσογόνες συνθήκες. Αυτές οι καταστάσεις δεν είναι ψυχικές διαταραχές, στο βαθμό που παρέρχονται όταν οι συνθήκες, που οδήγησαν στην εμφάνισή τους, εξαφανίζονται.

 

Η αντίδραση στο στρες συνίσταται σε γενικές, μη ειδικές εκδηλώσεις που

περιλαμβάνουν καταθλιπτικά, αγχώδη και ψυχοφυσιολογικά συμπτώματα. Ψυχολογικά συμπτώματα όπως έλλειψη ενδιαφέροντος, απελπισία, κατάθλιψη, άγχος, συνοδεύονται, συνήθως, από κούραση, αδυναμία, μειωμένη κινητική δραστηριότητα, διαταραχή του ύπνου και της όρεξης. Η αντίδραση στο στρες συνοδεύεται συχνά από άγχος, φόβο, διατροφικά προβλήματα.

 

Αυτά τα συμπτώματα επικαλύπτονται με αυτά ορισμένων διαγνωστικών  κατηγοριών (και έτσι συσχετίζονται σε υψηλό βαθμό με άλλους δείκτες κατάθλιψης, άγχους και αυτοεκτίμησης). Οι κλίμακες που μετρούν ευρέα και μη ειδικά συμπτώματα της δυσφορίας παρέχουν το πιο κατάλληλο μέτρο των ψυχολογικών συνεπειών του κοινωνικού στρες (22).

 

Μια πιθανή συνέπεια των εκτατικών ορισμών των ψυχικών διαταραχών στη συγκρότηση της δημόσιας πολιτικής για την υγεία είναι η ενίσχυση των τάσεων που υπάρχουν να προσανατολίζεται η προσφορά θεραπευτικών  υπηρεσιών σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν «καθημερινά προβλήματα της ζωής» και όχι σ΄ αυτούς που έχουν «καθαυτό ψυχικές διαταραχές».(αυτό φαίνεται και από τους χρήστες των ψυχοθεραπευτικών υπηρεσιών στις ΕΠΑ, ιδιαίτερα αυτούς που έκαναν περισσότερες από 20 επισκέψεις μέσα σ΄ ένα χρόνο και οι οποίοι ήταν άτομα με γενικά καλή υγεία, δεν ανέφεραν σημαντικά ψυχιατρικά προβλήματα και δεν είχαν μείζονες λειτουργικές βλάβες) (23).

 

Το συμπέρασμα είναι ότι για την πλειοψηφία των ανθρώπων που προσέρχονται με συμπτώματα ψυχικής δυσφορίας λόγω στρεσογόνων συνθηκών ζωής, η καλλίτερη αντιμετώπιση είναι η κοινωνική και πολιτική κινητοποίηση για την αλλαγή αυτών των συνθηκών και η ανάληψη της ευθύνης του εαυτού και όχι η ιατρικοποίηση και ψυχολογικοποίηση της δυσφορίας και η καταφυγή στο «χάπι της ευτυχίας».

 

Αυτό που χρειάζεται ανάπτυξη είναι οι υπηρεσίες που απευθύνονται σ΄ αυτούς

που έχουν «καθαυτό ψυχικές διαταραχές», η απάντηση στις οποίες απαιτεί την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η στέγη, το προσωπικό εισόδημα, η εργασία, η στήριξη στην καθημερινότητα και στη διάρκεια των κρίσεων – τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό, αν όχι περισσότερο, από τα φάρμακα (24).

 

Αντίθετα, πολιτικές που σκοπό έχουν την αντιμετώπιση της φτώχειας, της οικονομικής ανασφάλειας, της κοινωνικής απομόνωσης, του ρατσισμού όλων των ειδών, της ανεργίας και των συνθηκών εργασίας, της ανατροφής και της εκπαίδευσης των παιδιών, ή της μέριμνας για τους ηλικιωμένους, μπορεί να κάνουν πολύ περισσότερα για την αντιμετώπιση «δυσφορικών» καταστάσεων μπροστά σε κοινωνικά και διαπροσωπικά προβλήματα» από την αναζήτηση ψυχιατρικής/ψυχολογικής θεραπείας.

