...Η Ψυχιατρική και ο έλεγχος του ψυχικά πάσχοντος μέσω μιας «κατάστασης εξαίρεσης» 



      Αν ήθελε να συνοψίσει κανείς την ουσία της ελληνικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, τη σχέση της, δηλαδή, με αυτό που αποκαλούμε Αποιδρυματοποίηση (πυρηνικό στοιχείο της οποίας είναι η αμφισβήτηση του εγκλεισμού), τότε, η κατάληξη, ύστερα από 25 χρόνια συγχρηματοδοτούμενων (με την ΕΕ) προγραμμάτων και αλλαγών, είναι όχι η αμφισβήτηση, αλλά η διαιώνιση και η επιβεβαίωση του εγκλεισμού ως βασικού στοιχείου του συστήματος των υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα (αν και το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό, αλλά διεθνές).

      Όπως γνωρίζουμε, η Ψυχιατρική και το σύστημα, εν γένει, των υπηρεσιών ψυχικής υγείας υπερπροσδιορίζεται από το δοσμένο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα εντός του οποίου και κατ΄ εντολήν του οποίου λειτουργεί.. Οσο περισσότερο  στενεύουν τα περιθώρια του δοσμένου οικονομικού και κοινωνικού συστήματος για ουσιαστική κοινωνική ένταξη των ψυχικά πασχόντων, τόσο περισσότερο ο ψυχιατρικός θεσμός (στο βαθμό που δεν αμφισβητεί την κατεστημένη κοινωνική του εντολή) λειτουργεί στην κατεύθυνση της κατασταλτικής διαχείρισης των αναγκών που δεν μπορούν να βρουν πραγματικές (υλικές) απαντήσεις στο κοινωνικό πεδίο –των ανθρώπων, δηλαδή, με προβλήματα ψυχικής υγείας (και επομένως, με πολύπλοκες ανάγκες) τους οποίους, μαζί με πολλούς άλλους, η τρέχουσα οικονομική πολιτική παράγει, σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα, ως ‘πλεονάζοντες’ μέσα στο δοσμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων

     Όταν πριν τρία περίπου χρόνια, στα τέλη του 2006, ξεκινήσαμε τη λειτουργία του ΚΨΥ Αγίων Αναργύρων, θεωρήσαμε ότι, με δεδομένη την κατάσταση στην Ελλάδα στο χώρο της ψυχικής υγείας, το στοίχημα ήταν όχι η ίδρυση μιας ακόμα κοινοτικής μονάδας, σε μια λογική παράλληλης και αποκομμένης λειτουργίας, που θα άφηνε άθικτους τους θεσμούς του σκληρού ιδρυματισμού (στους οποίους, φυσικά, θα συνέχιζε να εναποτίθεται η διαχείριση εκείνου του φάσματος των αναγκών με τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα), αλλά μια κοινοτική μονάδα που θα ήταν καθεαυτή μια στιγμή, ένα εργαλείο και ένα προϊόν της υπέρβασης αυτών ακριβώς των θεσμών και των πρακτικών που αναπόσπαστο μέρος τους είναι οι δομές του σκληρού ιδρυματισμού.

      Για να γίνει δυνατό να κατανοηθεί αφενός η δημιουργία του ΚΨΥ και αφετέρου η λειτουργία του, καθώς και οι αντιφάσεις που την διέπουν, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε συνοπτικά στη διαδρομή που διανύθηκε και ν΄ αναδείξουμε το νήμα που συνδέει τις στιγμές μιας παρέμβασης στο εσωτερικό του ψυχιατρείου, από το πρώτο, έστω προσωρινό, άνοιγμα μιας κλειδωμένης πόρτας (άνοιγμα στην επικοινωνία και στην διυποκειμενική σχέση) μέχρι το κοινοτικό Κέντρο Ψυχικής Υγείας. Ν΄ αναδείξουμε, δηλαδή, τη λογική που διέπει τα διαδοχικά βήματα της έμπρακτης αμφισβήτησης του επικρατούντος ψυχιατρικού παραδείγματος, μια διαδρομή της οποίας κάθε βήμα αποκτά το νόημά του, εκτυλίσσει και πραγματοποιεί το δυναμικό του μετασχηματισμού, του οποίου είναι φορέας, μόνο στο βαθμό που (εμπεριέχει και) οδηγεί στο επόμενο, το οποίο ταυτόχρονα ενσωματώνει και αρνείται το προηγούμενο.

