Η κρίση που έχει ξεσπάσει στο χώρο της ψυχικής υγείας, στο περίφημο πρόγραμμα «Ψυχαργώς», εμφανίζεται πρωτίστως ως οικονομική, αλλά είναι εξίσου κρίση θεσμική και κρίση κοινωνικής πολιτικής. Η αλληλεπίδραση και των τριών αυτών παραμέτρων λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στην όξυνση της κρίσης.

Οι κραυγές από την πλευρά των κρατικοδίαιτων «μη κερδοσκοπικών» εταιρειών είναι περισσότερο ακουστές γιατί εδώ η μείωση και η ασυνέχεια της κρατικής χρηματοδότησης έχει πλήξει οδυνηρά την ποιότητα της φροντίδας των ενοίκων των οικοτροφείων, έχει αφήσει απλήρωτο το προσωπικό για μεγάλα χρονικά διαστήματα (οδηγώντας σε εκατοντάδες παραιτήσεις, αλλά και απολύσεις του προσωπικού από ιδιοκτήτες εταιρειών), κάνοντας ακόμα πιο αμφίβολη την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δομών αυτών.

Η κρίση, όμως, αφορά εξίσου τον δημόσιο τομέα, αρκεί να σκεφτεί κανείς, πχ, το ΨΝΑ, με τις δραματικές ελλείψεις προσωπικού και με χρέη που έφτασαν περίπου τα 25 εκ ευρώ το 2006, που βασίζεται στις επιπρόσθετες επιχορηγήσεις για να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες των νέων δομών και των άλλων υπηρεσιών του (νοίκια, ποιότητα φροντίδας κλπ) – οι οποίες, όμως, έρχονται με το σταγονόμετρο, ή και καθόλου, με ορατή την απειλή, στο προσεχές μέλλον, για κλείσιμο στεγαστικών μονάδων.

Η κρίση, όμως, είναι και θεσμική. Οι ιδιώτες κραυγάζουν για την μείωση του ύψους και της ροής της χρηματοδότησης. Πολύ λίγοι, όμως, από αυτούς ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι το «Ψυχαργώς» κατάντησε να σημαίνει απλή μεταστέγαση του πληθυσμού των χρονίων ασθενών των ψυχιατρείων (που κλείνουν ή συρρικνώνονται) σε ξενώνες και οικοτροφεία, χωρίς κατ΄ ουδένα τρόπο ν΄ αλλάζει το κλασσικό ψυχιατρικό παράδειγμα – η πρωτοκαθεδρία, δηλαδή, του νοσοκομειακού εγκλεισμού για την συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό αιτημάτων για παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Οσο δεν αναπτύσσεται ένα ολοκληρωμένο και τομεοποιημένο δίκτυο παροχής υπηρεσιών στην κοινότητα, ριζικά εναλλακτικό στο ψυχιατρείο και στη νοσοκομειακή νοσηλεία, το αποτέλεσμα θα είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της χρονιότητας και το αίτημα δεν θα είναι για στήριξη μιας κοινωνικής ζωής με πλήρη δικαιώματα, αλλά θα διοχετεύεται στην αναζήτηση κλίνης σε «κλειστούς χώρους», σε μια κατάσταση όπου, επί ελλείψεώς της, το μόνο που θα διατίθεται θα είναι οι δημόσιοι χώροι της πόλης. Ηδη, σε διάφορες περιοχές της χώρας, διαπιστώνουμε άνθηση ιδιωτικών κλινικών και άλλων, ασαφούς περιγραφής, ιδιωτικών μονάδων (για ηλικιωμένους, αναπήρους κλπ).

Η κρίση είναι, τέλος, κρίση κοινωνικής πολιτικής. Εδώ και 20 χρόνια η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» σ΄ αυτή τη χώρα γίνεται αποκλειστικά στη βάση συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, που καταρρέουν, ή συρρικνώνονται, όταν τελειώνει η συγχρηματοδότηση και η συνέχειά τους αναλαμβάνεται από τον εθνικό προϋπολογισμό. Είναι χαρακτηριστικό του διαχειριστικού/διοικητικού και ψυχρά εισπρακτικού τρόπου που ασκείται η πολιτική ψυχικής υγείας ότι, την ίδια στιγμή που αφήνουν τα οικοτροφεία να λιμοκτονούν και τους εργαζόμενους απλήρωτους, υποβάλλουν αιτήσεις για νέα προγράμματα, μέσω των οποίων  εισπράττουν τους πόρους της 18μηνης συγχρηματοδότησης, για να τα αφήσουν και αυτά μετά στην τύχη τους και να προχωρήσουν σε νέες εισπρακτικές περιπέτειες. Όπως συμβαίνει με την παροχή και διαχείριση όλων των δημόσιων αγαθών, έτσι και στην μονίμως υποχρηματοδοτημένη ψυχική υγεία, το κράτος όχι μόνο δεν αυξάνει τη χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους, αλλά προχωρεί στην ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίησή της