 

Μιλάμε, φυσικά, για μια άλλη, ριζοσπαστικά διαφορετική κοινωνική και πολιτική κατεύθυνση σε όλα τα επίπεδα. Μόνο σ΄ αυτή την κατεύθυνση είναι δυνατό να φανταστεί κανείς την αναστροφή του κλίματος και των πρακτικών στο χώρο των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας, σε κατεύθυνση αντίθετη με αυτή της ιατρικοποίησης και της ψυχολογικοποίησης του ψυχικού πόνου, ενεργού αντίστασης, ιδιαίτερα των ψυχιάτρων, στη μετατροπή τους σε εκούσιους διαμεσολαβητές των προϊόντων των φαρμακευτικών εταιρειών σ΄ αυτούς που καταφεύγουν στη βοήθειά τους και ανάκτησης του θεραπευτικού χαρακτήρα της σχέσης τους μαζί τους.

 

 

 

Θ.Μεγαλοοικονόμου

 

 

 

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Σύμφωνα με μιαν ανθρωπολογική οπτική, η αρρώστια (illness) αναφέρεται στην αντίληψη, στην εμπειρία και στην έκφραση του ασθενή, καθώς και στους τόπους αντιμετώπισης των συμπτωμάτων, ενώ η νόσος (disease) στον τρόπο που οι ειδικοί αναδιαμορφώνουν την αρρώστια στη βάση των δικών τους θεωρητικών  μοντέλων για την παθολογία. (βλ. Arthur Kleinman “Rethinking Psychiatry”. Free Press, 1988.


 

Βιβλιογραφικές αναφορές

 

1.      Allan V. Horwitz : “Creating Mental Illness”. The University of Chicago Press, 2002.

2.      Furio Di Paola : L’ istituzione del male mentale”. Manifesto Libri, 2000.

3.      οππ.

4.      Allan V. Horwitz, οππ.

5.      Furio Di Paola, οππ.

6.      Allan V. Horwitz, οππ.

7.      οππ.

8.      οππ.

9.      Μισέλ Φουκώ : «Η Ιστορία της σεξουαλικότητας. 1. Η δίψα της γνώσης». Ελληνική μετάφραση, εκδ. Ράππα, 1978.

10. Allan V. Horwitz, οππ.

11. Eduard Shorter : “A History of Psychiatry”. Ed. John Wiley and Sons, Inc, 1997.

12. οππ.

13. Θ. Μεγαλοοικονόμου : «Τα σύνδρομο κοπώσεως στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας», «Τετράδια Ψυχιατρικής» 1998.

14. Evelyn Pringle : “Drug Makers Want Women of Childbearing Years”. 4 Απρίλη 2007, ΟpEdNews.com La Leva Di Archimede (ENG). www.laleva.org

15. Allan Horwitz, οππ.

16. οππ.

17. οππ.

18. οππ

19. Rob Waters : «Psychiatric manual linked to drug makers”. 20 Απρίλη 2006, Salt Lake Tribune. La Leva Di Archimede, οππ..

20. Allan V. Horwitz, οππ.

21. οππ.

22. οππ.

23. οππ.

24. οππ.

Προς: Νομαρχιακό Συμβούλιο Νομού Δωδεκανήσου και Μ.Μ.Ε                                                  

 

                                              

                                                                                                                                                                                  Κάρπαθος, 25/8/09

 

          Ως Έλληνες φορολογούμενοι πολίτες, και ειδικά ως κάτοικοι της άγονης γραμμής, θεωρούμε δικαίωμά μας αλλά και πάγια υποχρέωση του κράτους απέναντί μας την εξασφάλιση αξιοπρεπών παροχών Υγείας και Πρόνοιας. Δε θεωρούμε πολυτέλεια, μα ζωτική ανάγκη την επαρκή χρηματοδότηση του τομέα αυτού. Έχουμε γίνει δεκάδες φορές εδώ και χρόνια μάρτυρες των οδυνηρών και εγκληματικών συνεπειών της ελλιπούς χρηματοδότησης του τομέα Υγείας και Πρόνοιας στον τόπο μας.