      Η ίδρυση και λειτουργία του ΚΨΥ ήρθε, λοιπόν, ως συνέχεια μιας πρακτικής αποιδρυματοποίησης στο εσωτερικό του ΨΝΑ, πρώτα με το κλείσιμο μιας πτέρυγας χρόνιας παραμονής (μέσω της μετάβασης των εγκλείστων σε ξενώνες, οικοτροφεία και προστατευόμενα διαμερίσματα) και εν συνεχεία, με την έναρξη λειτουργίας, από τον Αύγουστο του 2004, της μονάδας εισαγωγών του 9ου ΨΤ.

      Βασικό στοιχείο της θεραπευτικής προσέγγισης, ήδη από την αρχή, ήταν η αποδόμηση, στην πράξη, του εγκλεισμού, κατ΄ αρχήν στις πιο ορατές και περιοριστικές μορφές του, όπως είναι οι κλειδωμένες πόρτες και οι μηχανικές καθηλώσεις και απομονώσεις.

      Εδώ και πέντε περίπου χρόνια έχει γίνει μια μεγάλη προσπάθεια από την θεραπευτική ομάδα του 9ου ΨΤ του ΨΝΑ για την κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων με ταυτόχρονη διατήρηση ανοιχτής της πόρτας από το πρωί μέχρι το βράδυ. Πρόκειται για ένα τμήμα εισαγωγών/οξέων με κατά μέσον όρο 30 (συχνά περισσότερους) νοσηλευόμενους, στο οποίο εργάζονται, κατά μέσον όρο, 17-18 νοσηλευτές/τριες (3-4 στη πρωινή και από 2 στην απογευματινή και στη νυχτερινή βάρδια), 4 ειδικευμένοι και 4 ειδικευόμενοι ψυχίατροι, 2 ψυχολόγοι και 2 εργοθεραπευτές. Οντας το μοναδικό «τμήμα οξέων» στο ΨΝΑ (και πιθανώς σε εθνική κλίμακα) που λειτουργεί έτσι («πόρτα ανοιχτή και όχι μηχανικές καθηλώσεις και απομονώσεις»), είναι επόμενο να σηματοδοτεί μιαν οιωνεί ορατή παραφωνία (το «διαρκές ρίσκο», το «κατ΄ εξακολούθησιν πρόβλημα», το  «μη κανονικό» μέσα στον κατ΄ εξοχήν χώρο της «μη κανονικότητας»), λαμβάνοντας και τις ανάλογες απαντήσεις και στάσεις από όλες τις βαθμίδες των κατεστημένων εξουσιών εντός του ψυχιατρείου. Λειτουργεί, δηλαδή, στη βάση μιας συνθήκης, όχι αποδοχής, αλλά ανοχής (που αντανακλάται, ως είναι φυσικό, και στο εσωτερικό της θεραπευτικής ομάδας), καθώς οι ευθύνες για «ό, τι συμβεί» έχουν αναληφθεί από (αλλά και εναποτεθεί σε) αυτούς που είχαν την πρωτοβουλία να λειτουργούν μ΄ αυτό τον τρόπο.

      Παρ΄ όλα αυτά, οι μηχανικές καθηλώσεις έχουν μειωθεί σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία δύο χρόνια, στις 3-4 ετησίως (σ΄ ένα τμήμα με κατά μέσον όρο 200 εισαγωγές το χρόνο και όταν σε άλλα τμήματα, στο ΨΝΑ και σε όλες τις άλλες μονάδες εισαγωγών σε ψυχιατρεία ή σε γενικά νοσοκομεία αδιακρίτως, οι μηχανικές καθηλώσεις είναι 1-4 την εβδομάδα, ή και καθημερινές και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ημερών, ή και μηνών). Ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στη μείωση των μηχανικών  καθηλώσεων είναι η διασυνδεδεμένη λειτουργία του τμήματος εισαγωγών με το ΚΨΥ, το οποίο λειτουργεί εδώ και τρία χρόνια σε τομεοποιημένη βάση. Με δεδομένη την τωρινή λειτουργία, αν γινόταν δυνατό να αντιστραφεί η παρούσα αριθμητική σχέση νοσηλευομένων/νοσηλευτικού προσωπικού, τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε για πλήρη κατάργηση της μηχανικής καθήλωσης.