Εδώ είναι που εισέρχεται ο ρόλος των λεγόμενων «μη κερδοσκοπικών» εταιρειών (ή ΜΚΟ), αφενός στην ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας και αφετέρου στην παγίωση του «νεοϊδρυματικού μοντέλου», που σκιαγραφήθηκε ανωτέρω. Χωρίς να έχουν καμιά δική τους οικονομική και κοινωνική βάση, τους ανατέθηκε η εργολαβική διεκπεραίωση της μεταστέγασης του πληθυσμού των δημόσιων ψυχιατρείων - περίπου το 30%, μέχρι στιγμής, του έργου των στεγαστικών δομών. Αυτό μεταξύ άλλων σήμαινε ότι, το προσωπικό που χρειαζόταν, αντί για μόνιμες θέσεις στο δημόσιο, προσλήφθηκε σε επισφαλείς θέσεις (πάνω από 1500) στον ιδιωτικό τομέα: προσωπικό αναλώσιμο, με αμοιβές πιο χαμηλές, αρκετό στην αρχή για την απορρόφηση των κονδυλίων, αλλά πολύ λιγότερο στη συνέχεια, όταν έπρεπε να γίνει η «εθνική περιστολή». Είναι σε όλους γνωστό ότι συνέβησαν πράγματα πολύ άσχημα, που δεν τιμούν καθόλου αυτούς που «προσφέρθηκαν» να τα κάνουν….

Επομένως, η σχέση «αγάπης και μίσους» ανάμεσα σε κράτος και «μη κερδοσκοπικές» εταιρείες, δεν προκαλεί απορίες αν γνωρίζουμε ότι :

-συνδέεται με συμφέροντα που δεν είναι αξιόπιστα (συχνά πελατειακά και ανταγωνιστικά),

-χαρακτηρίζεται από αμοιβαία αποϋπευθυνοποίηση ως προς την ποιότητα των παροχών και τη συνάρθρωση αυτών των δομών σε κάποιο δίκτυο υπηρεσιών

-συγκροτείται από συμπλεύσεις εξουσιών, που δεν έχουν στόχο τη χειραφέτηση των υποκειμένων, αλλά τα προσωπικά «μαγαζάκια», στη μεσο-μακροπρόθεσμη λογική της εμπορευματοποίησης.

- η αγωνία, τέλος, να επιζήσουν από το «άγριο καψόνι» των περικοπών, που τους επιβάλλει η κυβέρνηση, τις οδηγεί σε πρακτικές επιβίωσης, που τις πληρώνουν οι ένοικοι των οικοτροφείων.

Το κράτος και οι διαδοχικές κυβερνήσεις του είναι οι ένοχοι. Υπάρχουν, όμως και οι συνένοχοι.

Ασθενείς και προσωπικό των «μη κερδοσκοπικών» είναι όμηροι στο παιχνίδι μεταξύ εταιρειών και κυβέρνησης και ως τέτοιοι χρησιμοποιούνται.

Τα δικαιώματα ασθενών και προσωπικού μπορούν να διασφαλιστούν μόνο με την προϋπόθεση της δημοσιοποίησης όλων των υπηρεσιών, που έχουν από το κράτος παραχωρηθεί σε ιδιώτες, με τα πονηρό άλλοθι της «μη κερδοσκοπικής» δραστηριότητας….

 

Αστρινάκης Γιώργος αναπλ. Δ/ντής ψυχίατρος, Δρομοκαϊτειο

                 Κοκκινάκος Γιώργος Δ/ντής ψυχίατρος, ΚΨΥ Χανίων

                 Λουκάς Γιάννης Δ/ντής ψυχίατρος, Κ Θ Λέρου

                 Μεγαλοοικονόμου Θεόδωρος, Δ/ντής ψυχίατρος, ΨΝΑ


Magazine - Other articles

Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 1829