          Στα πλαίσια αυτά, γνωρίζοντας το επιστημονικό έργο που προσφέρθηκε για πρώτη φορά στο νησί μας στον σημαντικό τομέα της  Ψυχικής Υγείας μέσω του Γραφείου Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης Πολιτών στο Επαρχείο Καρπάθου και Κάσου από τις 20/2/08 έως τις 20/9/09, θεωρούμε απαράδεκτη τη διακοπή της δυνατότητας να έχουμε πρόσβαση σε μία τέτοια υπηρεσία, εξαιτίας της λήξης της σύμβασης της Ψυχολόγου που ανέλαβε την παραπάνω προσπάθεια. Πολλοί από εμάς επισκεφτήκαμε την υπηρεσία αυτή και λάβαμε σημαντική βοήθεια και υποστήριξη σε κρίσιμες στιγμές. Πολλοί από εμάς έχουμε στο οικογενειακό ή στο ευρύτερο κοινωνικό μας περιβάλλον ανθρώπους με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και γνωρίζουμε πως ήταν σε σταθερή επαφή με την Ψυχολόγο, κάτι που βοήθησε πολύ τα άτομα αυτά να βελτιωθεί η κατάστασή τους και να επανενταχτούν στην κοινωνία, σε μία κοινωνία που, ως γνωστόν, κουβαλά πολλές δυσκολίες, στερεότυπα και προκαταλήψεις.

          Εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για το μέλλον αυτών των ανθρώπων που μένουν από εδώ και στο εξής δίχως κάποια σταθερή βοήθεια και υποστήριξη, ενώ είχαν μπει το προηγούμενο διάστημα σε ένα δρόμο αντιμετώπισης των προβλημάτων τους μέσω της σχέσης εμπιστοσύνης που είχαν αναπτύξει με την Ψυχολόγο, αποφεύγοντας έτσι την αλόγιστη χρήση ψυχοφαρμάκων που ως γνωστόν επικρατούσε στον τόπο μας λόγω της έλλειψης δυνατότητας παροχής ψυχολογικής υποστήριξης. Όσοι έχουμε στο περιβάλλον μας ανθρώπους που έχουν ανάγκη από σταθερή στήριξη προβληματιζόμαστε έντονα για το οικονομικό κόστος  που θα επωμιστούμε από εδώ και στο εξής λόγω του υψηλού κόστους παροχής ψυχολογικής υποστήριξης στον ιδιωτικό τομέα, συνυπολογιζόμενου και του κόστους μετακίνησης και διαμονής εκτός Καρπάθου.

          Ακόμη εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για τους εφήβους μας που επίσης γνωρίζουμε  πως ήταν σε σταθερή επαφή με τη  Ψυχολόγο στην τόσο κρίσιμη και μεταβατική αυτή φάση της ζωής τους. Τί θα γίνει με τα υπόλοιπα παιδιά που έχουν και αυτά ανάγκη υποστήριξης και βοήθειας; Για ποιό λόγο είναι αναγκασμένα να στερηθούν τη δυνατότητα αυτή τη στιγμή που οι γονείς τους είναι φορολογούμενοι πολίτες;

          Οι ανάγκες μας δεν έχουν ημερομηνία λήξης! Θεωρούμε απαράδεκτο το γεγονός της μη ανανέωσης της σύμβασης της Ψυχολόγου με το επιχείρημα ότι το Υπουργείο δεν εγκρίνει οικονομικό κονδύλι για μία τέτοια υπόθεση! Είμαστε τον τελευταίο καιρό όλοι μας μάρτυρες παραδειγμάτων αλόγιστης σπατάλης του δημοσίου χρήματος, το να μη χρηματοδοτηθεί μία τόσο σημαντική θέση θα σώσει άραγε την ελληνική οικονομία; Κάτι τέτοιο κυριολεκτικά προκαλεί την κοινή λογική!

            Πρώτη φορά  αναδείχθηκε στον τόπο μας αυτός ο τομέας της Υγείας και αποκαλύφθηκε το μέγεθος των προβλημάτων, αλλά και των αναγκών μας. Είναι κατά τη γνώμη μας εγκληματικό το να μείνει στη μέση μία τέτοια προσπάθεια  και να κλείσει μια πόρτα που για πρώτη φορά άνοιξε στον τόπο μας και βοηθήθηκαν τόσοι άνθρωποι. Το πιο εγκληματικό απ' όλα είναι κατά τη γνώμη μας το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έπαψαν να έχουν επαφή με μια υπηρεσία ψυχικής υγείας επειδή βελτιώθηκε πλήρως η κατάστασή τους, ή επειδή το επέλεξαν οι ίδιοι, αλλά επειδή κάποιοι άλλοι πέρα από αυτούς έκριναν πως δεν είναι  μεγάλης σημασίας η συνέχιση ύπαρξης μίας τέτοιας υπηρεσίας!           Η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της και να στηρίξει τις ανάγκες μας, πάνω απ' όλα επειδή αφορά τον ζωτικό τομέα της Ψυχικής Υγείας, ώστε με ευθύνη του κράτους να εξασφαλιστεί η λειτουργία αυτής της υπηρεσίας με σταθερή κρατική χρηματοδότηση.