      Θεωρούμε την μηχανική καθήλωση ως μια κορυφαία στιγμή της διαδικασίας ακύρωσης του προσώπου του πάσχοντος υποκειμένου μέσα στο (και από το) σύστημα της κατεστημένης ψυχιατρικής. Είναι μια πρακτική που αντανακλά τη (θεωρητική και θεραπευτική) φτώχια της κατεστημένης ψυχιατρικής και την ανικανότητά της ν΄ αντιμετωπίσει, σε ισότιμη βάση, τον ψυχικά πάσχοντα ως υποκείμενο, ως ένα ανθρώπινο όν στην υπαρξιακή και κοινωνική του ολότητα, φορέα πολύπλοκων αναγκών, αλλά και δικαιωμάτων που πρέπει να γίνονται σεβαστά όπως όλων. Δικαιωμάτων για την κινητοποίηση, από την υπηρεσία, ολοκληρωμένων, σφαιρικών και αξιοπρεπών απαντήσεων σ΄ αυτές τις ανάγκες.

      Η χρήση της μηχανικής καθήλωσης δεν αφορά μόνο την ψυχιατρική, αλλά συνιστά, μέσα στην δεδομένη κοινωνική οργάνωση, την καθημερινή κανονικότητα της «φροντίδας» σε όλο της το εύρος, από τα ιδρύματα των παιδιών μέχρι τους χώρους διαμονής και περίθαλψης των ηλικιωμένων.

     Το πρόβλημα δεν έγκειται, απλώς, στις «παρενέργειες» της «μεθόδου», δηλαδή, στο γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι έχουν  πεθάνει και εξακολουθούν να πεθαίνουν εξαιτίας της μηχανικής καθήλωσης, Ούτε είναι, απλώς, ζήτημα «σωστής εφαρμογής» της «μεθόδου», με την τήρηση πρωτοκόλλου, που θα ρυθμίζει τη χρήση της και θα επιτρέπει την εφαρμογή της μόνο σε «καταστάσεις ανάγκης». Η κυριότερη παρενέργεια της είναι η ίδια η ενέργειά της, ή ίδια η δράση της, η ίδια η εφαρμογή της, ως τρόπος, ως πρακτική αντιμετώπισης μιας δύσκολης κατάστασης στη σχέση με τον «άλλο».

     Η στιγμή της μηχανικής καθήλωσης (η απόφαση που λαμβάνεται και ό,τι οδηγεί σ΄ αυτήν) αποκαλύπτει αυτό που ενυπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση στην ίδια την κοινωνική υπόσταση του ψυχικά πάσχοντος υποκειμένου, αυτό, δηλαδή, που ο Giorgio Agamben αποκαλεί «ζωή στο όριο», «ζωή στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο», την παράδοξη, δηλαδή, ύπαρξη που ανοίγεται στην ανυπαρξία.

     Πρόκειται για την κατάσταση την οποία ο Agamben εντοπίζει στη συνάρθρωση κυριαρχίας/εξουσίας με τη γυμνή/βιολογική ζωή. «Η σφαίρα της κυριαρχίας, λέει, είναι εκείνη εντός της οποίας κάποιος μπορεί να φονεύσει δίχως να διαπράξει ανθρωποκτονία και χωρίς να τελεστεί θυσία, και ιερή, δηλαδή, φονεύσιμη και άθυτη, είναι η ζωή που αιχμαλωτίστηκε σ΄ αυτή τη σφαίρα».(1) Πρόκειται για τη συνολική κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο, «για έναν έλεγχο επί της ζωής μέσω μιας κατάστασης εξαίρεσης». Η «κατάσταση εξαίρεσης» αφορά «τον απογυμνωμένο από κάθε ιδιότητα και δικαίωμα άνθρωπο, στον οποίο ασκείται από τον κυρίαρχο ένα δικαίωμα ζωής  ή θανάτου».(2)

     Η λογική του homo sacer, που αποκτά τη διάσταση ενός γενικευμένου παραδείγματος και καθίσταται ο «νόμος» της μοντέρνας εποχής, βρίσκει την κατ΄ εξοχήν εφαρμογή της στην αντιμετώπιση, μέσα στην (και από την) δεδομένη Κοινωνική Τάξη, του ψυχικά πάσχοντος υποκειμένου, όπως επίσης και άλλων ομάδων, όπως οι μετανάστες, οι πρόσφυγες,  κοκ. 