          Με το κείμενο αυτό συμφωνούν οι κάτωθι υπογεγραμμένοι και δεσμεύονται να ενώσουν και να συντονίσουν τις προσπάθειές τους  μέχρι να βρεθεί οριστική λύση στο ζήτημα αυτό.

 

Ακολουθεί πίνακας υπογραφών...     

 

 

14ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ

Ξενώνες «Σεμέλη», «Μετάβαση», «Αμάλθεια»

Οικοτροφεία «Ιρις» και «Οδύσσεια»

Διαμερίσματα Αχαρνών 1, 9ο ΨΤ ΨΝΑ

ΚΨΥ/ Κέντρο Ημέρας Αγίων Αναργύρων

 

Η ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΕΙ ΤΗΝ  ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ

Η σχέση μας με τον ‘άλλο’ πρέπει να επανέλθει στο κέντρο του προβληματισμού

 

Μια φράση που κατά κόρον χρησιμοποιείται όταν γίνεται αναφορά στους ψυχικά πάσχοντες, στα άτομα με αναπηρίες, στους κοινωνικά αποκλεισμένους κλπ, (ανεξάρτητα αν με αυθεντικούς ή υποκριτικούς στόχους) είναι η εξής : «ο πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται από τον τρόπο που φροντίζει και συμπεριφέρεται απέναντι στους πιο αδύναμους πολίτες της».

Είδαμε πράγματι, αυτή την περίοδο, αυτόν τον ‘πολιτισμό’ σε δράση απέναντι στους πιο αδύναμους πολίτες, σε μια κίνηση και μια πολιτική με εμβληματική σημασία : στα πογκρόμ κατά των μεταναστών, στην πρωτοφανή κατασταλτική βία απέναντί τους και στην ταχύρρυθμη, πλέον, προετοιμασία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τον εγκλεισμό τους (πριν την επαναπροώθησή τους πέρα από τα σύνορα, στο κενό… του θανάτου).

Αυτό που γίνεται με τους μετανάστες δεν καθόλου διαφορετικό από αυτό που γίνεται (χωρίς να είναι τόσο ορατό) με τους ψυχικά πάσχοντες και όλους τους αποκλεισμένους.

Η υποτιθέμενη «μεταναστευτική πολιτική» ανάγεται σε απλή καταστολή. Προφανώς ο ‘πολιτισμός’ που μας εξουσιάζει, αδυνατεί (εκτός που αρνείται) να κατανοήσει το πρόβλημα στις πηγές του (στις παγκόσμιες διατάσεις  και αιτίες του, αιτίες που αυτός έχει προκαλέσει και που θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν για πολλά χρόνια). Και επομένως, αδυνατεί να δώσει απαντήσεις που να απευθύνονται στις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια των μεταναστών. 

Αυτή η πολιτική έχει ανάγκη την ξενοφοβία και το ρατσισμό μιας μερίδας του πληθυσμού για να πετύχει τους σκοπούς της. Ενα ρατσισμό που πυροδοτείται από την ορατή εξαθλίωση και τα γκέτο που αυτός ο «πολιτισμός» ‘κατασκευάζει’ μέσα στην πόλη, αρνούμενος αξιοπρεπείς απαντήσεις στο πρόβλημα της διαβίωσης και των δικαιωμάτων των μεταναστών.