     Η «κατάσταση εξαίρεσης» προβάλλει στο κατώφλι της απροσδιοριστίας. Ο ψυχικά πάσχων έχει, υποτίθεται, δικαιώματα, που προβλέπονται από το νόμο. Κι΄ όμως, αυτά τα δικαιώματα δεν έχουν, γι΄ αυτόν, την ισχύ που έχουν για όλους (αν και στην περίοδο που περνάμε αυτή η «μειωμένη ισχύς του δικαιώματος», το «αδύναμο δικαίωμα», τείνει να αφορά την πλειονότητα). Η νομοθεσία για την ακούσια νοσηλεία μπορεί και να μην εφαρμόζεται χωρίς κανείς να νοιάζεται, η δε καθημερινή παραβίασή της (με την αγαστή συνεργασία Δικαιοσύνης κα Ψυχιατρικής) να θεωρείται αυτονόητη, έως και ως σωστή από τους θεραπευτές. Ο λόγος (και η επιθυμία) του ατόμου, στο οποίο έχει τεθεί ψυχιατρική διάγνωση, μπορεί και να μη λαμβάνεται υπόψιν όπως των άλλων (θεωρούμενος ανακριβής, αναξιόπιστος, περιφερικός και παράξενος), χωρίς τη διαμεσολάβηση του λόγου των ειδικών, δηλαδή, της γνώσης/εξουσίας του ψυχιατρικού θεσμού.

     Εχει, λοιπόν, δικαιώματα, αλλά και δεν έχει. Η «κατάσταση εξαίρεσης» δεν είναι, δηλαδή, «ούτε ξένη, ούτε οικεία προς το δικαιϊκό σύστημα» και το πρόβλημα του ορισμού της αφορά ακριβώς «ένα κατώφλι ή μια ζώνη αδιαφορίας, στην οποία το μέσα και το έξω δεν αποκλείουν το ένα το άλλο, είναι απλώς ακαθόριστα».(3) Είναι σημαντική η επισήμανση ότι «η αναστολή του κανόνα δεν συνεπάγεται την κατάργησή του και η ζώνη ανομίας που εγκαθιδρύει, δεν είναι (ή τουλάχιστον, αξιώνει να μην είναι) ανεξάρτητη από την έννομη τάξη».(4) Είναι, δηλαδή, η ίδια η «έννομη τάξη» που εξαιρεί κάποιον από τους κανόνες της, απογυμνώνοντάς τον «από κάθε νομική υπόσταση, δημιουργώντας έτσι μιαν οντότητα που δεν  μπορεί ούτε να κατονομαστεί, ούτε να κατηγοριοποιηθεί νομικά». (5)

     Η εδραίωση και ευρεία επέκταση της βιοπολιτικής (με τη έννοια του Φουκώ)(6), έννοια αφετηριακή και για τον Agamben, συνδέεται άμεσα με την «κανονικοποίηση» εκείνου που εμφανίστηκε αρχικά ως «κατάσταση εξαίρεσης», «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς, από την πολιτική ζωή, με την ολοκληρωτική «δημοκρατία» της εποχής μας, μέχρι τη συνθήκη του ψυχικά πάσχοντος (και γενικότερα, του θεωρούμενου ως αποκλίνοντος από την κατεστημένη νόρμα). Η θεσμική/ιδρυματική αντιμετώπισή του (ο τρόπος, πχ, που μια μονάδα οξέων στο ψυχιατρείο ή στο γενικό νοσοκομείο προσλαμβάνει το πρόβλημα και είναι οργανωμένη να το αντιμετωπίσει) συνίσταται στην «κανονικοποίηση» και στην παγίωση ενός καθεστώτος «διαρκών καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης».

     Όταν λαμβάνεται η απόφαση για τη μηχανική καθήλωση γίνεται επίκληση της «ανάγκης» τη «δεδομένη στιγμή», μιας «ανάγκης» που έχει, με πολλούς τρόπους, κατασκευαστεί : από τον τρόπο της συνολικής πρόσληψης του ψυχικά πάσχοντος ως υποκειμένου (και των ιδιαίτερων αναγκών του), ή ως αντικειμένου, έως τον τρόπο που το σύστημα είναι οργανωμένο για να δίνει τις στερεότυπες και άκαμπτες απαντήσεις του στην ιδιαιτερότητα και την πολυπλοκότητα των αναγκών του προσώπου. Η θεωρία της «ανάγκης», σύμφωνα με τον Agamben, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια θεωρία της εξαίρεσης, χάρη στην οποία «μια μεμονωμένη περίπτωση απαλλάσσεται από την υποχρέωση τήρησης του νόμου».(7) Η ανάγκη, επισημαίνει, δεν αποτελεί πηγή δικαίου, ούτε αναστέλλει πραγματικά το νόμο - περιορίζεται ν΄ απαλλάξει μια μεμονωμένη περίπτωση από την κατά γράμμα εφαρμογή των κανόνων.

     Είναι η φύση της ανάγκης μια αντικειμενική κατάσταση; ρωτάει ο Agamben και απαντά : «η ανάγκη, στον αντίποδα του να παρουσιάζεται ως αντικειμενικό γεγονός, συνεπάγεται σαφώς μιαν υποκειμενική κρίση (υπογρ. δική μας) και προφανώς επείγουσες και έκτακτες είναι οι καταστάσεις που κηρύσσονται ως τέτοιες (υπογρ. δική μας). Η έννοια της ανάγκης είναι μια τελείως υποκειμενική έννοια που σχετίζεται με το σκοπό που θέλει να πετύχει».(8)

     Πώς, όμως, και ποιός προσδιορίζει τον χαρακτήρα και τη στιγμή της «ανάγκης» και το τι πρέπει να γίνει (να δέσουμε τον άλλο στα τέσσερα, να τον κλειδώσουμε στο δωμάτιο της απομόνωσης, ή, ενίοτε και τα δυο); Εν προκειμένω, ο Agamben κάνει αναφορά στον Carl Schmitt, σύμφωνα με τον οποίο, «η υπαγωγή της κατάστασης εξαίρεσης στην έννομη τάξη επιτελείται με τη διάκριση ανάμεσα σε δυο θεμελιώδη στοιχεία του δικαίου, τον κανόνα και την απόφαση»…(9) «Οπως στην κανονική κατάσταση το στοιχείο της απόφασης μπορεί να περιοριστεί στο ελάχιστο, έτσι στην έκτακτη κατάσταση ο κανόνας εκμηδενίζεται»…«Ο κυρίαρχος βρίσκεται έξω από την κανονικά ισχύουσα τάξη και ωστόσο ανήκει σ΄ αυτήν, εφόσον είναι αρμόδιος για τη λήψη της απόφασης» (10). Αντίθετα απ΄ ό, τι επιχειρεί ο Schmitt, δηλαδή, «να υπαγάγει έμμεσα την κατάσταση εξαίρεσης σ’ ένα νομικό πλαίσιο, βασίζοντάς την στη διάκριση μεταξύ κανόνων δικαίου και κανόνων εφαρμογής του δικαίου…μεταξύ κανόνα και απόφασης», ο Agamben τονίζει ότι «η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δεν είναι μια “κατάσταση δικαίου”, αλλά ένας χώρος δίχως δίκαιο (αν και δεν είναι φυσική κατάσταση, αλλά παρουσιάζεται ως η ανομία που προκύπτει από την αναστολή του δικαίου)». Και περαιτέρω ότι «η φύση των πράξεων που τελούνται κατά την αναστολή του δικαίου μοιάζουν να εκφεύγουν κάθε νομικού ορισμού, ούτε παραβατικές, ούτε νομοθετικές, ούτε εκτελεστικές, μοιάζει να τοποθετούνται σε σχέση με το δίκαιο σ΄ ένα απόλυτο μη χώρο. Είναι σ΄ αυτό το μη χώρο της απροσδιοριστίας που ασκείται, παρ΄ όλα αυτά, μια ισχύς...» (υπογρ. δική μας).(11)

 