Οσο περισσότερο η κατεστημένη εξουσία θα αρνείται να δώσει πραγματικές απαντήσεις στις ανάγκες των πολλών, τόσο περισσότερο θα έχει ανάγκη να προβάλλει, ως άλλοθι, το φόβητρο του ‘ξένου’ και της ‘απειλής’ από αυτόν. Εχει ανάγκη από το σκάνδαλο (που η ίδια έχει κατασκευάσει) του γκέτο κλπ, το οποίο παρουσιάζεται με τη μορφή ενός προβλήματος που λειτουργεί ως ‘απειλή’, γιατί αναστατώνει την ισορροπία της ύπαρξής μας:  από εκεί και η κίνηση για τον περιορισμό του, για την εξάλειψη και την εξόντωσή του. Για τη σηματοδότηση των ορίων πέρα από τα οποία δεν του επιτρέπουμε να λειτουργεί και να μας επηρεάζει. Είναι εδώ που επιχειρείται να βρει έδαφος η προσπάθεια να εκμαιευθεί η λαϊκή συναίνεση για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και για την απροκάλυπτη βία κατά των πιο στερημένων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων, κατά αυτών ακριβώς που θα έπρεπε να στηρίξουμε, να περιθάλψουμε και να προστατέψουμε.

Σε πλήρη αντιστοιχία με το μεταναστευτικό ζήτημα, η κρίση στον χώρο της ψυχικής υγείας είναι μια άλλη έκφραση του γεγονότος ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι, πρώτα απ΄ όλα αυτοί με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες και ιδιαιτερότητες, αντιμετωπίζονται ως βάρος, από το οποίο η κρατούσα κοινωνική τάξη πρέπει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ν΄ απαλλαγεί.

Η κατάσταση στην ψυχική υγεία δεν (πρέπει να) αφήνει, πλέον, κανένα περιθώριο για αυταπάτες. Στην καλλιέργεια αυταπατών επιμένουν μόνο όσοι περιμένουν ιδιοτελώς να επωφεληθούν απ΄ αυτές, όπως, πχ, με το περιβόητο μνημόνιο μεταξύ Υπουργείου Υγείας και Ευρωπαϊκής Κοινότητας (το μνημόνιο Αβραμόπουλου - Σπίντλα), με το οποίο υποτίθεται ότι επιβάλλεται μια εποπτεία από την ΕΕ πάνω στην ελληνική κυβέρνηση για το αν και πώς θα ‘προχωρήσει’ η «ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση». Να εποπτεύσει ποιος ποιόν; Αυτός (η ΕΕ) που επιβάλλει δραστικές περικοπές στις δαπάνες στο όνομα της τήρησης του Συμφώνου Σταθερότητας και που στις διάφορες χώρες της λαμβάνονται πυρετωδώς μέτρα που οδηγούν την ψυχική υγεία δεκαετίες πίσω;

Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι η περαιτέρω εγκατάλειψη της ψυχικής υγείας από το κράτος, μέσω μιας συνδυασμένης πολιτικής δραστικής υποχρηματοδότησης, ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης.

Οι πρόσφατες εξελίξεις (και αποκαλύψεις) δείχνουν ότι η βιτρίνα της ψευδεπίγραφης «μεταρρύθμισης» αδυνατεί, πλέον, να εξωραϊζει την ψυχιατρική βαρβαρότητα, η οποία, όπως είχε προβλεφθεί, μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσια σε πολλές από τις «νέες δομές» :  αυτή η βιτρίνα έχει αρχίσει να ραγίζει κάτω από το βάρος των δραστικών οικονομικών περικοπών, αλλά και ως συνέπεια ενός συστήματος ψυχιατρικής φροντίδας κατακερματισμένου, που αντί για υπέρβαση του ψυχιατρικού ασύλου, κατέληξε στη διασπορά θραυσμάτων του μέσα στην κοινότητα

Ποιες είναι οι αλλαγές που προτείνονται για την φροντίδα και την κοινωνική ένταξη των ψυχικά πασχόντων; Τίποτα που ν΄ αναφέρεται σε πραγματικές λύσεις στο κοινωνικό πεδίο. Ο μόνος προγραμματισμός αφορά μονάδες κατασταλτικού χαρακτήρα (οικοτροφεία «δυσίατων», μονάδες «επικίνδυνων» κοκ). 

Με κανένα τρόπο δεν τίθεται, ούτε είναι δυνατό να τεθεί από τις κρατούσες εξουσίες, το πρόβλημα του είδους της σχέσης που η κοινωνία πρέπει να εγκαθιδρύσει με τις ομάδες που αυτή, η κατεστημένη κοινωνική δομή, έχει συστηματικά και αυτόματα, με την ίδια τη λογική της λειτουργίας της, αποκλείσει : η «καριέρα του ψυχικά ασθενή» ξεκινά πολύ πριν από τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο καθώς είναι το αντικείμενο μιας συστηματικής βίας (από τη δοσμένη οικογενειακή και κοινωνική οργάνωση) που του περιορίζει το χώρο, μέχρι πλήρους εκμηδένισής του.

Αντί γι΄ αυτά, τα θεμελιακά ζητήματα, η επικέντρωση στα οποία θα προσανατόλιζε σε άλλες αναζητήσεις και διεκδικήσεις, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σε ζητήματα όπως ο ρόλος και η μοίρα των κρατικοδίαιτων  «ΜΚΟ», που η παρουσία τους χρησιμοποιείται από το κράτος (που το ίδιο τις κατασκεύασε ως εργολάβους της αποασυλοποίησης) ακριβώς για να μεταθέτει τη συζήτηση και τις διεκδικήσεις μακριά από το ‘κέντρο του προβλήματος’.

Είναι σαφές ότι πρέπει να επαναφέρουμε τη συζήτηση σ΄ αυτό το ‘κέντρο του προβλήματος’ : στη σχέση μας με τον ‘άλλο’ και τον ‘πάσχοντα άλλο’, στο άνοιγμα κοινωνικών χώρων τέτοιων που να βρίσκουν θέση όλοι, ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του, με όλη την πιθανή πολυπλοκότητα αυτών των αναγκών και με όλη  τη διάθεση των αναγκαίων πόρων που η απάντηση σ΄ αυτές τις ανάγκες θα απαιτούσε.  

Η κατάργηση της κατασταλτικής ψυχιατρικής είναι συνυφασμένη με μια διαφορετική τοποθέτηση του προβλήματος εκ θεμελίων. Είναι ένα ταυτόχρονα θεωρητικό και πρακτικό ζήτημα. Είναι συνυφασμένη τον αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση όλων, «ασθενών», λειτουργών και της κοινωνίας ολόκληρης.

 

3 Ιουλίου 2009

 

- Ανάρτηση στο ιστολόγιο  crimevssocialcontrol.blogspot.com (6/7/2009):                    "Σχετικά με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα"

- Δημοσίευμα για το οικοτροφείο "Ηώς" στην Ελευθεροτυπία (4/7/2009):                      "Φως στους ξενώνες της καθήλωσης"

- Δημοσίίευμα για το οικοτροφείο "Ηώς" στην Ελευθεροτυπία (1/7/2009):                     "«Αποασυλοποίηση» με επιστροφή στο χθες;"

 

- Δημοσίευση και σχετικό Video στο TVXS ( 10/7/2009):                                          "Βασάνιζαν ηλικιωμένους -Επιβραβεύονται από την πολιτεία"

- Δημοσίευμα "Ελευθεροτυπίας" για το οικοτροφείο "Αργώς"   (8/7/2009):       "Ατιμώρητοι οι βασανιστές;"

- Δημοσίευμα "Ελευθεροτυπίας" για το οικοτροφείο "Αργώς"   (6/7/2009):       "Βασανιστήρια εν ...ψυχώ;"

- Δημοσίευμα  "Ελευθεροτυπίας" για το οικοτροφείο "Αργώς" (1/7/2009):        "Οικοτροφείο... κακοποιήσεων για ηλικιωμένους με ψυχικά προβλήματα"

- Σχετική συζήτηση στο Indymediia :                                                                            "Ψυχιατρική βαρβαρότητα..."

- Ανάρτηση από τον ιστότοπο της Ν.Ε. Κέρκυρας ΠΑΣΟΚ (30/6/2009:                  Αναφορά Γκερέκου για τα οικοτροφεία "ΚΛΙΜΑΚΑΣ"

- Ανάρτηση στον ιστότοπο του ΣΥΡΙΖΑ:                                                                        Ερώτηση  του βουλευτή Λεβέντη Αθανάσιου

- Ανάρτηση στον ιστότοπο του ΚΚΕ:                                                                             Ερώτηση του βουλευτή Μπάμπη Χαραλάμπους

- Δημοσίευμα στα Κερκυραϊκά Νέα (1/7/2009):                                                          Ανακοίνωση του Εργατικού Κέντρου Κέρκυρας

-Ανάρτηση στο blog  "Κερκυραϊκή αλεπού"(1/7/2009) :                                          "Απάντηση της ΚΛΙΜΑΚΑ"

 

Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 4579