    Μέσα σ’ ένα σύστημα που λειτουργεί στη βάση μιας «διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», είναι επόμενο, ανά πάσα στιγμή, να κατασκευάζεται (και εν συνεχεία, να διαπιστώνεται από την «υποκειμενική κρίση» του έχοντος την εξουσία, δηλαδή, του ψυχιάτρου, με τον άλλοτε άλλο βαθμό ευθυνοφοβίας, άγχους, αντίληψης του ρόλου του στη διατήρηση της δημόσιας τάξης, των θεωρητικών του αντιλήψεων για τον «θεραπευτικό» ρόλο της καθήλωσης και./ή της απομόνωσης κοκ) η ανάγκη για την αντιμετώπιση του «άλλου» υπό καθεστώς «κατάστασης εξαίρεσης», που μετατρέπεται σε κανόνα, στο βαθμό μάλιστα που η μηχανική καθήλωση και η απομόνωση θεωρούνται «ιατρικές πράξεις». Πράξεις που θέλουν να «εκφεύγουν κάθε νομικού ορισμού», τοποθετούμενες από τους φορείς τους στον «απόλυτο μη χώρο» που αποκαλούν «θεραπευτικό». Χωρίς ποτέ αυτό ν΄ αποτελεί ένα «αντικειμενικό γεγονός», αλλά προϊόν «υποκειμενικής κρίσης».

   Όπως και η αφειδής και ανεξέλεγκτη, υπό την χειραγώγηση των φαρμακοβιομηχανιών, χορήγηση του ψυχοφαρμάκου, το ίδιο και η μηχανική καθήλωση/απομόνωση και οι κλειδωμένες πόρτες αποτελούν έκφραση της ανομίας υπό την οποία τίθεται η μεταχείριση του ψυχικά πάσχοντος. Εκείνου, δηλαδή του χώρου της σφαίρας της κυριαρχίας, όπου κάποιος μπορεί να του κάνει (του ψυχικά πάσχοντος) οτιδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο (γιατί είναι επιθετικός ή αυτοκαταστροφικός, γιατί υπάρχει κίνδυνος φυγής, γιατί αρνείται τα φάρμακα, γιατί περιφέρεται ενοχλητικά για τους άλλους, γιατί ζητάει επίμονα διάφορα πράγματα, γιατί, ίσως, η απαξιωτική συμπεριφορά μας τον έκανε να αντιδράσει όπως θα αντιδρούσε οποιοδήποτε που του θίγεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, γιατί «του κάνει καλό» κοκ) και με οποιονδήποτε τρόπο (σε ορισμένες ιστορικές περιόδους και να τον φονεύσει), «χωρίς να διαπράττει αδίκημα», δεδομένου ότι «έχει ανασταλεί ο κανόνας» λόγω της «κατάστασης εξαίρεσης».

    Η μηχανική καθήλωση, ωστόσο (όπως προαναφέρθηκε), η απομόνωση και οι κλειδωμένες πόρτες δεν είναι παρά οι ακραίες, οι απροκάλυπτες εκδηλώσεις της ιδρυματικής βίας. Στην πραγματικότητα, είναι η ίδια η κατεστημένη θεσμική (και πριν από αυτήν, η κοινωνική) αντιμετώπιση, ως τέτοια, της ψυχικής οδύνης που θέτει τον άνθρωπο, ως homo sacer, σε μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης. Σε μια κατάσταση , δηλαδή, όπου η κρίση του κυρίαρχου, του έχοντος τη γνώση/εξουσία ψυχιάτρου, τον δικαιοδοτεί να παίρνει την απόφαση όχι μόνο για το τι πρέπει να γίνει, αλλά και για το ποιό είναι το νόημα της σκέψης και της επιθυμίας του «άλλου». Νόημα από το οποίο το υποκείμενο απαλλοτριώνεται, το ίδιο όπως από την οδύνη του, τα οποία η κατεστημένη ψυχιατρική μετατρέπει σε συμπτώματα του αντικειμένου/αρρώστια, αποκομμένα από το όλο της ύπαρξης (από αυτόν, δηλαδή, ως υποκείμενο οδύνης και φορέα νοήματος) και από το κοινωνικό σώμα. Σε μια κατάσταση, επιπλέον, όπου το θεωρούμενο (και συχνά επιβαλλόμενο) ως «θεραπευτικό» συχνά συγχέεται, σε μια «ζώνη απροσδιοριστίας», με την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων και την απώλεια του προσώπου του «ασθενούς» πίσω από την επικέντρωση στην αρρώστια.

   Καθώς οι πρακτικές του εγκλεισμού και της ιδρυματικής βίας δεν είναι πράγματα καθεαυτά, που οφείλονται, απλώς, στη «κακή πρακτική» (malpractice) κάποιων λειτουργών, αλλά  αναπόσπαστα στοιχεία της κουλτούρας, της λογικής και των πρακτικών που διέπουν τη λειτουργία του όλου κατεστημένου ψυχιατρικού συστήματος, είναι αυτονόητο ότι χωρίς την εγκαθίδρυση κουλτούρας και πρακτικών που αλλάζουν ριζικά και στην πράξη το σύστημα παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, (χωρίς, δηλαδή, συστήματα και πρακτικές πρόληψης και έγκαιρης αντιμετώπισης της κρίσης και μεθόδων εναλλακτικών στη νοσοκομειακή νοσηλεία, καθώς και σφαιρικής ψυχοκοινωνικής στήριξης των υποκειμένων μέσα στο κοινωνικό τους πλαίσιο), χωρίς σεβασμό και ανάδειξη του νοήματος της οδύνης και του λόγου των άμεσα ενδιαφερομένων, ως ενεργών υποκειμένων σ΄ έναν ισότιμο διάλογο – χωρίς, επομένως, υπέρβαση του ψυχιατρείου και μετάβαση του κέντρου βάρους των υπηρεσιών στην κοινότητα, δεν είναι δυνατό να ξεπεραστούν οι πρακτικές της ιδρυματικής βίας. Επομένως, η αποδόμηση του εγκλεισμού είναι αδύνατη χωρίς τη μετάβαση στην κοινότητα – σε μια κοινοτική δουλειά, όμως, ριζικά εναλλακτική και όχι «αδύναμη», περιφερειακή και συμπληρωματική στις πρακτικές του εγκλεισμού – συμπληρωματική, δηλαδή, σ΄ ένα σύστημα που θα παρέμενε νοσοκομειοκεντρικό.

    Από την άλλη, βέβαια, η όποια μετάβαση την κοινότητα θα είναι επιφανειακή, επιπόλαιη, ψευδεπίγραφη, χωρίς την έμπρακτη αμφισβήτηση, των πρακτικών της ιδρυματικής βίας στο εσωτερικό του ψυχιατρείου (το ίδιο όπως στον ΨΤ του γενικού νοσοκομείου), έτσι ώστε αυτό να ξεπεραστεί στην πράξη όχι απλώς ως τόπος, αλλά ως τρόπος αντιμετώπισης (υπαρξιακής ακύρωσης, πραγμοποίησης) του ψυχικά πάσχοντα.

    Στο βαθμό, ωστόσο, που, εν τέλει, ο ψυχιατρικός θεσμός λειτουργεί σε συνάρτηση με την κατεστημένη κοινωνική τάξη (ως εντολοδόχος της) και η επερώτηση αυτής της κοινωνικής εντολής είναι συνυφασμένη με την έμπρακτη αμφισβήτηση αυτής της κοινωνικής τάξης, εντός της οποίας οι καταστάσεις εξαίρεσης και εκτάκτου ανάγκης έχουν μετατραπεί σε νόρμα (η νόρμα της γενικευμένης ανομίας) που δεν αφορά  μόνο τους ψυχικά πάσχοντες, αλλά όλους τους καταπιεσμένους, έχουμε να κάνουμε με ένα κατ΄ εξοχήν κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα που απαιτεί και ανάλογες  απαντήσεις.

 

Θ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 

 

*Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στη διεθνή συνάντηση στην Τεργέστη (9-13/2/2010), με θέμα «Che cos e’ “salute mentale” ? Per una rete mondiale di salute communitaria”.

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

 

1. Agamben, Giorgio: «Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή». Ελλ. έκδ. Scripta, Αθήνα, 2005.

2. οππ.

3.Agamben, Giorgio: «Κατάσταση Εξαίρεσης. Όταν η έκτακτη ανάγκη μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα». Ελλ. έκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2007.

4. οππ.

5. οππ.

6. Foucault, Michel : «Ιστορία της Σεξουαλικότητας». Ελλ. έκδ. Ράππα, Αθήνα, 1978.

7. Agamben Giorgio : “Κατάσταση Εξαίρεσης», οππ.

8. οππ.

9. Schmitt, Carl : «Πολιτική Θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από την διδασκαλία περί κυριαρχίας». Ελλ. έκδ. Λεβιάθαν, Αθήνα, 1994.

10. οππ.

11.Agamben, Giorgio : ¨Κατάσταση Εξαίρεσης», οππ.

 

 


Magazine - Other articles

Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 1829